Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025
Πενήντα αντιδημοφιλείς μου συνήθειες/απόψεις
Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025
Γεια σου καΐκι μου Άη-Νικόλα
Αν θέλουμε να είμαστε αυστηροί, ο Άγιος Νικόλαος Λασιθίου δεν διαθέτει σπουδαία αξιοθέατα, μήτε ιδιαιτέρως όμορφα κτήρια. Ένας μικρός οικισμός είναι -μην βλέπεις που μεγαλοπιάνεται τα καλοκαίρια λόγω της γειτνίασής του με τα πολυτελή resorts της Ελούντας, τα ακριβά γιοτς που προσεγγίζουν τις ακτές του και τους κάμποσους τουρίστες που απολαμβάνουν τις θαυμάσιες παραλίες και το φρέσκο ψαράκι τους στις ταβέρνες.
Κεντρικό σημείο αναφοράς του είναι η μικρή λιμνοθάλασσα Βουλισμένη, στα νερά της οποίας υποτίθεται ότι λούζονταν η Αθηνά και η Άρτεμη και στον πυθμένα της οποίας θα βρεις πολεμικό υλικό που καταβύθισαν οι Γερμανοί λίγο πριν εγκαταλείψουν την Κρήτη στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, αποτελεί καταφύγιο για τις μικρές βάρκες που δεμένες στους κάβους, κουνιούνται γουργουρίζοντας στα ήσυχα νερά.
Είναι πιο κουβαρντάς ο χρόνος σε τέτοια μικρά μέρη, κυλάει αλλιώτικα -την απολαμβάνεις την αίσθησή τους, την εκτιμάς την ηρεμία τους. Υπάρχει όμως κι ένα στοιχείο που έκαμε ανέκαθεν τον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου λιγάκι πιο οικείο σε εμένα, λιγάκι πιο δικό μου: το γεγονός ότι είμαστε συνονόματοι.
Ίσως να το βρίσκεις κάπως αφελές. Ίσως να πρόκειται για μια δική μου ιδιορρυθμία που δεν συμμερίζονται άλλοι άνθρωποι -δεν ξέρω ας πούμε αν αισθάνεται παρόμοια οικειότητα ο Λεωνίδας στο Λεωνίδιο, η Ιωάννα στα Γιάννενα, η Κατερίνα στην Κατερίνη, ο Αλέξανδρος στην Αλεξάνδρεια, ο Κώστας στην Πόλη ή ο Μπομπ στα Μαστοροχώρια. Ε, πώς να το κάμουμε, έχει το γούστο του να περπατάς σε ένα μέρος που ακούει -έστω περίπου- στο ίδιο όνομα που γράφει και η δική σου η ταυτότητα.
Θα μου πεις, μα έχει τόση σημασία ένα όνομα; Μία λέξη είναι που σε προαναγγέλλει στον κόσμο, ένας τρόπος να σε αποκαλούμε για να αποφύγουμε το "ψιτ" (αν είσαι αγοραίος τύπος), το "αδελφέ" (αν είσαι της οικειότητας), το "σύντροφε" (αν είσαι κουκουές) ή το "bro" (αν είσαι τίποτις GenZ μη-χειρότερα). Ε, πώς να το κάμουμε; Μία σημασία την έχει το όνομα! Ακόμα και το δικό μου που είναι αρκετά πολυφορεμένο και θα το έλεγες απλό.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν θα ήμουν διαφορετικός άνθρωπος αν με είχαν ονομάσει αλλιώς: αν είχα ας πούμε ένα πολυσύλλαβο, αρχαιοπρεπές και πιο επιβλητικό όνομα: αν ήμουν ένας Αριστείδης, ένας Επαμεινώνδας, ένας Βελλερεφόντης. Όταν ήμουν μικρός, ομολογώ πως δεν είχα σε μεγάλη υπόληψη το όνομά μου. Όσο περνούν όμως τα χρόνια, τόσο δένεται πάνω μου και τόσο περισσότερο το αντιλαμβάνομαι ως συστατικό μου στοιχείο -νομίζω δεν μπορώ πλέον να με φανταστώ αλλιώς. Το'χω άλλωστε συμπληρώσει σε τόσες αιτήσεις, το'χω χρησιμοποιήσει σε τόσες συναλλαγές και το'χω κοτσάρει σε τόσα βλακώδη subscriptions στο ίντερνετ που αυτό είναι και δεν αλλάζει, όσο κι αν επιμένεις.
Αν ρωτάγαμε έναν κοινωνιολόγο, μάλλον θα ανάτρεχε στη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας και θα μας έλεγε ότι τα ονόματα συνδέουν τον άνθρωπο με οικογένειες, κοινότητες και γενιές, ενισχύοντας την αίσθηση της συμμετοχής σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα. Αν ρωτάγαμε έναν ανθρωπολόγο, το πιο πιθανό είναι να μας επισήμαινε ότι τα ονόματα λειτουργούν ως αφηγηματικά πλαίσια, μεταφέροντας μύθους, ιστορίες και πολιτισμικές παραδόσεις που διαμορφώνουν τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας. Αν ρωτάγαμε έναν γλωσσολόγο, θα επισήμαινε πως οι ήχοι δεν είναι καθόλου αθώοι, αλλά προκαλούν ασυνείδητες εντυπώσεις για χαρακτηριστικά όπως η ευγένεια, η ισχύς ή το κοινωνικό στάτους. Αν ρωτάγαμε έναν marketer, θα μας έλεγε ότι το όνομα αποτελεί στοιχείο της προσωπικής μας επωνυμίας και θα μας σύστηνε να σιάξουμε κι ένα λογότυπο, να υιοθετήσουμε και ένα jingle και να πορευθούμε ως influencer μπας και βγάλουμε κάνα φράγκο κάνοντας unboxing αρωματικά κεράκια και κρέμες προσώπου. Αν ρωτάγαμε τέλος έναν ψυχολόγο, υποθέτω θα μας έλεγε ότι οι προσδοκίες που συνοδεύουν ένα όνομα μπορούν να επηρεάσουν την αυτοαντίληψη ή ακόμα και τη συμπεριφορά μας -καλά, μεταξύ μας, και άλλα πράγματα θα μας έλεγε ο ψυχολόγος που πάμε και τον ρωτάμε μπούρδες για τα ονόματα, αλλά τέλοσπάντων.
