Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Το φετινό καλοκαίρι






Το φετινό καλοκαίρι έχει αντισηπτικό πάνω στο τραπέζι. Και Κόκα Κόλα με το σήμα του Euro2020 -που άργησε έναν χρόνο, αλλά όνομα δεν άλλαξε. Έχει και δροσερή αγγουροντομάτα. Και κατσικίσιο τυρί, τραγανές πατάτες τηγανητές, καλοψημένο μπιφτέκι -ευτυχώς να λες που οι γεύσεις και οι μυρωδιές παρέμειναν απρόσβλητες. Το φετινό καλοκαίρι έχει αναλάβει τη μεγάλη ευθύνη να τις αποκαταστήσει.

Οι φωτογραφίες από το «Κρυονέρι», στην Πάργα.

Σάββατο 19 Ιουνίου 2021

Σουλίου 3, Εξάρχεια

Τόσοι και τόσοι άνθρωποι κατηφορίζουν τη Σόλωνος καθημερινά. Νομίζω ελάχιστοι προσέχουν όμως το θαυμάσιο αυτό κτήριο που τους κρυφοκοιτάζει από την κάθετη οδό Σουλίου. Στεγάζει την Ορθόδοξη Χριστιανική Ένωση Κορασίδων και πρόκειται για ένα από κείνα τα μυστικά που φυλάττει η πόλη στα στενά δρομάκια της.

Ακτή του Κουνουπιού

Έχουν περάσει καμιά εικοσαριά χρόνια από τότε που είδα την «Ακτή του Κουνουπιού» με τον Χάρισον Φορντ και την Ελεν Μιρεν και θυμάμαι πως δεν με είχε ενθουσιάσει. Παρά τις καλές ερμηνείες, ο κεντρικός χαρακτήρας μού είχε φανεί τότε τόσο αντιπαθητικός και η συλλήβδην απόρριψη από μέρους του, του σύγχρονου τρόπου ζωής και οργάνωσης τόσο αφελής, που οι επιλογές του έμοιαζαν αυθαίρετες και αδικαιολόγητες από την αρχή της ταινίας. Εμφορούμενος από εμμονική έχθρα έναντι του συστήματος (στα όρια της συνομωσιολογίας), ο πρωταγωνιστής οδηγεί τη γυναίκα και τα παιδιά του στη ζούγκλα της Νότιας Αμερικής όπου προσπαθεί να πραγματώσει την ουτοπία που ονειρεύεται μακριά από τις νοσηρότητες της καπιταλιστικής κοινωνίας και του καταναλωτισμού. Όμως το εγχείρημα καταλήγει στην παράνοια, αποδεικνύοντας πως ο ιδεολογικός ναρκισσισμός -η αυτάρεσκη διεκδίκηση της ηθικής ανωτερότητας ενός αφηγήματος- συνήθως οδηγεί στον αυταρχισμό. Η εξέλιξη επιβεβαιώνει πως ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. 

Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Πολ Θερού στο οποίο στηρίζεται η ιστορία, αλλά κρίνοντας από την ταινία, υποψιάζομαι πως έχει μεγάλο ενδιαφέρον -αν και θα πρέπει βεβαίως να ιδωθεί υπό το πρίσμα της εποχής του: γράφτηκε το 1981, στα τέλη μιας εποχής σφοδρών ιδεολογικών συγκρούσεων μεταξύ ανταγωνιστικών συστημάτων. 

Παρακολουθώντας προσφάτως την τηλεοπτική μεταφορά που προβάλλει η AppleTV+ και στην οποία πρωταγωνιστεί ο Τζάστιν Θερού (που τυγχάνει να είναι ανηψιός του συγγραφέα), επιβεβαίωσα την παλαιότερη αίσθηση που είχα: η κεντρική ιδέα είναι αβανταδόρικη, η ιστορία επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών δίνοντας τροφή για σκέψη, αλλά ο πρωταγωνιστής παραμένει αφόρητα αντιπαθητικός. Ο ιδεολογικός του αυτισμός και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τα πάντα μέσα από την κριτική του στο σύστημα, καταλήγει σε μία υπερ-τοξική στάση που δηλητηριάζει τις σχέσεις με τους άλλους, υποβάλλει τους γύρω του σε απίθανες ακρότητες και οδηγεί την οικογένεια σε μεγαλύτερα αδιέξοδα σε σχέση με εκείνα από τα οποία πασχίζει να ξεφύγει. 

