Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταϊλάνδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταϊλάνδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Flyover

Είσαι πεζός και επιθυμείς να περάσεις μία λεωφόρο με έντονη κίνηση αυτοκινήτων. Αν είσαι στην Κοπεγχάγη, εντοπίζεις εύκολα μία διάβαση πεζών και περνάς αμέριμνος γνωρίζοντας ότι όλοι οι οδηγοί θα σταματήσουν, δίνοντάς σου προτεραιότητα. Αν είσαι στην Αθήνα, θα αναζητήσεις κάποιο φανάρι και θα περιμένεις υπομονετικά να ανάψει το πράσινο για να περάσεις -αν και καλού-κακού θα ελέγξεις δεξιά κι αριστερά διότι ο φόβος φυλάει τα έρμα. Αν είσαι στο Κάιρο και με δεδομένο ότι φανάρια δεν έχουμε, θα αρχίσεις να τρέχεις πανικόβλητος ανάμεσα στα διερχόμενα αμάξια και καλή σου τύχη, να ζήσουμε να σε θυμόμαστε. Αν πάλι, βρίσκεσαι στην Μπανγκόκ, δεν έχεις παρά να ανέβεις τη σκάλα. Της πεζογέφυρας. Όχι που θα κάτσεις να χασομεράς περιμένοντας το φανάρι ή θα ρισκάρεις να γίνεις χαλκομανία από Αιγύπτιο φορτηγατζή.

Ναι, στην Μπανγκόκ υπάρχει η λύση της πεζογέφυρας. Και για να είμαι πιο ακριβής, δεν σου μιλώ για την απλή, μεμονωμένη πεζογέφυρα σαν αυτές που ίσως φαντάζεσαι να ενώνουν τις δύο πλευρές ενός δρόμου, αλλά για ένα σύμπαν από πεζογέφυρες που συχνά ενώνονται μεταξύ τους, κάμουν γωνίες, στρίβουν, σχηματίζουν κόμπους, περνάνε μέσα από κτήρια, διακλαδώνονται σε σταυροδρόμια και γενικώς σχηματίζουν ένα δίκτυο πολλών χιλιομέτρων -ανάλογο με εκείνο που μπορείς να βρεις στο Χονγκ Κονγκ, το Τόκιο και τη Σιγκαπούρη. 

Η Μπανγκόκ απόκτησε τις πρώτες της μεγάλες πεζογέφυρες τη δεκαετία του 1970, όταν οι μεγάλες λεωφόροι της –όπως η Sukhumvit και η Phahonyothin–  μετατράπηκαν σε κόλαση τροχοφόρων. Οι διαβάσεις δεν επαρκούσαν, οι πεζοί ξεροστάλιαζαν στα πεζοδρόμια κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού ή μούσκευαν από τις ανελέητες τροπικές μπόρες, οπότε οι ιθύνοντες στράφηκαν προς τα πάνω για να εκτονώσουν την κατάσταση.

Σύντομα, οι υπερυψωμένες αυτές διαδρομές έγιναν ο σκελετός πάνω στον οποίο αναπτύχθηκε ένα νέο επίπεδο της πόλης. Οι πεζογέφυρες συνδέθηκαν απευθείας με τους σταθμούς του SkyTrain (του εναέριου τρένου), επεκτάθηκαν προς ουρανοξύστες, άρχισαν να ενώνουν κτήρια και εμπορικά κέντρα (στα οποία μπορείς να εισέλθεις από πόρτες που βρίσκονται στο ύψος της πεζογέφυρας) και σήμερα είσαι σε θέση να διασχίσεις μεγάλες αποστάσεις χωρίς να κατέβεις σχεδόν ποτέ στο επίπεδο της ασφάλτου. Αν πάσχεις από σύνδρομο ανωτερότητας και θες να μας βλέπεις αφ’υψηλού, είναι η ιδανική πόλη για σένα.

Η Μπανγκόκ αντιλήφθηκε νωρίς ότι η αποτελεσματική διαχείριση της ροής των ανθρώπων είναι εξίσου σημαντική με τη διαχείριση της κίνησης των αυτοκινήτων. Σου εξοικονομεί χρόνους, σου κάμει τη ζωή πιο εύκολη (και ασφαλή), ενώ προσφέρει τη δυνατότητα ανάπτυξης μίας νέας ανθρωπογεωγραφίας άνωθεν του δρόμου. 