Ποιο είναι το συμπέρασμα; Πρώτον, ότι δεν είναι φρόνιμο να συνομιλείς με πολλούς ειδικούς ταυτόχρονα, περιορίσου σε έναν και ό,τι σου συστήσει πάρτο! Και δεύτερον, το όνομα ξεκινά πράγματι ως ταυτοτικό στοιχείο, αλλά εξελίσσεται σε βιωματικό χαρακτηριστικό που το φοράμε και μας φοράει, συνδέοντάς μας με τον κόσμο γύρω μας. Ακόμα και η ημέρα της εορτής σου, έχει το γούστο της, καθώς σου λένε όλοι χρόνια πολλά και κερνάς γλυκά και νιώθεις σπουδαίος που σε θυμούνται διάφοροι άνθρωποι.
Πράγματι, μπορεί ο Άγιος Νικόλαος εκεί στην Κρήτη να μην είναι ούτε το πιο όμορφο, ούτε το πιο συναρπαστικό μέρος αυτού του κόσμου. Μα συμπάθα-με, εγώ τον εκτιμώ ιδιαιτέρως. Όχι για τ'όνομά του, ούτε μόνο γιατί τον έχω συνδυάσει με λιακάδες και ξενοιασιές. Αλλά κυρίως, γιατί σε αυτή την μικρή του, εσωτερική υδάτινη αγκαλιά, δεν πασχίζει να χωρέσει τάνκερ ή υπερωκεάνια. Αρκείται στις ήσυχες βάρκες του. Που κι αν ξανοίγονται οι έρμες σε πελάγη, που κι αν υφίστανται και δύστροπους καιρούς, βάρκες παραμένουν -κάποτες πιο δειλές, κάποτες πιο θαρρετές, μα πάντοτε δισύλλαβες.
Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025
My sweet Vivian darling
Κατά τη συνήθη τακτική μου, έφθασα στο αεροδρόμιο για την πτήση μου αρκετά ενωρίτερα. Εντάξει, υπερβολικά ενωρίτερα. Προς υπεράσπισή μου, (α) είχα να παραδώσω βαλίτσα, (β) φοβόμουν το ενδεχόμενο μεγάλης αναμονής στον έλεγχο διαβατηρίων και τελοσπάντων (γ) σκέφτηκα ότι πολλά μπορεί να πάνε στραβά στο αχανές αεροδρόμιο της Ατλάντα -δεδομένου ότι είναι άλλωστε το μεγαλύτερο του κόσμου σε επιβατική κίνηση.
Παραδόξως όλα κύλησαν εξαιρετικά γρήγορα και αφού τελείωσα με τους ελέγχους και έριξα μία σύντομη ματιά στα μαγαζιά για να επιβεβαιώσω ότι οι Τομπλερόνε είναι στη θέση τους και οι κολώνιες παραμένουν ακριβές, κατευθύνθηκα στην πύλη αναχώρησης με σκοπό να περάσω τις δύο ώρες που απέμεναν, παρέα με τα διαβάσματά μου και κανένα podcast.
Μερικά λεπτά αργότερα και ενώ είχα ήδη χαθεί στο βιβλίο μου (το “Algospeak” του Adam Aleksic, μία ενδιαφέρουσα μελέτη για την επίδραση που ασκούν τα social media στη γλώσσα), μία καλοβαλμένη κυρία γύρω στα 70, ήρθε και κάθησε απέναντι μου. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν στιγμιαία και ανταλλάξαμε ένα ευγενικό χαμόγελο, από εκείνα τα καθησυχαστικά χαμόγελα της αστικής ευγένειας που πολύ εκτιμώ. Στη φευγαλέα εκείνη επαφή, μου φάνηκε ευχάριστα συμπαθητική. Θα έλεγα και κάπως αριστοκρατική. Λεπτοκαμωμένη, με περιποιημένα ξανθά μαλλιά, λαμπερό πρόσωπο, λευκό δέρμα, κομψό και φροντισμένο ντύσιμο. Αν έπρεπε να μαντέψω εισοδηματικό επίπεδο, φαντάζομαι θα την κατέτασσα στο middle upper class -ναι, έχω κι αυτό το κακό συνήθειο να κατατάσσω ακόμα και συγκυριακές γνωριμίες, βάσει διαφόρων ταξινομήσεων που έχω στο κεφάλι μου.
Καθώς περνούσε η ώρα, ο κόσμος άρχισε να πυκνώνει. Τριγύρω μου ήρθαν και έκατσαν καναδυό οικογένειες Αμερικανών και μία παρέα με μαύρες κοπέλες που χαχάνιζαν δυνατά καθώς χάζευαν βιντεάκια στο κινητό τους. Παρά τη 11ωρη πτήση που μας περίμενε, η διάθεση ήταν αλέγκρα, καθώς ήταν προφανές ότι οι περισσότεροι έρχονταν στην Ελλάδα για διακοπές. Ναι, ο συνδυασμός της Ακρόπολης, της Σαντορίνης, της παραλίας και του πιτόγυρου δημιουργεί μία μεθυστική αίσθηση προσμονής στους ξένους επισκέπτες μας.
Λίγα λεπτά πριν την επιβίβαση, το βλέμμα μου έπεσε και πάλι στην κυρία με την οποία είχα χαιρετιστεί πριν. Διάβαζε με προσήλωση έναν οδηγό της Αθήνας και σημείωνε με το στύλο της. Είχε μία έκφραση ευχαρίστησης. Σκέφτηκα πόσο χαρούμενος είμαι κι εγώ κάθε φορά που ετοιμάζομαι να ανακαλύψω έναν νέο προορισμό και μοιράστηκα για λίγο τη χαρά της. Τυπική και συνεπής, με το που έγινε η αναγγελία επιβίβασης, έχωσε μεμιάς τον οδηγό στην τσάντα της, τοποθέτησε τα γυαλιά της στη θήκη τους και στάθηκε διακριτικά στην ουρά, βαστώντας το διαβατήριο της για να μπει στο αεροσκάφος.
