Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιρλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιρλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

Το Μαζί


Υπάρχουν πολλά τροπικά επιρρήματα -πάρα πολλά! Και είναι δύσκολο να τ'απαριθμήσεις. Υπάρχει το Έτσι, το Ίσως και το Αλλιώς. Υπάρχει το Όπως, το Κάπως και το Εντελώς. Υπάρχει το Γερά, το Σιγά και το Απλώς. Ναι, είναι κάμποσα πανάθεμά-τα. Μα ανάμεσά τους, υπάρχει κάποιο που θαρρώ πως είναι πιο ιδιαίτερο -που άλλοτε εύκολα σου παρουσιάζεται και άλλοτε απαιτεί προσπάθεια μεγάλη για να το κατακτήσεις.

Είναι το Μαζί. 


Ναι, σπουδαίο επίρρημα το Μαζί. Για κάποιους ακατανόητο, δύσκολο και άπιαστο. Για άλλους σωτήριο, για άλλους αναγκαίο, για άλλους απόλυτο.


Τα καταπράσινα λιβάδια αγκαλιάζονται με τα σύννεφα και χορεύουν παρέα με τα δέντρα και τους φουντωτούς θάμνους. Στο ρυθμό που δίνει το απαλό αεράκι. Με τη μουσική συνοδεία των πουλιών που τιτιβίζουν αδιάκοπα. Πράγματι, το μέρος μοιάζει μαγικό. Λες και είναι καμωμένο από τα υλικά των ονείρων. Με τα χρώματα ενός ιμπρεσιονιστή ζωγράφου -του Μονέ, του Ρενουάρ ή του Πισαρό. Με τους στίχους ενός ρομαντικού ποιητή -του Μπάυρον, του Σέλλεϋ ή του Γουέρντσγουορθ.


Ετούτη είναι η πρώτη μου εικόνα από αυτό το θαυμάσιο μέρος. Ετούτη είναι και η εικόνα που αποτυπώθηκε στην Μάργκαρετ Βόγκαν σαν πρωτοήλθε το 1852, εδώ στην Κονεμάρα. Στις βορειοδυτικές άκρες της Ιρλανδίας. 


Νιόπαντρη ήταν, στα μέλια. Κι είχε έρθει εδώ μαζί με τον νέο της σύζυγο, τον Μίτσελ Χένρι. Που ήταν τελοσπάντων γιος καθωσπρέπει οικογενείας. Με τις σπουδές του στην ιατρική, τους καλούς του τρόπους, την σταδιοδρομία του, την πολιτική του καριέρα και την δεν-ξεύρω-τι-έχω περιουσία του. Με τις καταθέσεις του, με τις μετοχές του, με τα μυριάδες ακίνητά του. Θα έλεγε κανείς ότι η Μάργκαρετ καλοπαντρεύτηκε και θα είχε δίκιο. Αλλά κυρίως για τον εξής λόγο: όταν ο Χένρι και εκείνη κοιτάζονταν στα μάτια, σμίγανε οι θάλασσές τους και γίνονταν ένας απέραντος ωκεανός. Και φαινόταν εξαρχής πως δεν εχόρταινε ο ένας τον άλλον. Και πως μία ζωή δεν θα επαρκούσε για να χωρέσει την αγάπη τους.  


Υπάρχει άραγε ιδανικότερος καμβάς για τέτοιο ειδύλλιο από την Κονεμάρα; Με τα σύννεφα και τα πουλιά; Με τις λίμνες και τα καταπράσινα λιβάδια; Δεν υπάρχει.


Ενθουσιασμένη από την επίσκεψή της στο μέρος, η Μάργκαρετ πρότεινε στον σύζυγό της, να στήσουν εδώ το σπιτικό τους. Μόνο ένας τέτοιος τόπος θα ήταν ίσως αντάξιος της αγάπης τους.


Και επειδής ο Μίτσελ δεν μπορούσε -ούτε και ήθελε- να της χαλάσει το χατήρι, τα άφησε όλα πίσω και ήρθε κι αγόρασε. Μία έκταση απέραντη. 
Που εκτεινόταν σε υπέροχους λόφους -σαν αυτούς στους οποίους κατοικούν τα ξωτικά. Που εφαπτόταν σε μία παραμυθένια λίμνη -σαν εκείνες στις οποίες λούζονται οι νεράιδες.  


