Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Καμικάζι αγάπη μου

Πριν μερικές ημέρες, επιστρέφοντας από το σουπερμάρκετ και φορτωμένος με τις σακούλες από τα ψώνια, παρατήρησα στην είσοδο της πολυκατοικίας έναν λευκό φάκελο που έμοιαζε με λογαριασμό. Επάνω του είχε γραμμένο το όνομά μου με λατινικούς χαρακτήρες. Με ξένισε λίγο, διότι τα τελευταία χρόνια λαμβάνω σπανίως κάποιον φάκελο -καθώς άπαντες οι λογαριασμοί μου έρχονται διαδικτυακά και βεβαίως, έχουν παρέλθει προ πολλού οι εποχές που αντάλλασσα γράμματα ή ευχετήριες κάρτες ταχυδρομικώς. 

Αφού έβαλα τα γιαούρτια στο ψυγείο και τα απορρυπαντικά στο ντουλάπι, πήρα στα χέρια μου τον φάκελο και άρχισα να τον περιεργάζομαι. Το μόνο που έγραφε ήταν "Gemeinde Kiedrich, Deutschland" και παραδίπλα είχε έναν θηραιό με έναν πύργο, κάτι ρόδακες και έναν σταυρό. Ως φαίνεται, αποστολέας ήταν κάποιος από τη Γερμανία. Μήπως με θυμήθηκε ένας άγνωστος συγγενής μου και κληρονόμησα τον πύργο του στον Μέλανα Δρυμό; Μήπως μου έστειλε ευχαριστήρια επιστολή η Nina Hagen που την έχω βάλει σε ένα playlist που ακούω στο αυτοκίνητο; Ως και στη Βίκυ Λέανδρος πήγε το μυαλό μου, για να καταλάβεις πόσο καθόλου δεν διατηρώ σχέσεις και αλληλογραφίες με τη Γερμανία. Η περιέργειά μου άρχισε να φουντώνει.

Ανοίγω τον φάκελο και περιείχε δύο χαρτιά. Άρχισα να διαβάζω το πρώτο εξ αυτών (στα γερμανικά), το οποίο αφού αράδιαζε μία σειρά από νόμους και διατάξεις, κατέληγε στο ότι μου είχε επιβληθεί πρόστιμο τριάντα ευρώ. Κούνησα το κεφάλι μου με πραγματική απορία και δοκίμασα να το ξαναδιαβάσω, μήπως τυχόν δεν είχα καταλάβει κάτι σωστά. Δεν γίνεται, αποκλείεται! Τα έχουμε βρει με τη Γερμανία για τα χρωστούμενα, έχομεν κάμνει τους διακανονισμούς μας με τρία συναπτά Μνημόνια, έχομεν φάει τις περικοπές μισθών μας, με ποια αφορμή έρχεται τώρα και με εγκαλεί. 

Ανασκουμπώθηκα και διάβασα πιο προσεκτικά: επρόκειτο για μία κλήση για υπερβολική ταχύτητα που απ' ό,τι φαίνεται, μου επιβλήθηκε τον περασμένο Οκτώβρη σε ένα χωριό δίπλα στο Ρήνο και το οποίο μου είχε αποσταλεί με καθυστέρηση εννιαμήνου. Άνοιξα το Google Maps να εντοπίσω το χωριό, άνοιξα και το ημερολόγιό μου να δω που διάολο βρισκόμουν στη συγκεκριμένη ημερομηνία και ποιο άλλοθι μπορούσα να επικαλεστώ, αλλά δυστυχώς οι αποδείξεις ήταν καταπέλτης εναντίον μου: πέρασα όντως από το συγκεκριμένο χωριό στα τέλη Οκτώβρη. Δηλώνω ένοχος, κύριοι ένορκοι. Καταδικάστε με, στείλτε με στην αγχώνη, τ'ομολογώ το έγκλημά μου: προφανώς ήμουν εγώ ο καμικάζι!

Ταπεινωμένος συνέχισα να διαβάζω τις λεπτομέρειες της παράβασής μου. Και συνειδητοποιώ με έκπληξη ότι πήγαινα (έστω "έτρεχα") με 58 χιλιόμετρα την ώρα σε ένα σημείο όπου το όριο ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα. Καταλαβαίνεις ότι μου γύρισε το μάτι ανάποδα, μπήκε ο διάολος μέσα μου, πέρασα το Gemeinde Kiedrich και τους κατοίκους του γενεές δεκατέσσερις, ευχήθηκα να πλημμυρίσει ο Ρήνος και να τους μαζεύουμε με τις βάρκες από τις στέγες τους. Θυμήθηκα τις πολεμικές αποζημιώσεις, το κατοχικό δάνειο, τα σκάνδαλα της Siemens, τους γκαστερμπάιντερ, το "Μια βραδιά στο Λεβερκούζεν". Ως και τη Nina Hagen έβγαλα από το playlist. Που να μην τη θυμάται ούτε η μάνα της, την ατάλαντη γερμαναρού!