Πιο θεαματική, περιπετειώδης και πολυλογάδικη, η νέα εκδοχή της Ακτής του Κουνουπιού έρχεται να συζητήσει την κεντρική ιδέα του βιβλίου σε έναν πολύ πιο κατακερματισμένο κόσμο με συγκεχυμένες ταυτότητες και πληθώρα εναλλακτικών ιδεολογικών αφηγημάτων. Η ιδέα της διαφυγής σε έναν παράδεισο ελευθερίας που δεν θα υποτάσσεται στους καταναγκασμούς, τις αδυναμίες ή τις στρεβλώσεις του συστήματος, παραμένει ρομαντική έμπνευση για κάποιους. Εντούτοις δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο παράδεισός σου αυτός υπάρχει, ότι είναι όπως τον φαντάστηκες και ότι δεν αποτελεί κόλαση για κάποιους άλλους. Ενίοτε καταλήγει να σε καταπίνει, αλλοτριώνοντας τον ίδιο τον εαυτό σου και καθιστώντας σε μη λειτουργικό σε μια κοινωνία που δεν θα συμμορφώνεται ποτέ σε ένα και μόνο αφήγημα. Όσο κι αν μάχεσαι συνειδητά ή κραυγάζεις επιθετικά πως είναι το σωστό.

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

Vocaloid

Η Luo Tianyi είναι μια ανερχόμενη τραγουδίστρια της Κίνας με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό της, εκατομμύρια followers και αρκετές sold out εμφανίσεις. Το γεγονός ότι δεν είναι πραγματικός άνθρωπος, αλλά δημιούργημα υπολογιστών, καθόλου δεν πτοεί τους θαυμαστές της. Πρόκειται για ένα vocaloid -όπως αποκαλούνται οι ψηφιακοί τραγουδιστές που γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία στην Άπω Ανατολή- ιδιαιτέρως εξελιγμένο, με γκρίζα μαλλιά, μεγάλα anime μάτια και κοριτσίστικη φωνή. Οι δημιουργοί της υπόσχονται ότι με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, η Lou θα αποκτήσει σύντομα αυτονομία σκέψης, ώστε να δύναται από μόνη της να συνομιλεί με τους θαυμαστές της, απαντώντας σε ερωτήματα ή τραγουδώντας τα κομμάτια που της ζητούνται. Φαντάζομαι ότι είναι ζήτημα χρόνου να εμφανιστεί κάποιο vocaloid στη Eurovision, σε τηλεοπτικό talent show ή σε νυχτερινή πίστα στην Ιερά Οδό. Σε κάποιες από τις ως άνω περιπτώσεις, μπορεί και να ομιλούμε για βελτίωση.

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2021

Με τα χίλια

Μια βόλτα στο Coney Island

Τώρα που σφίγγουν πια οι ζέστες, σε πιάνουν οι τάσεις φυγής από την πόλη κι αναζητείς την κοντινότερη παραλία. Μαγιό πήραμε, καπελάκι φορέσαμε, με καροτέν πασαλειφτήκαμε και βουρ για τη θάλασσα. Με το μετρό ντε, καναδυό ώρες από το κέντρο!

Τι εννοείς ποιο κέντρο; Του Μανχάταν! Στη Νέα Υόρκη είμαστε. Μην περιμένεις λοιπόν γαλάζια σημαία, φρέντο καπουτσίνο στην ξαπλώστρα, αιγαιοπελαγίτικο ακρογιάλι, τη Χρονοπούλου να κουνάει την εσάρπα της με νόημα στον Λάκη Κομνηνό. Εδώ η εμπειρία της παραλίας είναι αρκετά διαφορετική. Καλωσήρθες στο Coney Island!

Οι φανταχτερές αφίσες που σε υποδέχονται ήδη στο σταθμό, σε προϊδεάζουν για το τι περίπου σε περιμένει. Το Coney Island είναι ένας τεράστιος, παραθαλάσσιος παιχνιδότοπος. Με διάφορες δραστηριότητες για όλη την οικογένεια.