Έχτισε λοιπόν εδώ ένα σπίτι. Με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν τ'απέναντι δάση. Και με δωμάτια κάμποσα. Και με κήπους. Και με αυλές. Και το όνομασε Kylemore Castle.


Ένα σπίτι με λουλουδιαστές ταπετσαρίες και όμορφα έπιπλα. Με κεντημένα χαλιά και μεγαλοπρεπείς κουρτίνες. Με σαλόνια και τραπεζαρίες. Με πολλά υπνοδωμάτια και μία μεγάλη κουζίνα στο υπόγειο και κοιτώνες για το υπηρετικό προσωπικό.


Ένα σπίτι που ήταν προορισμένο να γιομίσει με φωνές και μελωδίες και ευτυχισμένες καθημερινότητες. Ένα σπίτι που τα καλοκαίρια λούζεται με το φως της Κονεμάρα. Και τους χειμώνες προσφέρει θαλπωρή γύρω από τα τζάκια και κάτου από τα ζεστά παπλώματα.


Ήρθαν εδώ λοιπόν και φώλιασαν. Κι απέκτησαν όχι ένα, μήτε δύο. Αλλά εννιά παιδιά. Όλα τους, παιδιά αγάπης. Κι έγνοιας και τρυφερότητας. Δεν ήταν η αγάπη τους μία υπόσχεση ή μία ψευδαίσθηση, δεν εξελίχθηκε σε μία υποχρέωση ή μία συνήθεια. Παρέμεινε ζωντανή φωτιά στα σπλάχνα τους.


Ο Μίτσελ οργάνωσε το Kylemore και αξιοποίησε τις εκτάσεις του, με καλλιέργειες και θερμοκήπια και κάμποσες παραγωγικές δραστηριότητες. Και προσέλαβε υποστατικούς. Δίνοντας δουλειές σε δεκάδες κόσμο. Σε μία εποχή δύσκολη για την Ιρλανδία, που δεν είχε ακόμα συνέλθει από το μεγάλο λιμό. Μέχρι και σήμερα, οι κάτοικοι της περιοχής μνημονεύουν εκείνους τους καιρούς, λέγοντας πως το Kylemore αποτέλεσε μία από τις ελάχιστες οάσεις ανάπτυξης σε περιόδους μεγάλης δυστυχίας.


Αλλά η ιστορία μας, επιφυλάσσει ανατροπές. Και συμφορές μεγάλες. Έφυγε για ταξίδι μακρινό η Μάργκαρετ. Στην Αίγυπτο. Κι αρρώστησε βαριά. Το 1874, πέθανε από υψηλό πυρετό.


Κι έμεινε μονάχα η μορφή της στο μεγάλο πορτραίτο που κοσμεί το κεντρικό σαλόνι.


Ο Μίτσελ επέστρεψε απαρηγόρητος στο Kylemore. Μόνο που τίποτις δεν ήταν πια το ίδιο. Μήτε το σπίτι και οι κήποι, μήτε οι λόφοι και η λίμνη. Γιατί όλα ήσανε άδεια χωρίς εκείνην. Γιατί όλα ήσανε όμορφα μέσα από εκείνην.


Τα επόμενα χρόνια, ο Μίτσελ παραδόθηκε στη μελαγχολία. Που με τον καιρό έγινε θλίψη. Και ύστερα απόγνωση. Πήρε τα παιδιά και μετακόμισε αλλού. Επέστρεφε ολοένα και πιο αραιά στο Kylemore. Δεν άντεχε την απουσία της εκεί.


Εντέλει το κτήμα και το σπίτι πουλήθηκαν σε έναν Δούκα. Που το κράτησε κάποια χρόνια κι ύστερα αναγκάστηκε να το ξαναπουλήσει λόγω χρεών. Κι ύστερα πουλήθηκε ξανά και ξανά. Δίχως να στεριώσει ιδιοκτήτης.