Όσο ψύχραιμα κι αν αντιμετωπίζεις τις υπερατλαντικές πτήσεις, η αλήθεια είναι ότι παραμένουν αδυσώπητα κουραστικές. Ξεκινάς με τις καλύτερες προθέσεις, έχοντας οπλιστεί με υπομονή και έχοντας φορτώσει κάμποσα βιβλία και ταινίες στο ταμπλετ σου για να αντέξεις, αλλά κάπου στη μέση του ταξιδιού, σε πιάνει η απελπισία και νιώθεις ότι έχεις βρεθεί σε κάποια τρύπα του χωροχρόνου στην οποία τα λεπτά κυλούν με βασανιστική βραδύτητα.
Παρότι η Ατλάντα βρίσκεται αρκετά νότια στις ΗΠΑ, τα αεροπλάνα προς την Αθήνα ακολουθούν μία διαδρομή που εκ πρώτης σου φαίνεται παράδοξη. Πηγαίνουν βόρεια, πετούν πάνω από τις ανατολικές επαρχίες του Καναδά, εξέρχονται στον Ατλαντικό λίγο πιο νότια από τη Γροιλανδία και αφού περάσουν την Ισλανδία και τις βρετανικές νήσους, πιάνουν την ηπειρωτική Ευρώπη με κατεύθυνση νοτιοανατολικά προς τα Βαλκάνια. Λόγω της καμπυλότητας της γης, η διαδρομή αυτή είναι συντομότερη.
Είχαν περάσει ήδη οι πρώτες διόμιση ώρες και έχοντας αφήσει ξωπίσω μας την Νέα Υόρκη και τη Μασαχουσέτη, πιάσαμε το Μέιν και κατευθυνόμασταν προς τον Καναδά. Ο ουρανός ντύθηκε στα μαβί και άρχισε να σκοτεινιάζει, καθώς έπεφτε το δείλι. Οι αεροσυνοδοί μάς σέρβιραν το βραδινό γεύμα με σκοπό να κλείσουν ακολούθως τα φώτα ώστε να κοιμηθούν όσοι το επιθυμούσαν. Ω ναι, τους φθονώ εκείνους που καταφέρνουν να κερδίζουν έναν βαθύ ύπνο κατά τη διάρκεια τέτοιων πτήσεων -όσο κι αν το έχω προσπαθήσει τόσες φορές, ουδέποτε τα έχω καταφέρει. Και έχω αναγκαστικά συμφιλιωθεί με αυτή την αδυναμία μου.
Είχα αρχίσει να παρακολουθώ στο τάμπλετ ένα ντοκιμαντέρ για την εκκένωση της Σαϊγκόν από τους Αμερικανούς στο τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ, όταν αντιλήφθηκα έντονη κινητικότητα στο διάδρομο. Άκουσα ότι κάποια κυρία ένιωσε έντονο πονοκέφαλο και μια αρκετά ανήσυχη αεροσυνοδός έσπευσε να της φέρει λίγο νερό και κανένα παυσίπονο. Υψώνοντας για λίγο το βλέμμα μου, συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για εκείνη την κυρία που μου είχε χαμογελάσει στο αεροδρόμιο. Την είδα να επιχειρεί να σηκωθεί μήπως συνέλθει, αλλά το πρώτο βήμα της ήταν εξαιρετικά αδύναμο, έχασε εντελώς την ισορροπία της και παραλίγο να σωριαστεί. Ευτυχώς η αεροσυνοδός που της έφερνε το νερό, επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά, έτρεξε και την κράτησε για να μην πέσει και της συνέστησε να καθίσει και πάλι στην καρέκλα της. Η κυρία υπάκουσε στωικά. Συνέχισα να παρακολουθώ το ντοκιμαντέρ μου, με τους Βιετκόνγκ να προελαύνουν στη Σαϊγκόν.
Το αεροπλάνο πέταγε εδώ και ώρα πάνω από τις ανατολικές ακτές του Καναδά, όταν τα φώτα ξαφνικά άναψαν και από το μικρόφωνο η αεροσυνοδός μάς ενημέρωσε ότι προέκυψε ζήτημα υγείας με κάποια επιβάτη, ζητώντας από γιατρούς που τυχόν υπήρχαν ανάμεσά μας να προστρέξουν άμεσα σε βοήθεια. Επτά άνθρωποι, πέντε άντρες και δυο γυναίκες, σηκώθηκαν από τη θέση τους ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα -ορίστε και ένα καλό με τα θηριώδη αεροπλάνα που εκτελούν υπερατλαντικές πτήσεις: λόγω του πλήθους των επιβατών, είναι πολλές οι πιθανότητες να ταξιδεύει και κάποιος γιατρός.
Μετά από σύντομη συνεννόηση μεταξύ τους, οι δυο εξ αυτών που κρίθηκε ότι είναι πιο σχετικοί εξέτασαν την κυρία με ό,τι μέσα διέθεταν και με τους υπόλοιπους να στέκουν λίγο πιο πίσω στο διάδρομο για συμπληρωματικές γνώμες. Ένα ιατρικό συμβούλιο εξελισσόταν μερικές χιλιάδες πόδια πάνω από το έδαφος και με όλους μας να περιμένουμε σιωπηλοί τη διάγνωση.
Η κυρία -που σημειωτέον ταξίδευε μόνη- είχε πάθει οξύ εγκεφαλικό. Οι γιατροί την τοποθέτησαν ανάσκελα με το κεφάλι και τους ώμους ελαφρώς ανασηκωμένα. Η αεροσυνοδός τη βοήθησε να χαλαρώσει τη ζώνη της και κατ’εντολή των γιατρών έφυγε τρέχοντας για να φέρει μια φιάλη οξυγόνο. Τα επόμενα λεπτά ήταν αγωνιώδη: ο ένας γιατρός που είχε πέσει πάνω της, της μιλούσε ακατάπαυστα θέτοντας ερωτήσεις («What’s your name again?”, “Is it Vivian?” “Can you please remind me our exact day, Vivian?”, “Where do you live, Vivian?” κ.λπ.) και ο άλλος της τοποθετούσε το οξυγόνο, ενώ η αεροσυνοδός της κράταγε το χέρι. Όσο πέρναγε η ώρα, τόσο πιο ανήσυχοι φαίνονταν όλοι τους. Οι δύο που ήταν πιο κοντά της, αντάλλαξαν μερικές ματιές και έγνεψαν στους υπόλοιπους που έστεκαν στο διάδρομο ότι τα πράγματα είναι δύσκολα. Άκουσα τον έναν να λέει στεναχωρημένος ότι η γυναίκα έχει-δεν έχει κάνα δίωρο ακόμα πριν να είναι εγκεφαλικά νεκρή. Η αεροσυνοδός έφυγε τρέχοντας προς το πιλοτήριο.