Κι αν νομίζεις ότι τα όσα βλέπεις στις ταινίες και τις σειρές είναι υπερβολές, με τις αμερικάνικες φαμίλιες να απολαμβάνουν ημερήσια εκδρομή στο λούνα παρκ με παροιμιώδη ενθουσιασμό και λαχτάρα, μία επίσκεψη σε ετούτο το μέρος, θα σε πείσει πως όλα είναι βγαλμένα από τη ζωή. Ένα θα σου πω: το μπιγκ ιβέντ που όλοι περιμένουμε εδώ -και με μεγάλο ηλεκτρονικό κάουντ ντάουν- είναι ο διαγωνισμός για το ποιος θα φάει τα περισσότερα χοτ ντογκς. Αν το βρίσκεις συμπαθητικό, θα σε γράψω να δοκιμάσεις κι εσύ, τις δυνάμεις σου

Επίσης οφείλω να σου πω ότι κάθε Παρασκευή, έχει δωρεάν πυροτεχνήματα! Δηλαδής τι άλλο να ζητήσει κανείς από τη ζωή του;

Πλησιάζοντας προς την παραλία, διασχίζω τις παιδικές χαρές και τα λούνα παρκς. Τεράστια ρόλερ κόστερς με σκαλωσιές και ράγες, θεόρατες ρόδες, σπίτια του τρόμου, παραβάν με κάποια μάντισσα που διατίθεται να σου ριξει τα χαρτιά.

Κάθε τρεις και λίγο, περνάει ένα φασαριόζικο βαγονέτο με νεαρόκοσμο που στριγγλίζει καθώς πέφτει με φόρα στις κατηφοριές, χτυπιέται στις απότομες στροφές και ανακατεύονται πόδια με χέρια και μαλλιά.

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον το θέαμα, αλλά ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να μοιραστώ τη χαρά τους. Η αισθητική του μέρους, μου φαίνεται ξεπερασμένη. Ίσως και κάπως θλιβερή.

Οικογένειες με κακομαθημένα παιδιά, ευτραφείς γονείς με έξτρα λαρτζ μπλουζάκια, τζόκεϊ καπέλα, κοντά σορτς και σαγιονάρες, επιβεβαιώνουν την πιο στερεοτυπική εικόνα που έχεις για την Αμερική.

Μπροστά από τα λούνα παρκς υπάρχει μία μικρή σειρά από φαγάδικα και ένας τεράστιος περίπατος με σανίδες ντεκ που τρίζουν καθώς τις περπατάς.

Εδώ θα συναντήσεις αρκετό κόσμο να απολαμβάνει τον περίπατό του  -ιδίως τα απογεύματα και τα σαββατοκύριακα.

Ανάμεσά τους, αρκετοί αφροαμερικάνοι, λατίνοι και Ρώσοι από τις παρακείμενες γειτονιές του νότιου Λονγκ Άιλαντ.

Λίγο πριν σε φθάσω στη θάλασσα, χρήσιμο είναι θαρρώ να σταθούμε στις προειδοποιητικές πινακίδες. Το να με παίρνανε τα σύννεφα, οι άνεμοι, τα κύμματα, εδώ χάμω δεν είναι μήτε ευχάριστο μήτε ιδιαιτέρως σώφρον. Κάθε τρεις και λίγο έρχεται ένας τυφώνας και γίνεται το Κόνι Άιλαντ αγνώριστο. Βρίσκονται οι άνθρωποι αγκαλιά με τα σκυλόψαρα και τα χταπόδια απάνου στα ρόλερ κόστερς.

Βεβαίως σήμερα, τα πράματα είναι ήρεμα. Βαδίζω πλέον πάνω στην άμμο με κατεύθυνση προς τη θάλασσα.

Η άμμος δεν έχει την αίσθηση της Ελλάδας. Μοιάζει περισσότερο με χώμα. Δεν πολυθέλεις να την περπατήσεις ξυπόλητος.

Υπάρχει διάσπαρτος κόσμος. Κάποιες μαμάδες που έχουν φέρει τα παιδιά τους για να παίξουν, κάποιοι ηλικιωμένοι που περπατάνε πάνω-κάτω προφανώς κατόπιν εντολής του γιατρού, κάποιοι "λουόμενοι" που κάμουν ηλιοθεραπεία.