Ώσπου το 1920, αγοράσθηκε από τις καλόγριες του τάγματος των Βενεδικτίνων. Που δούλεψαν οι ίδιες τα κτήματα. Και φρόντισαν ξανά τους κήπους. Και προσπάθησαν να αναπαλαιώσουν το κτήριο και να το επαναφέρουν στην προτέρα κατάστασή του. Πράγματι, σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της περιοχής και συγκεντρώνει ουκ ολίγους τουρίστες. Που έρχονται ίσαμ'εδώ για να θαυμάσουν το μαγευτικό τοπίο της Κονεμάρα και να περιηγηθούν στο Kylemore Castle και τους καταπληκτικούς κήπους του.


Πού'ναι κι αυτοί υποδειγματικοί. Με το χάρακα και το διαβήτη.


Με μία πλειάδα κηπουρών να καλλωπίζει καθημερινώς τα παρτέρια, να περιποιείται με φροντίδα τα λουλούδια, να ξεχορταριάζει τις αλέες, να πλέκει τις πέργκολες και να δίνει σχήματα στους θάμνους.


Με εξωτικά φυτά και σπάνια άνθη. Με φοίνικες και χουρμαδιές. Και με μπανανιές ακόμα.


Με ευωδιές και χρώματα που κολακεύουν τις αισθήσεις.


Αυτό εδώ είναι το σπίτι του κηπουρού. Αξιοθέατο κι αυτό, με όλα τα αντικείμενα αφημένα στη θέση τους. Λες και πάγωσε ο χρόνος πριν κάποιες δεκαετίες. Και σταμάτησαν τα ρολόγια.


Περιπλανιέμαι στα δωμάτια και περιεργάζομαι τα έπιπλα και τα μπιμπελό. Σχεδόν ακούω τη σούπα που κοχλάζει στην κουζίνα. Τα πιάτα που στρώνονται στο τραπέζι. Την σύζυγο του κηπουρού που ανοίγει το παράθυρο για να φωνάξει τον άντρα της.


Και τα πιτσιρίκια που τρέχουν στα ξύλινα πατώματα. Και κυνηγιούνται πίσω από τις πολυθρόνες.


Και το παλιό πικάπ που παίζει δίσκους της Κολούμπια. Και της Χις Μάστερς Βόις. Ένα βιεννέζικο βαλς. Χορευτικά τραγούδια με φωνές που διακόπτονται από τ'αναπηδήματα της βελόνας. Τσάρλεστον και φαξ τροτ.


Ναι, είναι υπέροχο το Kylemore Castle. Γιατί όλα του, είναι καμωμένα από αγάπη. Κι ας έφυγε εκείνη. Κι ας χήρεψε αυτός.


Έλα μαζί μου, θέλω να σου δείξω κάτι τελευταίο. Αν ακολουθήσεις αυτό το δρομάκι, παραπλεύρως της λίμνης, θα χωθείς μέσα σε ένα παραμυθένιο δάσος. 


Αν διανύσεις περίπου μισό χιλιόμετρο, θα συναντήσεις ένα υπέροχο ξέφωτο. Όπου βρίσκεται μία μικρή, αλλά κομψευάμενη εκκλησία.


Όταν η Μάργκαρετ πέθανε, ο Μίτσελ διέταξε να ταριχεύσουν το σώμα της στην Αίγυπτο για να μπορέσει να το μεταφέρει στο Kylemore. Και να το αποθέσει κάτω από τη γη της Κονεμάρα που τόσο εκείνη ηγάπησε.


Έβαλε μάλιστα να χτίσουν στη μνήμη της ένα γοτθικό ναό. Που θα εγκιβωτίζει την αγάπη του γι'αυτήν, ακόμα κι όταν εκείνος πεθάνει. 

Σ'αγαπώ πριν σε γνωρίσω. Σ'αγαπώ κι όταν δεν θα υπάρχω.


Πριν μπούμε, θα ήθελα να κοιτάξεις αψηλά. Αντίς για τερατώδη gargoyles, ο Μίτσελ θέλησε να κοσμήσει το ναό με αγγέλους. Και αντί για χρωματιστά βιτρό, επέλεξε διάφανα.


Για να διεισδύει ανεμπόδιστα το φως της Κονεμάρα. Να χαϊδεύει για πάντα τη μνήμη της. να φωτίζει για πάντα την ουσία της.