Σε μία γέφυρα κοντά στο Siam, ένας ηλικιωμένος παίζει παραδοσιακό ταϊλανδέζικο έγχορδο. Λίγο παραπέρα, μια κοπέλα πουλά μικρά γιασεμιά περασμένα σε γιρλάντες για τα ταμπλό των αυτοκινήτων και τα οικογενειακά εικονοστάσια. Μία παρέα μαθητών με σχολικές στολές γελάει δυνατά καθώς κοιτάζει κάτι στο κινητό -ένας εξ αυτών ρουφάει με ευχαρίστηση το bubble tea του. Άνθρωποι περιπατούν παρακολουθώντας σήριαλς στο κινητό τους, τόσο απορροφημένοι που μοιάζουν να κινούνται στον αυτόματο πιλότο. Ανάμεσά τους ξεγλιστρούν βιαστικοί υπάλληλοι, διανομείς και νεαροί με πατίνια.

Άσε που μπορείς να κάμεις και ωραιότατα ψώνια πάνω στους πεζοδρόμους. Κάμποσοι είναι οι πλανόδιοι που πουλάνε θήκες κινητών, ακουστικά, κομμένα φρούτα μέσα σε σακουλάκια, παγωμένο νερό, γάλα καρύδας, ομπρέλες για την ξαφνική βροχή, σωβρακοφανέλες από μπαμπού, πλαστικά παιχνίδια. Αν σε πιάσει η λιγούρα, θα βρεις και κάμποσα καλούδια για να μασουλήσεις: ψητό κοτόπουλο, τηγανητές μπανάνες, γαρίδες και dumplings.

Οι πεζογέφυρες είναι ίσως τα καλύτερα παρατηρητήρια της Μπανγκόκ. Από εκεί επάνω εποπτεύεις πράγματα που στο επίπεδο του δρόμου δεν είναι εύκολο να παρατηρήσεις. Παρακολουθείς διαδρομές ανθρώπων και τροχοφόρων σε μεγαλύτερη διάρκεια και έκταση, εντάσσεις μονάδες σε ευρύτερες χορογραφίες, αντιλαμβάνεσαι τα κτήρια στα πιο πραγματικά μεγέθη τους. Βλέπεις μικρούς χώρους λατρείας στριμωγμένους μεταξύ ουρανοξυστών, υπαίθριους πάγκους με φωνακλάδες εμπόρους, πλανόδιους αστρολόγους και ρακοσυλλέκτες, κουβαριασμένες ηλεκτρικές καλωδιώσεις που θα οδηγούσαν έναν Ευρωπαίο μηχανικό σε βαριά ψυχοφάρμακα.

Μπορεί η Μπανγκόκ να διαθέτει ένα από τα πιο χαοτικά δίκτυα κυκλοφορίας που έχω δει, περιέργως όμως οι άνθρωποι σπάνια εκδηλώνουν εκνευρισμό. Οι κόρνες ακούγονται πολύ λιγότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς, οι τυχόν καθυστερήσεις και τα μποτιλιαρίσματα αντιμετωπίζονται με στωικότητα. Εδώ που τα λέμε, μήπως είναι και για σένα ο βουδισμός η λύση για να αντιμετωπίσεις και το δικό σου θεματάκι με την κίνηση στον Κηφισό; Διότι καημένε όσο και να χτυπιέσαι πάνω στο τιμόνι, να ανοίξει η θάλασσα των τροχοφόρων μπροστά σου για να περάσεις, δεν γίνεται. Εκτός κι αν είσαι κανένας Μωυσής και μας το κρύβεις. 

Η Μπανγκόκ είναι μία πόλη διαρκούς κίνησης. Μποτιλιαρισμένοι αυτοκινητόδρομοι, φουσκωμένα κανάλια, επιβαρυμένες γειτονιές που στενάζουν από τον κόσμο. Αλλά και ουρανοξύστες, ναοί, τρένα, tuk-tuk και ποδήλατα. Ένα ασυμμάζευτο χάος που γιομίζει τις αισθήσεις σου με συνεχή ερεθίσματα και σε ρουφάει μέσα στην εκκωφαντική του ένταση. 