Στο βάθος φαίνεται μια συστάδα πολυκατοικιών της δεκαετίας του 50 και του 60. Κάποτες το μέρος αυτό έζησε μεγάλες δόξες. Το μετρό έφθασε εδώ το 1920 και η προσθήκη της αποβάθρας εξασφάλισε δημοτικότητα -ιδίως ανάμεσα στα φτωχότερα λαϊκά στρώματα.

Ακόμα και σήμερα, τη βλέπεις τη φτώχεια σε αυτό το μέρος. Μερικοί από αυτούς που έχουν ξαπλώσει, δεν κάμουν ηλιοθεραπεία. Είναι απλώς άστεγοι που κοιμούνται πάνω σε λινάτσες.

Η μεγάλη απάτη όμως είναι ο Μπέιγουοτς-ναυαγοσώστης. Περιμένεις κι εσύ μία Πάμελα, έναν Χέισελχοφ, και συναντάς τον κυρ Νέιθαν με τα αρκετά κιλάκια του και την κάπως ρέμπελη διάθεση. Που δηλαδής να πνίγεται κάποιος, θα τον απαρατήσουμε στον πνιγμό για να πάμε να βοηθήσουμε τον κυρ Νέιθαν να κατέβει τη σκαλωσιά του.

Μεταξύ μας, δεν υπάρχει και μεγάλος κίνδυνος πνιγμού. Όχι γιατί δεν είναι επικίνδυνα τα νερά, μήτε γιατί ξεύρουν καλό μπάνιο οι "λουόμενοι". Αλλά διότι σπανίως αποοτολμά να μπει κάποιος στη θάλασσα. Μονάχα μερικά παιδιά που πλατσουρίζουν έξω-έξω και έχουν μάλλον άγνοια κινδύνου.

Εδώ είναι Ατλαντικός, αγαπημένε αναγνώστα. Μαύρα είναι τα νερά. Θηριώδη είναι τα ρεύματα. Αδυσώπητα είναι τα κύματα. Τιποτα δεν σε προδιαθέτει να μπεις. Που να έχει ανέβει η θερμοκρασία στους 44 βαθμούς Κελσίου (που ναι, ανεβαίνει), προτιμάς να σε καταβρέξουν με το λάστιχο, παρά να εισέλθεις σε αυτό το μαύρο πράμα.

Η βόλτα πάνω στην αποβάθρα, είναι ένα ταχύρυθμο μάθημα για τη σύγχρονη Αμερική. Σε κάποια παγκάκια, κοιμούνται άστεγοι.

Τριγύρω κάμποσοι άλλοι: Μοναχικοί νέοι που ακούνε μουσική στα ακουστικά τους ή περπατούν βυθισμένοι στο κινητό τους, καταπονημένοι ηλικιωμένοι, άνθρωποι με αθλητικό αόυτφιτ που ασκούνται μανιωδώς.

Τα σνακς είναι από οκτακόσιες θερμίδες και πάνω. Χοτ ντογκς, χάμπουργκερ με πλαστική κέτσαπ, πατάτες τηγανιτές με μαγιονέζα, συσκευασμένα γλυκά. Όλα προπαρασκευασμένα. Σου τα ζεσταίνουν στο μάικρο-γουέιβ και σου τα σερβίρουν.

Θα με ρωτήξεις (και εύλογα) για ποιο λόγο σε έφερα ως εδώ. Άλλα είχες στο μυαλό σου, όταν σου είπα ότι θα πάμε παραλία.

Εδώ ήρθαμε για να σου δείξω μία εικόνα πραγματικής Αμερικής. Πέραν από τα τουριστικά ατράξιονς του Μανχάταν. Πέραν από τα Εμπάιαρ Στέιτ Μπίλντινγκς και τα Σέντραλ Πάρκς. Πέραν από τις ιλουστρε εικόνες των περιοδικών και τις κομψές εμφανίσεις της Σάρα Τζεσικα Πάρκερ.

Είναι απέραντη αυτή η χώρα.

Και είναι δύσκολη.

Έχει μεγάλη μοναξιά. Και έλλειψη πολλών πραγμάτων που θεωρείς εσύ δεδομένα στην Ευρώπη -ακόμα και στην συμφοριασμένη Ελλάδα.