Μερικές στιγμές αργότερα ακούστηκε μια αντρική φωνή στο μικροφωνο. Ήταν ο πιλότος. “Κυρίες και κύριοι, λόγω της σοβαρότητας του περιστατικού, θα πρέπει βάσει του πρωτοκόλλου να προσγειωθούμε άμεσα. Επειδή δεν υπάρχει περιθώριο χρόνου να επιστρέψουμε προς τις ΗΠΑ, αλλά ούτε και μπορούμε να περάσουμε τον Ατλαντικό γιατί ο χρόνος μας πιέζει αφάνταστα, θα επιχειρήσουμε αναγκαστική προσγείωση στην μόνη επιλογή που διαθέτουμε αυτή τη δύσκολη ώρα: στο τελευταίο αεροδρόμιο του Καναδά πριν τη Γροιλανδία, στο νησί St. John’s.»
Προφανώς συναισθανόμενοι την κρισιμότητα των στιγμών, μουδιασμένοι και ανήσυχοι, ανασκουμπωθήκαμε άπαντες στις θέσεις μας και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την προσγείωση. Το St John’s είναι ένα αραιοκατοικημένο νησί κοντά στον αρκτικό κύκλο και διαθέτει αεροδρομιο με μικρό αεροδιάδρομο καθώς δεν εξυπηρετεί διεθνείς πτήσεις. Επομένως ναι, η προσγείωση θα ήταν μια πρόκληση για τον πιλότο.
Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο ουρανός είχε κάτι το μεταφυσικό: σκορπισμένα νησάκια στις ερεβώδεις παλέτες του μωβ. Σαν να έβλεπες σκηνές από το Λυκόφως των Θεών. Σαν να άκουγες συμφωνικό έργο του Βάγκνερ.
Μια νέα ανακοίνωση μας επισήμανε να δέσουμε τις ζώνες μας και μας υπενθύμισε τα μέτρα ασφαλείας (μάσκες οξυγόνου, σωσίβια, οδηγίες για τυχόν εκκένωση του αεροσκάφους).
Οι γιατροί είχαν επιστρέψει στις θέσεις τους. Εκτός από έναν. Είχε αναλάβει να μείνει δίπλα στην Vivian, καθισμένος κάτω στο διάδρομο ανάμεσα στις θέσεις για να την παρακολουθεί. Και δίπλα του, επίσης κουλουριασμένη στο διάδρομο η αεροσυνοδός που τους κρατούσε και τους δυο.
Ξέρεις, υπάρχουν στιγμες στη ζωή που υψώνονται μπροστά σου ως μνημεία ανθρωπισμού. Ως ηχηρές αποδείξεις ενός ψυχικού και συναισθηματικού μεγαλείου που αντιστέκεται στα αμέτρητα πάθη και τις μικρότητες μας. Στις εγωιστικές μας κορώνες, τις τοξικές μας επιθέσεις, τις φανατικές μας αμετροέπειες. Να, μια τέτοια σκηνή έβλεπα μπροστά μου. Τη Vivian στην κρίσιμη μάχη για τη ζωή, τον γιατρό και την αεροσυνοδό στην πιο ηχηρή απόδειξη ενός γνήσιου αλτρουισμού που υπερβαίνει το απλό επαγγελματικό καθήκον. Να, και τέτοιοι μπορούμε να είμαστε: πελώριοι, σημαντικοί, γενναίοι.
Το αεροπλάνο είχε φθάσει μερικές δεκάδες μέτρα από το έδαφος. Τα φωτάκια του αεροδιάδρομου εμφανίστηκαν από κάτω και ο πιλότος έκανε μια απότομη βουτιά. Κρατήσαμε όλοι την ανάσα μας. Γαντζώθηκα στα μπράτσα της καρέκλας. Οι πίσω ρόδες πάτησαν το έδαφος και το αεροσκάφος τραντάχτηκε. Ευθείς αμέσως ο πιλότος άρχισε να φρενάρει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τα γόνατα όλων μας έκαναν αντίσταση στις μπροστινές καρέκλες, ενώ κρατάγαμε την αναπνοή μας. Εντέλει μετά από μερικά αγωνιώδη δευτερόλεπτα, καταφέραμε να ακινητοποιηθούμε. Μερικοί από τους ελάχιστους Έλληνες που επέβαιναν στην πτήση, έκαναν το σταυρό τους.
Ο γιατρός και η αεροσυνοδός σηκώθηκαν και πάλι όρθιοι, δίπλα στη Vivian. Έξω από το παράθυρο, είδα παρατεταγμένα τα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά οχήματα που μας περίμεναν -προφανώς τα δεύτερα, για να επέμβουν σε περίπτωση που δεν τα καταφέρναμε στην προσγείωση. Μερικές στιγμές αργότερα, μία ομάδα Καναδών γιατρών και διασωστών μπήκε στο αεροπλάνο. Τοποθέτησαν τη Vivian σε φορείο. Η αεροσυνοδός εντόπισε και τους έδωσε μαζί την τσάντα της -σκέφτηκα ότι εκεί μέσα βρισκόταν η θήκη με τα γυαλιά της και εκείνος ο οδηγός για την Αθήνα. Με τα σημειωμένα αξιοθέατα.
Μείναμε εκεί, καθηλωμένοι, εντός του αεροσκάφους επ’αόριστον. Πρώτον, διότι είχαμε βρεθεί σε μία τρίτη χώρα και δεν μπορούσαμε να αποβιβαστούμε. Και δεύτερον, διότι λόγω της βίαιης προσγείωσης και της τεράστιας τριβής, είχαν υπερθερμανθεί τα φρένα και οι ρόδες. Παρότι η εξωτερική θερμοκρασία ήταν αρκετούς βαθμούς κάτω από το μηδέν, χρειάστηκε εν τω μέσω της νυκτός, να επιστρατευθεί ειδικό μηχάνημα για να ψύξει τους τροχούς. Μετά από τέσσερις ώρες αναμονής και κάμποσες καθησυχαστικές ανακοινώσεις, ο πιλότος μας έδωσε εντολή να δέσουμε και πάλι τις ζώνες μας και να ετοιμαστούμε για μία εξίσου απότομη απογείωση. Χωρίς τη Vivian.