Αυτή η ανάβαση λοιπόν στις πεζογέφυρες λειτουργεί εντέλει και ως τρόπος διαφυγής. Μία συλλογική απόδραση σε μία δεύτερη διάσταση. Που αλλάζει τις γεωμετρίες και αναδιατάσσει τις προοπτικές. 

Και που μετατρέπει τον κουστουμαρισμένο εργαζόμενο, τη μαμά με το μωρό, τον μοναχό με το πορτοκαλί ένδυμα, τον αλαφιασμένο φοιτητή, τον μεροκαματιάρη μικροέμπορο, εσένα και εμένα σε συνταξιδιώτες στις ίδιες διαδρομές. 

Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

Μέσα κι έξω απ'το κλουβί


Ήταν σπουδαίος ο Βασιλιάς Τσουλαλονγκόρν. Ως πέμπτος μονάρχης του Σιάμ, εκεί στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, κατάφερε με παράτολμες διπλωματικές ακροβασίες και πολιτική δεινότητα, να αποφύγει την υπαγωγή της χώρας του υπό τον ζυγό αποικιοκρατικών δυνάμεων. Κι έτσι το Σιάμ αποτελεί μία λαμπρή εξαίρεση στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ασίας, καθώς ουδέποτε υποτάχθηκε σε ξένους δυνάστες. 


Αλλά αυτό είναι μία μεγάλη συζήτηση για κάποια άλλη φορά. Σήμερα ο περίπατος δεν έχει ιστορικό περιεχόμενο, αλλά ζωολογικό! Βλέπεις, ο Βασιλιάς Τσουλαλονγκόρν αποφάσισε κάποια στιγμή να σιάξει έναν κήπο με άγρια ζώα, δίπλα στο παλάτι του στη Μπανγκόκ. Όταν πέθανε, ο κήπος έγινε δημόσιος και σύντομα αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα στην πρωτεύουσα της σημερινής Ταϊλάνδης.


Θέλεις η οργιαστική, τροπική βλάστηση, θέλεις οι περίεργοι ήχοι που ακούονται μέσα από τις φυλλωσιές, νιώθεις πως εισέρχεσαι σε μία πραγματική ζούγκλα. Και συναντήσεις σαν αυτή, με μία ευμεγέθη σαύρα που πετάχθηκε δίπλα μου ενόσω περπάταγα αμέριμνος λίγα μέτρα από την είσοδο, απαιτούν μία κάποια ψυχραιμία. 


Όσο μεγαλώνω, οι ηθικές μου ενστάσεις κατά των ζωολογικών κήπων γίνονται πιο ισχυρές. Οφείλω όμως να παραδεχτώ πως κάποιοι -όπως ο συγκεκριμένος- είναι αρκετά καλοφτιαγμένοι και προσπαθούν πράγματι να προσομοιάσουν (κατά το δυνατό) τις συνθήκες διαβίωσης της άγριας ζωής. Ξύλινα μονοπάτια, σχετικά μεγάλοι χώροι για τα ζώα, θεόρατα δέντρα και εναέριοι διάδρομοι ώστε να βλέπεις από ψηλά, αλλά να μην ενοχλείς πολύ. Βεβαίως ποτέ δεν μπορεί να υποκατασταθεί ο φυσικός βιότοπος.


Ετούτος ο ζωολογικός κήπος πάντως διαθέτει και άφθονο υγρό στοιχείο με λίμνες που συνδέονται με κανάλια.


Σε μίαν άκρη, στέκονται μερικές δεκάδες φλαμίνκο, σχηματίζοντας ένα χορευτικό ανσάμπλ. 


Λίγο πιο πέρα, κολυμπούν οι ιπποπόταμοι. 