Δεν σου μιλώ μόνο για το δίχτυ προστασίας που παρέχει το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, τη σιγουριά ότι δεν θα μπουκάρει στο σχολείο ή τη δουλειά ένας θεόμουρλος ένοπλος να μας γαζώσει, τις πολλαπλές διεξόδους που μας δίνει ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνικής μας ζωής (ειδικά εμάς στο Νότο).

Σου μιλώ για τη δυνατότητά μας να αφεθούμε τουλάχιστον σε αυτό: Στη θάλασσα και στον ήλιο μας. Στην εξαγνιστική τους λύτρωση. Σε έφερα ως εδώ για να σου πω πόσο πολύ σπουδαίο είναι αυτό το κεκτημένο.

Τρίτη 15 Ιουνίου 2021

Revenge travel

Ενόσω περίμενα να περάσει το δεκαπεντάλεπτο μετά τη δεύτερη δόση εμβολιασμού μου, άκουσα τον κύριο που καθόταν παραδίπλα να ανακοινώνει περιχαρής στο κινητό του: «Είμαι πλέον πλήρως εμβολιασμένος -ετοίμασε το διαβατήριό σου και ξεχυνόμαστε στα ταξίδια!». Η έντονη επιθυμία για revenge travel (όρος που θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως «ταξίδι εκτόνωσης» ή «ταξίδι μανιώδους εκδίκησης») θα αποτελέσει το καύσιμο για την επανεκκίνηση της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας. Μετά από ενάμιση χρόνο πανδημίας, έχουμε να αναπληρώσουμε πολύ χαμένο χρόνο.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

Του’πα για το φέρσιμό σου

Όταν θεωρείς πως ο βανδαλισμός είναι η λύση στο όποιο πρόβλημά σου. Και μάλλον αγνοείς -μεταξύ άλλων- τον στίχο εκείνον του Παλαμά που λέει «Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει». Τα χρόνια περνούν, ο ποιητής επιβεβαιώνεται. Όπως και η έκφραση του αγάλματός του.

Τρίτη 8 Ιουνίου 2021

Μουσείον Λοβέρδου

Μετά από δεκαετίες εγκατάλειψης και αρκετά χρόνια εργασιών αποκατάστασης, η οικία Τσίλλερ-Λοβέρδου παραδόθηκε πριν μερικές ημέρες στο κοινό.

Παρακολουθούσα για καιρό την όλη προσπάθεια, διάβαζα τη σχετική αρθρογραφία που εμφανιζόταν σποραδικά στον τύπο για την πρόοδο των εργασιών. Και κάθε φορά που περνούσα από τη Μαυρομιχάλη, προσπαθούσα να ξεκλέψω καμιά ματιά πίσω από τις προστατευτικές λινάτσες μήπως διακρίνω την πρόσοψη με τις περίφημες καρυάτιδες.

Αλλά να που μετά από τόση αναμονή, έφθασε η ώρα να επανασυστηθούμε με το κτήριο -ή μάλλον να πρωτοσυστηθούμε, διότι η κακή κατάσταση στην οποία το ενθυμούμαι, δεν έδινε περιθώριο στο πρόσφατο παρελθόν για πολλές πολλές συναναστροφές μαζί του.

Η περιέργειά μου για το τελικό αποτέλεσμα μετατράπηκε σε ενθουσιασμό ήδη από τα πρώτα βήματα. Η αρχοντική σκάλα της εισόδου με τους υπέροχους πολυελαίους, τα δάπεδα και τα διακοσμητικά στοιχεία στους τοίχους είναι ικανά να σε εντυπωσιάσουν με το πρώτο καλωσόρισμα.

Και η αλήθεια είναι πως δεν πρόκειται για ένα απλό κτήριο. Κατασκευάστηκε από τον Ερνέστο Τσίλλερ το 1882-1885 και χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του μέχρις το 1912.

Ο Τσίλλερ που γεννήθηκε το 1837 στη Σαξωνία, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και της σταδιοδρομίας του, το αφιέρωσε στην Ελλάδα -μία χώρα νέα, μικρή, φτωχή που αντιμετώπισε μύρια προβλήματα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα (και πού να'ξευρε τι της επιφύλασσε ο 20ος -για να μην αρχίσω τα περί 21ου). Μια χώρα που επιχείρησε ακροβασίες αλλά και πέτυχε υπερβάσεις, αν αναλογιστεί κανείς το σημείο αφετηρίας της και τις αντίξοες συνθήκες υπό τις οποίες σκώθηκε στα πόδια της.