Πράγματι, το αεροσκάφος πήρε απότομη φόρα και επιχείρησε μία σχεδόν κάθετη άνοδο προς τα ψηλά. Σύντομα βρισκόμασταν και πάλι στον αέρα, με τον σκοτεινό Ατλαντικό να απλώνεται ως αίσθηση και ως σκιά από κάτω μας. Ως μια τεράστια σιωπηλή απεραντοσύνη του πουθενά και του κανένα.
Οι ώρες ως την Αθήνα κύλησαν ακόμα πιο αργά από ό,τι θα περίμενα. Θέλεις η συσσωρευμένη ένταση; Θέλεις οι κάμποσες αναταράξεις και τα συνεχή κενά που μας τράνταζαν για το υπόλοιπο της βραδιάς; Ήταν μία δύσκολη πτήση ως το τέλος της.
Έφθασα σπίτι νωρίς το πρωί. Σχεδόν τριάντα ώρες ξάγρυπνος. Άνοιξα τις μπαλκονόπορτες, έβαλα την τηλεόραση να παίζει. Δύο πολιτικοί μάλωναν για το πρόβλημα της ακρίβειας. Έφτιαξα έναν καφέ, αποφασισμένος να παλέψω τη νύστα για να προκάμω κάπως με το jet lag. Σωριάστηκα στον καναπέ κι άρχισα να αλλάζω τα κανάλια με το τηλεκοντρόλ. Δεν είχε τίποτα να δω. Ο νους μου πήγε στη Vivian. Να είναι αραγές ζωντανή; Τη σκέφτηκα να ξυπνάει σε έναν άγνωστο θάλαμο νοσοκομείου στο νησί St John’s του Καναδά. Κοντά στον αρκτικό κύκλο. Ευχήθηκα να είναι ζωντανή. Και την ευχαρίστησα θερμά. Που μου επιβεβαίωσε.
Την πολύτιμη σημασία εκείνου του χαμόγελου που ανταλλάξαμε.
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025
Μερικές τούφες χρόνος
Εδώ και τριάντα δύο χρόνια πηγαίνω αδιαλείπτως στον ίδιο κουρέα. Με ευλαβική συνέπεια και τακτικότητα. Όπως συμβαίνει με όλες τις συνήθειες, η κάθε μου επίσκεψη στο κουρείο έχει κάτι το καθησυχαστικό: μία αίσθηση ασφάλειας που ενισχύθηκε κατά το πέρας των ετών από την συσσωρευμένη οικειότητα.
Κάθε φορά, το μοτίβο παραμένει ίδιο: χαιρετιόμαστε, κάθομαι στην καρέκλα, περνάει γύρω από το λαιμό μου τη μακριά γαλάζια μπέρτα και καθώς ξεκινάει να μου παίρνει τα μαλλιά με τη μηχανή, ανταλλάσσουμε μερικές κουβέντες -που συνήθως περιορίζονται στα πολύ βασικά (όπως ο καιρός, η εν γένει κατάσταση κ.λπ.) ή σπανιότερα αφορούν πιο προσωπικά ζητήματα (π.χ. πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, μου είχε πει ότι έχασε την υπέργηρη μητέρα του). Και ύστερα βυθιζόμαστε στη σιωπή.
Με τον κίνδυνο να ακουστεί αυτό κάπως βαρύγδουπο, θα σου πω ότι αυτά τα λεπτά σιωπής είναι για μένα μια άσκηση παρατήρησης του χρόνου. Πρώτον, διότι είμαι αναγκασμένος σε κάτι που σπανίως κάνω: να κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέπτη και να με παρατηρώ για ώρα, διαπιστώνοντας τις αλλαγές στα χαρακτηριστικά του προσώπου μου έτσι όπως συντελούνται με την ηλικία. Και δεύτερον, να κοιτάζω τις τούφες που πέφτουν στην γαλάζια μπέρτα -και οι οποίες με τα χρόνια επίσης άλλαξαν αρκετά. Πριν καμιά δεκαετία έγιναν πιο ανοιχτόχρωμες κι ύστερα άρχισαν να γκριζαρουν -πιο δειλά στην αρχή, πιο αποφασιστικά τον τελευταίο καιρό. Αν είσαι σε πιο στοχαστική διάθεση, οι τούφες αυτές μπορεί να σου φανούν σαν την άμμο που πέφτει στην κλεψύδρα ή σαν το παρελθόν που ξεκόβεις και αφήνεις πίσω σου.
Όχι, η ως άνω παρατήρηση δεν συνδέεται με υπαρξιακή θλίψη, ούτε αποκρύπτει κάποιο άγχος ηλικίας. Θαρρώ πως είμαι αρκετά συμφιλιωμένος με την ιδέα του χρόνου που περνάει. Απλώς εκλαμβάνω αυτά τα σιωπηλά λεπτά σε εκείνη την καρέκλα ως μια κάπως ανορθόδοξη άσκηση προσωπικής επίγνωσης. Μια ευκαιρία να με κοιτάξω από κάποια απόσταση.
Προχθές λοιπόν ήμουν και πάλι στην ίδια καρέκλα. Μου τύλιξε την γαλάζια μπέρτα, αναφερθήκαμε στον καιρό -καταλήγωντας στην κοινή ευχή να βρέξει περισσότερο φέτος- και ύστερα άρχισε να μου παίρνει τα μαλλιά με τη μηχανή. Καθώς έπεσε η συνήθης σιωπή και ήμουν έτοιμος να αφεθώ σε σκέψεις σαν αυτές που σου περιέγραψα παραπάνω, έγινε κάτι παράδοξο: αισθάνθηκα για πρώτη φορά το ίδιο χέρι που με κουρεύει επί τριάντα δύο έτη, να τρέμει ανεπαίσθητα. Κοίταξα το είδωλο και των δύο μας στον καθρέφτη. Συνειδητοποιώντας πως ενόσω μετρούσα εγώ τον προσωπικό μου χρόνο, ο άνθρωπος που με κουρεύει τόσα χρόνια είχε αλλάξει επίσης πολύ. Ε λοιπόν πέραν των χαρακτηριστικών του δικού μου προσώπου και των γκρίζων μαλλιών, εκείνο το τρέμουλο του χεριού, υπήρξε μάλλον η πιο δηλωτική μαρτυρία του χρόνου. Μία μικρή αλλά βαρύνουσας συναισθηματικής αξίας διαπίστωση στην επαναλαμβανόμενή μου άσκηση: ο χρόνος μας είναι οι άλλοι.