Κάθε φορά που παρατηρώ από κοντά αυτά τα ζώα, μου κάμει εντύπωση η κοψιά τους. Τα μεγάλα τους ρουθούνια, τα κοφτερά τους δόντια, τα αγελαδινά αυτάκια τους, το παραφουσκωμένο τους σώμα. Σαν μία ακατέργαστη μίξη διαφόρων άλλων ζώων, μοιάζουν. Σαν να επιχείρησες ένα κολάζ, που δεν σου πολυπέτυχε. Η ευτυχία με την οποία πάντως πλατσουρίζουν στα νερά, είναι χαριτωμένη. Μοιάζουν σαν ηλικιωμένοι και σοβαροί κύριοι και κυρίες που κάμουν πατητές και μακροβούτια. Που καθόλου δεν τους το'χες!


Τι κοιτάζουν οι μπόμπιρες με τέτοιο ενδιαφέρον;


Τις τίγρεις! Είχα κάποτε διαβάσει ότι οι μεγάλες γάτες είναι ο κατ'εξοχήν φυσικός μας εχθρός. Που σημαίνει ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος συνιστούσε υπέροχη λιχουδιά για τις τίγρεις ή τα λιοντάρια. Το ότι δεν αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας πια ως μέρος της τροφικής αλυσίδας άλλων ζώων, είναι σίγουρα μία κατάκτηση. Αν και κάποιοι εξ ημών τουλάχιστον, φαντάζομαι θα ήμασταν πολύ δύσπεπτοι.


Να και μερικοί ελέφαντες που βολοδέρνουν, κουνώντας τις προβοσκίδες τους. Οι ελέφαντες χρησιμοποιούνται εδώ και αιώνες στην Ταϊλάνδη, για μεταφορές και διάφορες αγροτικές εργασίες. Επομένως, δεν είναι ασύνηθες το θέαμα ελαφάντων στους δρόμους -κυρίως σε επαρχιακές περιοχές.


Κάμποσα ζώα που για εμάς είναι πράγματι εξωτικά, εδώ είναι αρκετά συνηθισμένα. Δύσκολα θα ξεχάσω εκείνο το τρυφερό τετ α τετ με μία δίμετρη σαύρα σε κάποια (παράτολμη ομολογώ) βόλτα μου στη ζούγκλα, η οποία στάθηκε αρκετή για να μου κόψει τη χολή και να μείνω αποσβολωμένος να κοιτάζω τη διχαλωτή της γλωσσίτσα να μπαινοβγαίνει στο φολιδωτό στοματάκι της. Βεβαίως, καναδυό Ταϊλανδοί που περπάταγαν στο ίδιο μονοπάτι, προσπέρασαν μάλλον αδιάφορα τη σαύρα και κοίταζαν με μεγαλύτερη έκπληξη, εμένα. 


Αλλά και με τα φίδια, έχουν μάθει να συμβιώνουν οι κάτοικοι. Σε έναν βαθμό, τουλάχιστον. Στη χώρα διαβιούν μερικές εκατοντάδες είδη φιδιών, ανάμεσα στα οποία και κάμποσα επικίνδυνα για τον άνθρωπο όπως η κόμπρα λόγω του δηλητηρίου της ή ο πύθωνας λόγω του μεγέθους του. Αυτός ο τελευταίος μπορεί να ξεπεράσει τα έξι μέτρα, δηλαδή σχεδόν διώροφος αν τον απλώσεις εις ύψος. Δεδομένου μάλιστα ότι η Μπανγκόκ είναι χτισμένη στις εκβολές του ποταμού Τσάου Πράγια, αποτελεί στην πραγματικότητα έναν καταπατημένο βιότοπο που υπό άλλες συνθήκες θα συγκέντρωνε πολλά ερπετά. Επειδή τα φίδια δεν καταλαβαίνουν από αστικοποίηση, δεν είναι λίγες οι κλήσεις που λαμβάνει η πυροσβεστική για να απομακρύνει ακόμα και σήμερα, κανέναν πύθωνα που βρέθηκε στην αποθήκη του κυρίου Σουνάν ή καμιά φοβιστική νεροφίδα που ανέβηκε στη βάρκα της κυρίας Ντουαγκαμόν.


Κατόπιν όλων αυτών, πράγματι εκείνη η βόλτα μου στη ζούγκλα δεν ήταν και πολύ καλή ιδέα.


Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει συχνά η χώρα, είναι ο υπερπληθυσμός μαϊμούδων. Εξού και συχνά οργανώνονται προγράμματα στείρωσής τους, ώστε να ελεγχθεί κάπως ο αριθμός τους. 