Η πρώτη φορά που βρέθηκε στην Αθήνα ήταν το 1861 μαζί με τον Χάνσεν, προκειμένου να επιβλέψει την ανέγερση του κτηρίου της Ακαδημίας Αθηνών. Η τότε ταπεινή πρωτεύουσα είχε αρχίσει να αποκτά τα πρώτα εμβληματικά της κτήρια, προσδοκώντας να αποκτήσει λίγη από τη μεγαλοπρέπεια των ευρωπαϊκών μητροπόλεων με τα μπουλβάρτα, τις πλατείες και τα μνημειώδη αρχιτεκτονήματα. Η έξωση όμως του Όθωνα ανέκοψε εκείνη την πρώτη φάση μεταμόρφωσης και ο Τσίλλερ επέστρεψε στη Βιέννη.

Μερικά χρόνια αργότερα επανήλθε, καθώς η δημοφιλία του στους κύκλους της ελληνικής αστικής τάξης αποδείχθηκε μεγάλη και οι παραγγελίες για ιδιωτικές κατοικίες, επαύλεις και δημόσια κτήρια άρχισαν να πέφτουν βροχή. Πράγματι, τούτη η πόλη, του έχει μεγάλη υποχρέωση, καθώς της χάρισε μερικά από τα ομορφότερα και πλέον καλαίσθητα κτήριά της.

Το 1876, ο Τσίλλερ παντρεύτηκε στη Βιέννη τη Σοφία Δούδου, κόρη εμπόρου από την Κοζάνη και το ζεύγος εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Έχοντας λάβει την ελληνική υπηκοότητα, προχώρησε στην αγορά ενός οικοπέδου στο κέντρο της πόλης και ξεκίνησε να χτίζει εκεί την ιδιωτική του κατοικία, η οποία θα στέγαζε και το αρχιτεκτονικό του γραφείο.

Το νεοκλασικό κτήριο που αναγέρθηκε στη Μαυρομιχάλη υπήρξε εξ αρχής ιδιαίτερο και αποτύπωνε την αγάπη του Τσίλλερ για τον νεοκλασικισμό, αλλά και το εκπληκτικό ταλέντο του στο να συνδυάζει αρχαιοπρεπή διακοσμητικά στοιχεία με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές τάσεις της εποχής.

Το μέγαρο του Τσίλλερ καθίσταται σύντομα, σημείο αναφοράς της Αθήνας, με την υψηλή κοινωνία να παρελαύνει από τις περίφημες εσπερίδες που διοργάνωνε η σύζυγός του, Σοφία. Αέρας ευρωπαϊκός και μεγαλοαστικός βρέθηκε να φυσάει στην οδό Μαυρομιχάλη, των σημερινών βασανισμένων και κακοπαθημένων Εξαρχείων.

Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα όμως που άρχισαν να συσσωρεύονται στις αρχές του 20ου αιώνα, ανάγκασαν τον Τσίλλερ σε χρεοκωπία και απώλεια του συνόλου σχεδόν της περιουσίας του. Μεταξύ άλλων, αναγκάστηκε να αποχωριστεί το αξιοζήλευτο μέγαρό του που βγήκε το 1912 σε πλειστηριασμό. Βλέπεις και τότες δεν ήταν προστατευμένη η πρώτη κατοικία -έτσι για να το διασκεδάσουμε και λιγάκι.

Ο νέος ιδιοκτήτης, ο Διονύσιος Λοβέρδος, ήταν όμως κι αυτός μία πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση. 

Τραπεζίτης, Κεφαλλονίτης και φανατικός φιλότεχνος, ο Λοβέρδος όχι μόνο απήλαυσε το νέο του απόκτημα, αλλά του προσέθεσε και νέα στοιχεία.

Με πλέον χαρακτηριστικό, τούτο το παρεκκλήσι με τον εντυπωσιακά διακοσμημένο θόλο. 

Που σχεδιάστηκε από τον Αριστοτέλη Ζάχο -έναν αρχιτέκτονα με πολύ προσωπική υπογραφή που συνέβαλε τα μέγιστα στο μπόλιασμα της αρχιτεκτονικής με βυζαντινά και παραδοσιακά στοιχεία, ανοίγοντας το δρόμο για τον ελληνοκεντρικό μοντερνισμό της γενιάς του '30.