Δευτέρα 28 Αυγούστου 2023
Κιρκάς, άιντε
Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022
Το παράθυρο
Βράδιασε πάλι. Ασήκωτο βάρος το σκοτάδι στην ήδη σακατεμένη πόλη. Ο Παναγιώτης έσβησε το καντηλέρι και μια υποψία φεγγαρόφωτος τρύπωσε δειλά μέσα από τις γρίλιες του μεγάλου παραθύρου, ίσα να ξεγελάει τη μαυρίλα. Από τη μέσα κάμαρη ακούονταν οι ψίθυροι των «θηλυκών» -έτσι αποκαλούσε τη γυναίκα του και την αδελφή της, πειράζοντάς τες. Κι εκείνες κάθε φορά που ακούανε τούτον τον χαρακτηρισμό, μορφάζανε επικριτικά.
Λίγο πριν πουν την τελευταία καληνύχτα, το συνήθιζαν να πιάνουν την κουβέντα τα θηλυκά. Για τα νέα της αυλής, την κυρα-Πέρσα και τα καμώματά της, τον κυρ-Αριστείδη και τις ιδιορρυθμίες του, τις απώλειες και τις θλίψεις τους. Η τελευταία λέξη τους αφορούσε το φαγί και την έγνοια του. Ας ξημερώσει πάλι αύριο και βλέπουμε. Έχει ο Θεός.
Ο Παναγιώτης ήταν ο τελευταίος που έπεφτε για ύπνο. Είχε βρει τη βολή του στο ντιβάνι του μπροστινού δωματίου -για να’χει και το νου του. Από το παράθυρο που είχε δίπλα του, αφουγκραζόταν τους ήχους του δρόμου. Κι ήτανε ήσυχος δρόμος η Αλκμένους. Τα βράδια, απολύτως σιωπηλός. Έκλεισε τα μάτια του κι αντάλλαξε την κόπωση της μέρας με την άφεση της νύχτας. Προτιμότεροι ήσαν οι εφιάλτες οι δικοί της.
Θα είχε περάσει κάνα δίωρο όταν ξαφνικά χτυπήματα τον πέταξαν ολόρθο, μπερδεύοντας τον ύπνο με τον ξύπνιο του: κάποιος ήτανε στην πόρτα! Τα χτυπήματα γίνονταν ολοένα και πιο δυνατά. «Σους» ψιθύρισε επιτακτικά στα θηλυκά, που ανασηκώθηκαν τρομαγμένα στο χαμηλοκρέβατό τους. Ποιος μπορεί να’ναι τέτοιαν ώρα; Μήπως ψάχνουνε κανέναν πάλι οι γερμαναράδες; Μήπως βγήκανε παγανιά πάλι τ’αναθεματισμένα κτήνη;
Κοντοζύγωσε στην πόρτα.
«Ποιος είναι;» ρώτησε κάπως φοβισμένα.
Καμία απάντηση.
«Είναι κανείς εκεί έξω;» ρώτησε λίγο πιο νευρικά.
Σιωπή.
Άνοιξε δειλά την πόρτα. Δε φαινότανε ψυχή. Έριξε μία γρήγορη ματιά αριστερά/δεξά, μα ο δρόμος ήταν έρημος.
Τι χουνέρια είναι τούτα βραδιάτικα; Έχει όρεξη κανείς γι’αστεία τέτοιες ώρες; Και σε τέτοιες εποχές;
Αφού σιγουρεύτηκε, κλειδαμπάρωσε και πήρε μία ανάσα ανακούφισης. «Δεν είναι κανείς. Άντε, κοιμηθείτε!» είπε στις γυναίκες κι επέστρεψε στο ντιβάνι του. Τυλίχτηκε με το ψευτοσέντονο που’χε σιάξει η γυναίκα του μεταποιώντας μια κουρτίνα της μάνας της και έκλεισε τα μάτια του.
Δεν πέρασαν δύο στιγμές και κάποιος άρχισε να χτυπά και πάλι την πόρτα. Τούτη τη φορά οι χτύποι ήσανε πολύ πιο δυνατοί. Αποφασιστικοί. Σε κατάσταση πανικού, κουτρουβαλιάστηκε κατά μεσής του δωματίου και έφθασε κακήν κακώς πίσω από την πόρτα.
«Ποιος είναι;» ρώτησε και πάλι.
Αλλά απάντηση, δεν έλαβε.
Πριν καλά-καλά ανοίξει την πόρτα, ένας εκκωφαντικός κρότος έτριξε συθέμελα το σπίτι. Το παράθυρο ξεκόλλησε από τη θέση του και χοντρά κομμάτια από το τζάμι καρφώθηκαν στο ντιβάνι. Θρύψαλα σκορπίστηκαν σε όλο το δωμάτιο. Και μια βάναυση βοή χύθηκε σε όλη την Αθήνα. Ένα μανιασμένο γερμανικό αεροπλάνο έσχιζε τον αττικό ουρανό και βομβάρδιζε την πόλη. Στριγκλιές ακούονταν από τα διπλανά σπίτια.
Ο Παναγιώτης βγήκε έντρομος και κατασκονισμένος στην Αλκμένους. Δεν υπήρχε κανείς έξω από την πόρτα. Εκτός από τον ίδιο.
[Η ιστορία είναι πραγματική και συνέβη την τελευταία ημέρα πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Αθήνα. Ο κ.Παναγιώτης ήταν ο καλύτερος φίλος του παππού μου. Πολλές φορές αφηγόταν την εμπειρία εκείνης της νύχτας, θεωρώντας ότι χρωστούσε τη ζωή του σε εκείνον τον μυστηριώδη –σχεδόν μεταφυσικό- χτύπο της πόρτας. Εκείνον το χτύπο που τόσο επιτακτικά τον σήκωσε από το ντιβάνι στο οποίο κοιμόταν και τον γλίτωσε από τη βόμβα που έπεσε έξω από το παράθυρό του.]