Στέκομαι για λίγο βουβός και περιεργάζομαι το χώρο. Θαυμάζω τις εσωτερικές αψίδες. Μετράω τις πεντέξι σειρές με τα στασίδια. Κοιτάζω τη μορφή του Εσταυρωμένου που αναδύεται μέσα από το φως. Κι ύστερα παρατηρώ έναν άνδρα. Που κάθεται στην πρώτη σειρά. Σιωπηλός. Κι ακίνητος για ώρα. Θα μπορούσε νάναι ο Μίτσελ. Που θυμάται την αγαπημένη του, μέσα στο ναό που έσιαξε για χάρη της. Θα μπορούσε νάναι ο κάθε Μίτσελ. Που ελπίζει, που νιώθει, που λαχταρά. Που αναπολεί, που θυμάται, που νοσταλγεί. Ο κάθε μόνος του. Ο κάθε.


Βγαίνω και προχωρώ λίγα βήματα πίσω από την εκκλησία, όπου βρίσκεται ο τελευταίος μας σταθμός. Το σημείο που αναπαύεται εκείνη. Η Μάργκαρετ.


Η αγαπημένη σύζυγος του Μίτσελ. Ετών σαράντα πέντε. Εδώ ζήτησε να ταφεί και ο ίδιος. Που πέθανε τριανταέξι χρόνια αργότερα. Κι είναι οι δυό τους Mαζί. Με την αιωνιότητα να τους ανήκει. Κάποτε θαρρούσα ότι ο έρωτας δεν μπορεί να νικήσει το θάνατο, αλλά μπορεί τουλάχιστον να νοηματοδοτήσει τη ζωή. Στεκόμενος εδώ, δίπλα στον τάφο του Μίτσελ και της Μάργκαρετ, συνειδητοποιώ ότι ο έρωτας μπορεί να νικήσει και το θάνατο. 

Μαζί. Εσύ κι εγώ. Εγώ κι εσύ.  

Μαζί. 

Πώς μπορεί κανείς νάναι πιο δυνατός από αυτό μας το Mαζί;


Η ώρα πέρασε και θα πρέπει να φύγουμε. Κοιτάζω ξανά το ναό. Αποφασίζω να μπω για μία τελευταία φορά. Θέλω να δω αν ο άντρας που είχα παρατηρήσει πριν, κάθεται ακόμα εκεί.


Χαμογελώ. Δεν είναι πλέον μόνος. Όχι, καθόλου μόνος. Ναι, χαμογελώ. Που ξεύρω κι εγώ καλά πόσο πολύτιμο είναι. 

Το Μαζί. 

Κι ας φαίνεται μία απλή λέξη. Κι ας έχει να ανταγωνιστεί τόσα και τόσα άλλα, πολύ πιο βαρύγδουπα επιρρήματα. Το Απολύτως, το Δυνατά και το Ειλικρινά. Το Αληθινά, το Εντελώς και το Αδιάκοπα. 

Όχι, εκείνο παραμένει πολύ ισχυρότερο.

Διότι όταν το επενδύσεις με όλες του τις σημασίες, τότε από επίρρημα γίνεται Ουσιαστικό. 


Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Χίλιες Μύριες Πόζες #14

"Because in the end, you won't remember the time you spent working in the office or mowing your lawn. Climb that goddamn mountain." - Jack Kerouac, "The Dharma Bums"

Giant's Causeway, Βόρεια Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο

#ΧίλιεςΜύριεςΠόζες

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Trinity

Όταν ήμουνα μικρός -εκεί κοντά στα δέκα μου- παρακολουθούσα φανατικά μία αμερικάνικη σειρά που λεγόταν "Όλα για το Πτυχίο". Που είχε ως θέμα της, τη φοιτητική ζωή σε ένα πανεπιστήμιο των ΗΠΑ (που δεν κατονομαζόταν, αλλά όλα παρέπεμπαν στο Harvard) και παρουσίαζε τη δύσκολη αλλά ενθουσιώδη προσπάθεια μίας παρέας νεαρών να επιτύχουν σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων και έντονου ανταγωνισμού. Κάπου εκεί νομίζω πως άρχισε να σχηματοποιείται μέσα μου το όνειρο του Πανεπιστημίου, έστω και με τη μορφή μιας κάπως αφηρημένης στόχευσης του μακρινού μέλλοντος.