Ο Ζάχος ανέλαβε και άλλες προσθήκες όπως το εκπληκτικό "Ελληνικό δωμάτιο" που σκοπό είχε να στεγάσει την ιδιωτική συλλογή του Λοβέρδου.

Ναι, οι εικόνες, τα χειρόγραφα και τα αντικείμενα μικροτεχνίας που εκτίθενται σήμερις στο κτήριο αποτελούν μέρος εκείνης της εξαίσιας συλλογής, που μελετώντας την, αναγνωρίζεις στον Λοβέρδο το μεράκι του παθιασμένου συλλέκτη.

Ακόμα κι αν δεν σκαμπάζεις πολλά από τη βυζαντική και μεταβυζαντινή τέχνη, ακόμα κι αν δεν ξεχωρίζεις την επτανησιακή σχολή ή δεν είσαι σε θέση να αναγνωρίσεις τα νατουραλιστικά της στοιχεία, δεν μπορεί να μείνεις ασυγκίνητος μπροστά σε αυτά τα σπάνιας αισθητικής αξίας εκθέματα. 

Δεν μπορεί να μην θαυμάσεις τις υπέροχες εικόνες, τα ξυλόγλυπτα, τα εκκλησιαστικά κειμήλια.

Ο Λοβέρδος δημιούργησε -εν έτει 1930 παρακαλώ- ένα από τα πρώτα ιδιωτικά μουσεία στην Ελλάδα, το οποίο εγκαινιάστηκε επ'ευκαιρία του Γ' Βυζαντινολογικού Συνεδρίου. 

Σε μία εποχή που παρά τις μεγάλες δυσκολίες, φαίνεται πως τούτη η χώρα δοκίμαζε να βάλει τον πήχη της αψηλά.

Μετά το θάνατο του Λοβέρδου, το 1934, το Μουσείο άρχισε σταδιακά να παρακμάζει. Ήλθε και η Κατοχή και σάρωσε προσπάθειες σαν τη δική του.

Το 1979, σε μία κίνηση μεγάλης γενναιοδωρίας, οι κληρονόμοι του δώρισαν το Μέγαρο στο Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να στεγαστεί σε αυτό η πολύτιμη συλλογή του που περιήλθε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Μία σοβαρή πυρκαϊά -ενόσω το κτήριο φιλοξενούσε το βεστιάριο της γειτονικής Λυρικής Σκηνής- προκάλεσε τεράστιες ζημιές και το άλλοτε ζηλευτό Μέγαρο κατήντησε ένα αχούρι.

Μία εξαιρετικά αγαπητή μου φίλη που επισκέφθηκε το κτήριο πριν ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης, μου περιέγραφε τις αποκαρδιωτικές εικόνες των φθαρμένων τοίχων και των κατεσταμμένων δαπέδων. Έναν αιώνα μετά τις εσπερίδες της Σοφίας Δούλου-Τσίλλερ, το κτήριο είχε βρεθεί να φιλοξενεί πια μονάχα τρωκτικά, χρήστες ουσιών, μπάζα και σκουπίδια.

Σαν περιπλανιέσαι τώρα στις αίθουσες, απορείς πώς είναι δυνατόν ένα τέτοιο στολίδι να αφέθηκε για χρόνια σε τέτοια απαξίωση.

Μα δεν χωρούν σήμερα γκρίνιες ή παράπονα. Διότι είναι μεγάλη η ικανοποίηση. Και είναι σπουδαία η προσπάθεια που έγινε από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού -χάρις βεβαίως και τη χρηματοδότηση από το Γ' ΚΠΣ.

Μεταξύ των πολλών που μου έκαμαν εντύπωση είναι τα αριστουργηματικά τζάκια. 

Αλλά και οι ξυλόγλυπτες σκάλες -που έκαμα ώρα πολύ να τις ανεβοκατέβω, καθώς κοντοστεκόμουν κάθε λίγο και λιγάκι για να παρατηρήσω και να φωτογραφήσω.

Και οι κολώνες είναι υπέροχες. Με τις ευχάριστες, χρωματιστές τους διακοσμήσεις.

Με τα παγώνια που μοστάρονται με περίσσια χάρη.