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021
Το όνομά μου
Τα ονόματα, όπως άλλωστε όλες οι λέξεις, αποτελούν συμβάσεις. Έχουμε αποφασίσει να σε ονοματίσουμε με έναν τρόπο, σε βουτήξαμε σε μια κολυμπήθρα πριν το πολυκαταλάβεις, σε μάθαμε από τα μικράτα σου να ακούς στο συγκεκριμένο κάλεσμα, σε εγγράψαμε στα δημοτολόγια και στους επίσημους καταλόγους και πάει τελείωσε: εκτός απροόπτου, με αυτό θα πορευθείς μέχρι το τέλος την ζωή σου. Ως ένας Γιάννης, ως μια Χριστίνα, ως ένας Φορμίωνας-Αριστόβουλος ή μια Ελεονώρα-Γεσθημανή (αν οι γονείς σου ήσαν πιο φλαμπουαγιάν άνθρωποι).
Ή ως ένας Νίκος. Που παρ'ολίγον να ήμουνα και Νίκος-Φοίβος δηλαδής, αν ο παππούς είχε θυμηθεί να ζητήσει και την αναφορά του δεύτερου ονόματός του. Ή ένας Κυριάκος, αν είχε αποφασισθεί να λάβω το όνομα του έτερου παππού μου εξ Αλεξανδρουπόλεως.
Αλλά τι σημασία έχει στ'αλήθεια ένα όνομα; Όση σημασία του δίνουμε και ούτε στάλα παραπάνω. Επειδή ένα από τα πολλά αντικείμενα με τα οποία έχω καταπιαστεί στη ζωή μου είναι κι εκείνο του marketing, θα σου πω αυτό που επαναλαμβάνω -κάπως εμφατικά- όταν διδάσκω branding: η επωνυμία αντιπροσωπεύει μια υπόσχεση. Καλλιεργεί προσδοκίες στους άλλους. Καλές, κακές, ενδιαφέρουσες, βαρετές, χρήσιμες, ανόητες -εξαρτάται από την κάθε περίπτωση.
Τώρα θα με ρωτήσεις γιατί την κάμουμε αυτή τη συζήτηση, καταμεσής του Μπάρι και θα'χεις και τα δίκια σου.
Όχι, δεν είμαστε τυχαία εδώ, στη νότια Ιταλία. Βλέπεις, στο μέρος αυτό βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες εκκλησίες του χριστιανικού κόσμου. Η επιβλητική Βασιλική του Αγίου Νικολάου. Η οποία φιλοξενεί τα λείψανά του.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με μία σειρά για να μην μου χαθείς. Με ιστορικές αναφορές και ντοκουμέντα θα μιλήσουμε -μόνο σε τέτοια ομνύω, καθ'όπως ξεύρεις. Ο -μετέπειτα Άγιος- Νικόλαος γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στη Λυκία της Μικράς Ασίας, αλλά έμεινε σε νεαρή ηλικία ορφανός. Οι γονείς του, του άφηκαν μεγάλη περιουσία και έλαβε συστηματική μόρφωση. Από νωρίς όμως αποφάσισε να αφιερωθεί στα θεία. Για ένα διάστημα ακολούθησε ασκητικό βίο, αλλά εντέλει χειροτονήθηκε και έγινε Αρχιεπίσκοπος στα Μύρα, μία πόλη της Λυκίας.
Η ζωή του υπήρξε ταραχώδης. Υπέστη βασανιστήρια κατά τους διωγμούς του Διοκλητιανού, επανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο όταν ανέλαβε αυτοκράτορας ο Μέγας Κωνσταντίνος, αναδείχθηκε σε φλογερό πολέμιο του Αρείου και έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο το 325.
Πέθανε σαν σήμερα, στις 6 Δεκεμβρίου του 343, με τα λείψανά του να μετατρέπονται σύντομα σε σημαντικό προσκύνημα και με αμέτρητους πιστούς να συρρέουν στα Μύρα τα επόμενα χρόνια.
Όλα αυτά μέχρι τον ενδέκατο αιώνα. Βλέπεις, με τη μάχη του Ματζικέρτ το 1071, την περιοχή εκείνη κατέκτησαν οι Σελτζούκοι. Με αφορμή -ή και πρόσχημα- την εξέλιξη αυτή, το 1087 επιτήδειοι έμποροι και ναύτες από την Ιταλία αφαίρεσαν τα περισσότερα από τα λείψανα και τα μετέφεραν στο Μπάρι της Απουλίας. Ναι, τώρα άρχισες να τα συνδέεις στο μυαλό σου.
Το συμβάν εκείνο έλαβε διαστάσεις μείζονος πολιτικής κρίσης ανάμεσα στις δυνάμεις της εποχής. Οι Βυζαντινοί κατηγόρησαν τους Λατίνους για "ιερή κλοπή" και απείλησαν με αντίποινα. "Θα πέσει η οργή του Θεού καταπάνω σας!" τους είπαν, έξαλλοι.
Οι ανερχόμενοι Βενετοί από την άλλη, που βρίσκονταν σε αντιπαλότητα με τις πόλεις της Νότιας Ιταλίας αλλά και τους Βυζαντινούς, προσπάθησαν να εξασφαλίσουν τα λείψανα για την Γαληνοτάτη τους. Διότι σκέφτηκαν ότι θα ήταν εξαίρετη ιδέα να αναγορεύσουν τον Άγιο Νικόλαο σε δικό τους προστάτη -εγκαταλείποντας άσπλαχνα τον καημένο τον Ευαγγελιστή Μάρκο που είχε υιοθετηθεί πριν χρόνια ως πολιούχος.