Μπορεί να ήμουν πολύ μικρός για να αποφασίσω τι θα ήθελα να σπουδάσω, αλλά πάντως άρχισα να φαντάζομαι στο μυαλό μου πως το πανεπιστήμιο θα έμοιαζε κάπως με αυτό που έβλεπα στην τηλεόραση. Θα διέθετε επιβλητικά κτήρια με μεγάλες, μνημειώδεις σκάλες και προσόψεις. Και τεράστια αμφιθέατρα με ξύλινα έδρανα. Και βιβλιοθήκες με αίθουσες μελέτης. Και φροντισμένους βοηθητικούς χώρους: εστιατόρια, campus, πάρκα και γήπεδα για αθλοπαιδιές.

Και κυρίως, πεφωτισμένους, χαρισματικούς καθηγητές και ενθουσιώδεις, φιλόδοξους φοιτητές, διψασμένους για γνώση, για μάθηση, για προσωπική ανάπτυξη, για αυτοπραγμάτωση.

Ε λοιπόν βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο που πληροί σε γενικές γραμμές τις παραπάνω προδιαγραφές. Πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης και ένα από τα καλύτερα του κόσμου. Βρισκόμαστε στην Ιρλανδία. Στο Δουβλίνο. Καλωσήρθες στο Τρίνιτι.

Έχω περάσει κάμποσα χρόνια στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Και υπό πολλές ιδιότητες. Η πρώτη φορά που διάβηκα τις πύλες του, ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα. Δεκαοχτώ χρονών ήμουν και εντελώς ενθουσιασμένος που άφηνα ξωπίσω μου την οικτρή εμπειρία του σχολείου και των Πανελληνίων.

Φορτωμένος με τα όνειρα και τις αισιοδοξίες μου, με την ειλικρινή διάθεσή μου ν'ανακαλύψω τον κόσμο, με τον ενθουσιασμό του απεγκλωβισμού μου από τη ρουτίνα της αποστήθισης και του φροντιστηριακού ιδρυματισμού, βρέθηκα τότες στη Σόλωνος 57. Στο κέντρο ουχί του Δουβλίνου, αλλά της Αθήνας. Στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο αρχαιότερο Πανεπιστήμιο της Ελλάδας. Για να κάμω την εγγραφή μου. Σοκ και δέος. Αυτή ήταν η πρώτη μου εικόνα. Η είσοδος του κτηρίου, βρώμικη και άθλια, γιομάτη σκουπίδια, γκραφίτι, συνθήματα, στραβοσκισμμένες αφίσες πούχαν κολληθεί η μία απάνου στην άλλη και είχαν δημιουργήσει μία αποκρουστική ταπετσαρία από χαρτοπολτό. Και διαφημίσεις. Από κλαμπς, καφετέριες, γραφεία που αναλάμβαναν να σου γράψουν τις εργασίες, τυροπιτάδικα, φωτοτυπάδικα, ως και στριπτιτζάδικα.

Πέρασα τη θλιβερή πόρτα και εισήλθα σε μια μεγάλη, αποκρουστική αίθουσα. Που έμοιαζε με βομβαρδισμένη περιοχή. Κάπως έτσι νόμιζα τότες πως ήταν οι εμπόλεμες ζώνες: η Βηρυτός, η Χεβρώνα, το Σεράγεβο. Σε κάτι κακομοιριασμένα θρανιάκια ήταν χυμένοι διάφοροι νεολαίοι με κομματικές κονκάρδες. Μία εξ αυτών με πλησίασε (ΔΑΠ, ΠΑΣΠ, ΚΝΕ, Πανσπουδαστική, μήτε που θυμάμαι τί ακριβώς ήταν -έχει αλήθεια σημασία;), με ρώτηξε αν ήμουν πρωτοετής και μου έδωκε ένα φυλλάδιο με διάφορα τιπς. 

Από το οποίο έμαθα ότι η εγγραφή μου μπορούσε να γίνει μόνο Τρίτες, Τετάρτες και Πέμπτες, 11 με 1, διότι μόνο τότες δεχόταν η Γραμματεία τους φοιτητές (τις υπόλοιπες μέρες δεν ευκαιρούσε). Και ότι αν γραφόμουν μέλος, θα είχα πρόσβαση σε φοβερές διευκολύνσεις και προσφορές, όπως δωρεάν ποτό σε ένα σκασμό μπαρς, δωρεάν θέματα προηγούμενων εξετάσεων και φοβερές εκπτώσεις σε φοβερά τριήμερα με φοβερή παρέα στη φοβερή Μύκονο. Και πράγματι, είχα αρχίσει να φοβάμαι.