Αλλά και τα δάπεδα. Που άλλοτε κομψεύονται με γραμμικές διακοσμήσεις.

Και άλλοτε φέρουν υπέροχα μωσαϊκά ή ψηφιδωτές αναπαραστάσεις.

Στις λεπτομέρειες οφείλει ν'αφιερώσει κανείς την προσοχή του. Στα βλέμματα των μορφών και στους μορφασμούς τους.

Στις ζωόμορφες απεικονίσεις. Στα ράμφη, τα γαμψά νύχια, τα φιδίσια κεφάλια.

Στα ζουμπουρλούδικα νήπια που ποζάρουν μακαρίως.

Στα λουλουδάκια, τα φύλλα και τις περικοκλάδες.

Στα υφάσματα με τις μπορντούρες, τα κρόσσια και τις φούντες.

Στις Παναγίες που κοιτάζουν συγχωρητικά.

Που αγκαλιάζουν προστατευτικά και στοργικά.

Στις αριστουργηματικές ξυλόγλυπτες επενδύσεις.

Που παιχνιδίζουν με το φως.

Ή καδράρουνε τα πορτοπαράθυρα.

Αλλά και στα περίτεχνα τέμπλα που καμώθηκαν για ν'αντικρίζουν τους πιστούς.

Ή σε ετούτες τις καρέκλες. Που φέρουν απάνου τους ολάκερο Γιοφύρι των Στεναγμών και σε σεργιανάνε με γόνδολες σε βενετσιάνικα κανάλια.

Άφησα για το τέλος, την πιο αγαπημένη μου ίσως αίθουσα -ναι, πρόλαβα ήδη να την ξεχωρίσω και της έχω αδυναμία. 

Πρόκειται για την αίθουσα της Πομπηΐας.

Έμεινα για κάμποση ώρα εδώ και δεν μπορούσα να τη χορτάσω. 

Διότι είναι πράγματι μοναδική η αίσθηση που σου δημιουργείται. Θαρρείς πως στέκεις στο εσωτερικό κάποιας ρωμαϊκής έπαυλης κάτω από τη σκιά του Βεζούβιου. Ενώ βρίσκεσαι σε ένα στενάκι των Εξαρχείων. Άκου κάτι πράγματα! 

Χορτασμένος από τα όσα θαυμαστά είχε να μοιραστεί μαζί μου τούτο το Μέγαρο, βγήκα για λίγο στην εσωτερική του αυλή. 

Το εκτυφλωτικό φως του αττικού ουρανού αναδεικνύει με ιδανικό τρόπο τα μεγέθη και τα χρώματα του νεοκλασσικισμού.

Έρχεται δε να κολακεύσει ακόμα κι αυτές τις άχαρες πολυκατοικίες. Που ζώνουν το Μέγαρο, υπενθυμίζοντας τις πιο σύγχρονες αμετροέπειές μας. Με τους φωταγωγούς, τους ακάλυπτους, τους ημιυπαίθριους και τα κλιματιστικά.

Μα τι να κάμουμε που έτσι ήρθαν τα πράγματα; Μένει κάθε φορά πικρή η διαπίστωση πως θα μπορούσαν και να'χαν έλθει κι αλλιώς. Πως θα μπορούσε αυτή η πόλη κι αυτή η χώρα να ήσαν διαφορετικές. Την επιχείρησαν την υπέρβαση, ας την επιτύγχαναν κιόλας. Ξεύρω, δεν είναι εύκολο. Θαύματα ζητάω και θαύματα δεν γίνονται. 

Ας είναι. Εγώ μια φορά, τη φχαριστήθηκα τούτη την επίσκεψη, όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Την είχα ανάγκη, νομίζω. Και ήδη δηλαδής προγραμματίζω να την επαναλάβω συντόμως. Ελπίζω ειλικρινά το Μέγαρο να ευτυχήσει στο νέο του ξεκίνημα. Να αναδειχθεί σε πόλο έλξης επισκεπτών και να του αποδοθεί η σημασία που του πρέπει ως πολύτιμου κομματιού της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς μας. Με τούτα και με κείνα, δεν ξεύρω αν το συνειδητοποίησες: η Αθήνα μόλις απέκτησε ένα νέο, εξαιρετικό μουσείο.