Το κείμενο κατέληγε στο ότι πρέπει να πληρώσω τα τριάντα ευρώ μέσα σε μία εβδομάδα (μου είχε και το IBAN, τα τραπεζικά έξοδα δικά μου), ενώ το δεύτερο έντυπο ήταν μία δήλωση αμφισβήτησης που θα μπορούσα να τους αποστείλω -αλλά στην οποία υπήρχε η προειδοποίηση ότι αν τυχόν τη συμπλήρωνα και την έστελνα, ενείχα τον κίνδυνο να προσαχθώ σε δίκη. Δεν πίστευα στα μάτια μου: για υπέρβαση οκτώ χιλιομέτρων σε σχέση με το όριο. 

Που δηλαδή μπορεί να γκάζωσα βρε αδελφέ στα 58 χιλιόμετρα για να αποφύγω ένα κουνάβι. Ή που μπορεί να μου ξέφυγε εκείνη τη στιγμή το πεντάλ και να πάτησα την αμέσως επόμενη στιγμή το φρένο για να επανέλθω. Οδηγώ από τα 18 μου, έχω εμπειρία δρόμου από καμιά 30αριά χώρες, έχω οδηγήσει δίπλα σε παγετώνες στην Ισλανδία, σε απόκρημνες διαδρομές στις Εβρίδες, σε ερήμους στην αραβική χερσόνησο, με δεξιοτίμονο στην Αγγλία, την Ιρλανδία, την Κύπρο και τη Μάλτα, έχω βρεθεί οδηγώντας σε μποτιλιάρισμα ωρών στην Ναζαρέτ (δεν θες να ξέρεις), σε δρόμο καρμανιόλα στο Ποζιτάνο υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες και πίσσα σκοτάδι, σε παζάρι στην Καισάρεια ανάμεσα σε ένα κάρο που το έσερνε γάιδαρος και σε ένα τρακτέρ φορτωμένο με κότες. Και είμαι πάντα πάρα πολύ προσεκτικός. Και κυρίως, πάρα πολύ συνεπής. Όσο πιο συνεπής γίνεται στους κανόνες, στις πινακίδες, στον κώδικα κυκλοφορίας.

Ναι, με έπιασε το παράπονο. Σκέφτηκα ότι η παράβαση αυτή στην Ελλάδα μοιάζει με ανέκδοτο. Στους δικούς μας δρόμους, το να παραβεί κάποιος το όριο ταχύτητας κατά 20, 30 ή 40 χιλιόμετρα την ώρα, το να περάσουν δυοτρία αμάξια ενώ ανάβει το κόκκινο, το να αφήσεις το αυτοκίνητο ή τη μηχανή παρκαρισμένα πάνω στο πεζοδρόμιο ή σε διπλή σειρά φράττοντας άλλους, το να στρίψεις παράνομα σε μονόδρομο διότι σε βολεύει, το να καβαλήσεις πεζόδρομο, το να αγνοήσεις κάποιο στοπ σε μη πολυσύχναστο σταυροδρόμι αποτελούν εθιμικούς κανόνες και έχεις μάθει να ζεις με τερατώδεις οδηγικές συμπεριφορές. Δεν διανοείσαι καν να σταματήσεις σε διάβαση για να περάσει πεζός ενώ έρχεται άλλο αμάξι πίσω σου, διότι κινδυνεύεις να πέσει πάνω σου ο από-πίσω και να σε συντρίψει. Κι αν δεν είναι όλα αυτά ενδεικτικά ενός τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς, αν δεν είναι απολύτως ταιριαστά με την έκπτωση αξιών για την οποία συζητούμε ξανά και ξανά, τότε τι είναι;

Κοίταξα και πάλι την κλήση που μου είχε επιδοθεί. Άνοιξα τον υπολογιστή μου και προχώρησα στην πληρωμή του ποσού. Και τώρα, τριαντατόσο ευρώ φτωχότερος και πλήρως μεταμελημένος για την παραβατική μου συμπεριφορά, σκέφτηκα πως αλήθεια θα ήταν πολύ, πολύ καλύτερη η ζωή μας αν επιδίδονταν πρόστιμα και εδώ για υπέρβαση οκτώ χιλιομέτρων. Πως οι κανόνες είναι για να τηρούνται. Πως οι οργανωμένες κοινωνίες απαρτίζονται από υπεύθυνους πολίτες. Οι οποίοι πρέπει να εγκαλούνται ακόμα και για τα μικρά. Αλλά σίγουρα για τα μεγάλα. Γιατί η καθημερινή κοινωνική μας εμπειρία είναι μία συνεχής άσκηση: σεβασμού και εμπιστοσύνης. Μόνο έτσι μπορεί να ελπίζει κανείς στη βελτίωση και στην πρόοδο. 