Ναι, καλά το παρατήρησες. Πολλά από τα κτήρια στο Τρίνιτι φέρουν επιγραφές στα ελληνικά. Και τελοσπάντων, ακόμα και αρχιτεκτονικά, στην Ελλάδα παραπέμπουν. Κολώνες, κιονόκρανα, αετώματα. Έλα από εδώ, θέλω να σου δείξω κάτι που νομίζω θα σου αρέσει πολύ -αποτελεί άλλωστε ένα από τα κορυφαία αξιοθέατα του Δουβλίνου. Και είναι πράγματι πολύ εντυπωσιακό.

Πρόκειται για την περίφημη βιβλιοθήκη του Τρίνιτι. Τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στην Ιρλανδία, η οποία περιλαμβάνει περισσότερους από 200.000 τόμους και 4,5 εκατομμύρια χειρόγραφα -κάποια εξ αυτών, τρομερά σπάνια!

Δεν είναι τυχαίο που κατατάσσεται ανάμεσα στις ομορφότερες και σημαντικότερες βιβλιοθήκες του κόσμου. Ξύλινες προθήκες, υποδειγματική τοποθέτηση των βιβλίων, σκάλες με ροδάκια για να ανεβαίνει κανείς στα αψηλά ράφια -η ηδονή του κάθε βιβλιοφάγου.

Αριστερά και δεξιά, κατά μήκος του κεντρικού διαδρόμου, συναντάς μία σειρά από προτομές. Σημαντικών μορφών της παγκόσμιας σκέψης. Πάνθεον το λέμε!

Εννοείται πως ξεκινάμε από τον Όμηρο. Της Οδύσσειας και της Ιλιάδας. Που αν το καλοσκεφτείς, δύσκολα θα βρεις άλλες ιστορίες που να έχουν ασκήσει τόσο μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της ανθρώπινης σκέψης ή να έχουν αφήσει ανάλογο αποτύπωμα στην τέχνη της αφηγηματικότητας.

Παρακάτω, βρίσκεις και άλλους. Τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Που παραμένουν και οι τρεις όχι απλώς μουσειακά σπουδαίοι, αλλά επίκαιροι και σημαντικοί.

Σχεδόν ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στην άλλη άκρη της Ευρώπης, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη γη που γέννησε τις επικές αφηγήσεις, τις ρηξικέλευθες ιδέες, που θεμελίωσε τη λογική, που διαμόρφωσε την ηθική και τη φιλοσοφία. Κι όμως, σε ένα χώρο σαν κι αυτό, νιώθεις εξαιρετικά κοντά. Γιατί βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον πολιτισμού και καλαισθησίας, σε ένα μέρος που απευθύνεται στο πνεύμα και αποθεώνει τη γνώση ως ύψιστη κατάκτηση του ανθρώπου.

Όχι, εδώ δεν έχουμε κομματικές νεολαίες, μήτε είχαμε ποτές καταλήψεις. Οι αίθουσες διδασκαλίας είναι καθαρές και ευπρεπισμένες. Και κανείς δεν διανοείται να καπνίσει ή να κολλήσει αφίσες ή να σπάσει την καρέκλα ή να γράψει στον τοίχο ή τελοσπάντων να ασχημονίσει κατά ουδένα τρόπο.

Επίσης, εδώ δεν χτίζουμε τους καθηγητές στα γραφεία τους, δεν τους διαπομπεύουμε κρεμώντας πινακίδες στο λαιμό τους, δεν βανδαλίζουμε τις αίθουσες, δεν μπαίνουμε στην Πρυτανεία φωνασκώντας και διεκδικώντας να συμμετέχουμε στη διοίκηση του Πανεπιστημίου, δεν διανοούμαστε να χάνουμε διαλέξεις, δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό μας η φράση "αιώνιος φοιτητής".