Το Μπάρι βεβαίως δεν δεχόταν επ'ουδενί να χάσει το πολύτιμο απόκτημά του και ξεκίνησε επιδεικτικά την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού για τη φύλαξή του. Όμως οι Βενετοί, που ήσαν πολύ επίμονοι άνθρωποι, στην Α' Σταυροφορία, φρόντισαν να περάσουν από τα Μύρα και να αφαιρέσουν ό,τι οστό είχε απομείνει για να το μεταφέρουν στη Βενετία.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1100, ο επίσκοπος Ενρίκο Κονταρίνι, υποδέχθηκε στη Γαληνοτάτη, τους Σταυροφόρους με μεγάλη προσμονή, αλλά τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη: τα οστά που του έφεραν ήσαν ελάχιστα και δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αντικατάσταση του Ευαγγελιστή Μάρκου από τον Άγιο Νικόλαο ως προστάτη της πόλης. Επομένως τα λίγα εκείνα οστά αποφασίσθηκε να τοποθετηθούν στο νησάκι Λίντο που χωρίζει τη λιμνοθάλασσα της Βενετίας από την Αδριατική θάλασσα, σε έναν -όχι ιδιαιτέρως μεγαλοπρεπή- ναό που αναγέρθηκε στη μνήμη του Αγίου. Το λες και ήττα.
Από την άλλη, η Βασιλική του Αγίου Νικολάου εδώ στο Μπάρι είναι πράγματι εντυπωσιακή. Μοιάζει με κάστρο, γεγονός όχι και τόσο δυσεξήγητο, λαμβάνοντας υπόψη το πόσο πολύτιμα και περιζήτητα υπήρξαν τα λείψανα του Αγίου. Ο ίδιος ο Πάπας Ουρβανός ο Β' ήταν παρών στα εγκαίνια της κρύπτης του ναού την 1η Οκτωβρίου του 1089 (έκλεισαν δρόμοι, πέταγαν ελικόπτερα), για να καταλάβεις τη σημασία που εδόθη από τους Καθολικούς.
Ο πλήρης ναός πάντως ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε περίπου έναν αιώνα αργότερα, το 1197, καθώς η κατασκευή του ήταν ιδιαιτέρως συνθέτη και πολυδάπανη -όπως τυχόν φαντάζεσαι, απαιτήθηκαν πολλές χορηγίες και αξιοποιήθηκε το πατροπαράδοτο παγκάρι.
Εκτός από τα λείψανα του Αγίου Νικολάου, εδώ έχει ενταφιαστεί ο Αββάς Ηλίας, πρώτος αρχιεπίσκοπος του συγκεκριμένου ναού, αλλά και ο πλοίαρχος που έφερε το σκήνωμα καθώς και 17 από τους ναυτικούς του πληρώματός του.
Το κεντρικό κλίτος είναι εξαιρετικά επιβλητικό, με αψίδες που στηρίζονται σε κίονες βυζαντινού ρυθμού και υπέροχες ζωγραφικές παραστάσεις στην οροφή.
Ο ναός στεγάζει επισης ωραιότατα έργα ρομανικής γλυπτικής, μανουάλια του 12ου αιώνα και πολύτιμα ψηφιδωτά δάπεδα.
Εννοείται πως έχουμε και φάτνη, μέρες που είναι. Με την Παναγία, τον Ιωσήφ και το θείο βρέφος.
Αλλά βεβαίως εκείνο που κυρίως κεντρίζει το ενδιαφέρον του επισκέπτη είναι η κρύπτη. Όπου φυλάσσονται τα λείψανα.
Κατέβηκα τις σκαλες ομολογουμένως με μεγάλη περιέργεια. Βρέθηκα σε έναν αρκετά μεγάλο χώρο με καμάρες και υποβλητικό φωτισμό. Ένας καθολικός ιερέας έψελνε χαμηλόφωνα και αρκετοί πιστοί προσεύχονταν γονυπετείς. Τους προσπέρασα κάπως διακριτικά και πλησίασα το κεντρικό σημείο όπου βρίσκεται η λειψανοθήκη. Έμεινα για μερικά λεπτά να την κοιτάζω -από απόσταση, καθώς δεν μπορείς να πλησιάσεις πολύ.
Σκέφθηκα το όνομά μου. Ότι προέρχεται από αυτόν τον Άγιο της χριστιανικής πίστης. Που έζησε στη Λυκία, συμμετείχε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, έγινε μετά το θάνατό του περιζήτητο απόκτημα για κάμποσους, του αποδίδονται θαυματουργές ιδιότητες, έγινε προστάτης των ναυτικών για τους Έλληνες, συνδέθηκε με παγανιστικες δοξασίες στη Βόρεια Ευρώπη, ανέλαβε το ρόλο τού διανομέα δώρων σε παιδάκια από τους Δυτικούς (όπου το Santa Nicolaus έγινε Santa Claus), κυκλοφορεί πλέον με έλκυθρο, τρυπώνει από καμινάδες, εμφανίζεται σε κινηματογραφικές ταινίες και βρέθηκε να πρωταγωνιστεί σε πολυδάπανες χριστουγεννιατικες καμπάνιες της Coca Cola, η οποία θεωρεί ότι δικαιωματικά της ανήκει αφού εκείνη ήταν που σκέφτηκε να τον ντύσει στα εταιρικά της χρώματα (το κόκκινο και το λευκό) στη σύγχρονη εικονογραφία του.
Ε λοιπόν ναι, σκέφθηκα το όνομά μου. Που με κάποιον εντελώς έμμεσο, σχηματικό, τυχαίο και μάλλον ασήμαντο τρόπο, με κάνει κάπως σχετικό με όλη αυτή την ιστορία. Δεν το είχα πολυσκεφτεί άλλοτε -τουλάχιστον όχι έτσι.
Αλλά να που φέρουμε και αναφορές που ούτε τις έχουμε επιλέξει, ούτε μας έχουν απαραιτήτως προβληματίσει σε μεγάλο βάθος. Ας είναι.
Νίκος λοιπόν. Με αυτό το όνομα πορεύομαι. Και μπορεί όλα τα υπόλοιπα να φέρουν μόνο τη σαγήνη ιστορικών ή θρησκειολογικών αφηγήσεων, αλλά εκείνο που στο τέλος μένει από το όνομα κι έχει μια κάποια σημασία είναι -θαρρώ- η υπόσχεση που θα κεντήσεις επάνω του. Το πώς θα την ορίσεις στη δική σου τη ζωή. Το πώς θα την εξελίξεις και σε τι μπορείς να τη μετουσιώσεις. Και εντέλει αν θα είσαι αρκετά συνεπής και ικανός να την εκπληρώσεις. Μόνον αυτό. Ίσως να μην φαίνεται πολύ σπουδαίο. Ίσως πάλι και να είναι.