Πριν μερικούς μήνες και λόγω της πανδημίας που περιόρισε τις αθρόες αφίξεις τουριστών, στο ΛοπΜπουρί είχαμε βίαιες μάχες ανάμεσα σε αγέλες από μαϊμούδες στους δρόμους. Χωρίς τους τουρίστες να τις ταϊζουν, οι πεινασμένες μαϊμούδες άρχισαν να χτυπιούνται με μανία για να εξασφαλίσουν λίγη τροφή, με τους έντρομους κατοίκους να τρέχουν να κλειδαμπαρωθούν στα σπίτια τους. Κι αν αυτό σου ακούγεται σαν σκηνή από τον Πλανήτη των Πιθήκων, ένα άλλο συμβάν από τη (σχετικά) γειτονική Ινδία, μπορεί να σε θορυβήσει ακόμα περισσότερο: μία ομάδα μαϊμούδων εισέβαλε σε νοσοκομείο της Ινδίας και έκλεψε φιαλίδια αίματος ασθενών με κορονοϊό. Μία εξ αυτών, κατάπιε και ένα γάντι. Τα ύστερα του κόσμου!


Εντάξει, δεν σε έφερα εδώ για να σου μιλήσω μόνο για σκιαχτικά σενάρια και θανατηφόρες κόμπρες. Υπάρχουν τελοσπάντων και οι καμηλοπαρδάλεις. 


Οι οποίες παραμένουν από τα πιο εντυπωσιακά ζώα. Αψηλές, φιλήσυχες και πολύ ζουστόζικες. Κάθονται κάτω από τα σκίαστρα που έχουν τοποθετηθεί στο χώρο τους.


'Η πλησιάζουν στην εναέρια γέφυρα που βρίσκομαι για να μασουλήσουν κανένα κλαδάκι. Ομολογώ πως δεν έχω ξαναβρεθεί σε τόσο κοντινό τετ α τετ με καμηλοπάρδαλη. Τελευταία στιγμή γλίτωσα το καπελάκι μου από το λαίμαργο στοματάκι της.

Ναι, δεν μου πολυαρέσουν πια οι ζωολογικοί κήποι, αν και έχω επισκεφθεί αρκετούς ανά τον κόσμο. Είναι ίσως που μεγαλώνω. Είναι σίγουρα που εξελίσσεται και αλλάζει ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε γενικά το φυσικό κόσμο. Μαζί αλλάζει και η ηθική μας. Αυτός ο κήπος που δημιουργήθηκε πριν εκατό περίπου χρόνια από τον Βασιλιά Τσουλαλονγκόρν αποφασίστηκε πως δεν θα φιλοξενεί πλέον ζώα, καθώς αυτά μεταφέρονται σε άλλον ζωολογικό κήπο εκτός του κέντρου της πόλης. Στην αρχή, καταλάβαμε τους βιότοπούς τους και τους κάμαμε πόλεις, στη συνέχεια τα τοποθετήσαμε ως εκθέματα στους κήπους μας και τώρα, τα εξορίζουμε εντελώς από το αστικό μας περιβάλλον. Μπορείς τελοσπάντων να τα ιδείς ψηφιακά ή και τρισδιάστατα στο χώρο σου -γιατί να υποστείς τη δυσάρεστη οσμή τους; 


H περίοδος της πανδημίας, μας ενέταξε πιο ολοκληρωτικά στους τεχνολογικούς μας βιοτόπους. Με τις σπουδαίες δυνατότητες που μας δίνουν, αλλά και με την απομάκρυνση ίσως ακόμα περισσότερο από την οικολογική εμπειρία. Ασφαλείς, αλλά περιορισμένοι στα σπίτια μας, δεν κινδυνεύουμε μήτε από πύθωνες, μήτε από μαϊμούδες. Κοιτάζοντας όμως έξω από το παράθυρο, δεν μπορώ παρά να αναλογιστώ. Και να αναθεωρήσω: ήταν σπουδαία εντέλει εκείνη η βόλτα στη ζούγκλα. Και τελοσπάντων, η σαύρα δεν ήταν και τόσο τρομακτική.