Ο Έλληνας μέσα μου σιχτίρισε για αυτό το αυστηρό πρόστιμο. Εγώ όμως χαμογέλασα και αποδέχτηκα πλήρως το δίκαιον της επιβολής του. Που μου επιβεβαίωσε πως αν πράγματι αξιώνεις μία οργανωμένη και ευνομούμενη κοινωνία, πρέπει να την τιμάς. Καθημερινά και ακατάπαυστα. Ακόμα και αν πολλοί άλλοι τριγύρω σου δεν το κάμουν.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Τ'αλατιού

Στη βόρεια άκρη του Γκότζο, του δεύτερου μεγαλύτερου νησιού της Μάλτας, απλώνεται ένα από τα πιο παράξενα τοπία που μπορείς να συναντήσεις στη Μεσόγειο. 

Πρόκειται για χαμηλές βραχώδεις πλατφόρμες από κοραλλιογενή ασβεστόλιθο, γεννημένες πριν από περίπου τριάντα εκατομμύρια χρόνια στον πυθμένα (κάποτες) μιας αρχαίας θάλασσας, που όμως δεν έχουν λαξευτεί μονάχα από τα κύματα και τον άνεμο, αλλά και από ανθρώπινα χέρια.

Ναι, είναι αλυκές. Κάποιες από αυτές πιστεύεται ότι ανάγονται στη ρωμαϊκή εποχή, ίσως ακόμη και παλαιότερα, αν και οι περισσότερες έχουν πάρει τη σημερινή τους μορφή μέσα στους τελευταίους τρεις-τέσσερις αιώνες. 

Η διαδικασία συλλογής του αλατιού είναι κι εδώ απλή: η θάλασσα γεμίζει τις λαξευμένες δεξαμενές, ο δυνατός μεσογειακός ήλιος και ο άνεμος εξατμίζουν το νερό και εκείνο που απομένει είναι το αλάτι. 

Το οποίο μπορεί σήμερα να κοστίζει ελάχιστα και να τ’ αποφεύγεις γιατί το’χεις συνδέσει με αυξημένη αρτηριακή πίεση και στο’χει περιορίσει ο γιατρός σου, αλλά τους προηγούμενους αιώνες αποτελούσε ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά, καθώς χρησίμευε ως βασικό μέσο συντήρησης τροφίμων πριν την εφεύρεση της ψύξης. 

Χάρη στο αλάτι μπορούσαν να διατηρηθούν τρόφιμα όπως το κρέας, τα ψάρια, τα τυριά και τα λαχανικά για μήνες, γεγονός που επέτρεψε στους ανθρώπους να ταξιδεύουν, να τροφοδοτούν στρατούς, να επιβιώνουν τον χειμώνα και να αναπτύσσουν εμπορικά δίκτυα μεγάλων αποστάσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι για την εκμετάλλευση του αλατιού, δημιουργήθηκαν εμπορικοί δρόμοι, επιβλήθηκαν φόροι, ξέσπασαν συγκρούσεις και χτίστηκαν περιουσίες. 

Για τη μεταφορά του πολύτιμου αυτού αγαθού, οι Ρωμαίοι -που ήταν μανούλες σε κάτι τέτοια- είχαν σιάξει τη διάσημη Via Salaria, τον «Δρόμο του Αλατιού», ενώ από το λατινικό salarium –το επίδομα που συνδεόταν με την προμήθεια αλατιού– προέρχεται η αγγλική λέξη salary.  

Εδώ στο Γκότζο, οι τετράγωνες και ορθογώνιες δεξαμενές απλώνονται μέχρις εκεί που σκάει το κύμα, σχηματίζοντας ένα τεράστιο γεωμετρικό μωσαϊκό. Άλλες είναι γεμάτες με νερό που αντανακλά τον ουρανό σαν καθρέφτης, άλλες έχουν στεγνώσει αφήνοντας πίσω τους μια λεπτή λευκή κρούστα αλατιού. 

Ξωπίσω τους ασβεστολιθικοί λόφοι με καφετιά και γκρίζα χρώματα συμπληρώνουν ένα τοπίο σχεδόν εξωγήινο που μοιάζει να ξεπήδησε από το Star Wars ή το Dune -καλού κακού κράτα αναμμένη τη μηχανή στο διαστημόπλοιο, μήπως πεταχτεί κάνα γιγάντιο σκουλήκι και απογειωθούμε να γλιτώσουμε.

Εγώ λοιπόν που γενικώς δεν το προτιμώ ιδιαιτέρως το αλάτι (ενίοτε ξεχνάω ολωσδιόλου να το βάλω στο φαΐ μου), τις αλυκές πολύ τις εκτιμώ. 

Ίσως γιατί μου αρέσει αυτός ο αργός, σχεδόν τελετουργικός κύκλος τους: το γέμισμα, η εξάτμιση, η συλλογή, κι έπειτα φτου κι από την αρχή. Ίσως γιατί, σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν αναλώσιμα και τυποποιημένα, το αλάτι εξακολουθεί να παράγεται με τον ίδιο τρόπο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Με τον ίδιο ήλιο. Με την ίδια θάλασσα. Και με την ίδια υπομονή. 

Σε μια ζωή που εξαντλείται, ανεξάντλητο θαρρείς πως είναι τουλάχιστον αυτό.