Και όχι, δεν υπάρχουν καθηγητές που να εκλέγονται βάσει του ποιον έχουν μπατζανάκη ή της κομματικής τους ταυτότητας και δεν καταλαμβάνουν έδρες κατόπιν μίας μακράς περιόδου δουλικής εξυπηρέτησης άλλων και διαπλοκής. Αλλά -στις περισσότερες τουλάχιστον περιπτώσεις- κρίνονται βάσει του ερευνητικού τους έργου, του πλήθους και της ποιότητας των δημοσιεύσεών τους, της διαρκούς αξιολόγησής τους. Ούτε στην Ιρλανδία είναι βεβαίως όλα ρόδινα, ούτε στην Ελλάδα όλα μαύρα -καμία πρόθεση δεν έχω να ακυρώσω συλλήβδην το ελληνικό Πανεπιστήμιο και τους αρκετούς, άξιους δασκάλους που εις πείσμα των αντίξοων συνθηκών, τιμούν την επιστημονική τους ιδιότητα και επιμένουν να υπερασπίζονται με παρρησία το κύρος των ιδρυμάτων στα οποία υπηρετούν. Αλλά αν η κατάσταση είναι κάπως καλύτερη στα περιφερειακά πανεπιστήμια, φοβούμαι πως στα μεγάλα, κεντρικά ιδρύματα, ακόμα και άνθρωποι αποφασισμένοι και με τις καλύτερες προθέσεις, βρίσκονται διωκώμενοι, απειλούμενοι και εντέλει καταδικασμένοι να αντιπαλεύουν θηριώδη κύματα σε έναν ωκεανό απαξίωσης και υποβάθμισης. 

Όχι, το Τρίνιτι δεν κλείνει από φόβο επεισοδίων, όταν γιορτάζουμε κάποια επέτειο, τύπου αποκατάσταση της δημοκρατίας ή αντίσταση έναντι εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών. Όχι, το Τρίνιτι δεν θεωρεί ότι η πολυφωνία και η ελευθερία των ιδεών προϋποθέτει αίθουσες υπό κατάληψη, ούτε ανέχεται βανδαλισμούς και πλιάτσικο ως παγιωμένες και αναπόδραστες πρακτικές έκφρασης κάποιας ιδεολογικής στάσης απέναντι στα πράγματα. Ειλικρινά, όλα αυτά που μου λες, μου φαίνονται κινέζικα εδώ. Ή μήπως ελληνικά; Αλλά είπαμε: η Ελλάδα βρίσκεται μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Παρότι θα βρεις κάμποσες αναφορές σε εκείνη, σαν φυλλομετρήσεις κάποιους από τους τόμους της βιβλιοθήκης του Τρίνιτι.

Μόνο που η εικόνα που θα σχηματίσεις για την Ελλάδα, μέσα από τα διαβάσματα και τις ιστορικές της αναφορές, φοβούμαι πως δεν ανταποκρίνεται διόλου στη σύγχρονη πραγματικότητά της. Και δεν ξεύρω για σένα, αλλά προσωπικά ετούτη η αντίφαση ανάμεσα στις εικόνες που βλέπω εδώ στο Τρίνιτι και τις εμπειρίες μου στα ελληνικά Πανεπιστήμια, με καταθλίβει. Διότι θυμάμαι πολύ καλά. Δεν πέρασαν δα και τόσα χρόνια από τότες που παρακολουθούσα μαθήματα στο κεντρικό κτήριο του πολύπαθου Πολυτεχνείου. Σε αίθουσες σακατεμένες, σε διαδρόμους σκοτεινούς και βρώμικους. Όταν τελείωνε η διάλεξη, αργά το βράδυ, αναγκαζόμασταν να φύγουμε όλοι μαζί για λόγους ασφαλείας. Γιατί έπρεπε νάσαι τρελός για να μείνεις μόνος σου όταν πέσει το σκοτάδι εντός του χώρου του Πολυτεχνείου. Και ακόμα πιο τρελός για να βγεις από την έξοδο της Τοσίτσα και να διασχίσεις την περιοχή των ναρκομανών για να βγεις στην Πατησίων να πάρεις το λεωφορείο. 

Το ότι επιτρέπεται σε κάποιες μειοψηφίες να επιβάλουν την πολιτική τους αισθητική στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση (και εν μέρει και στα σχολεία που τελούν υπό κατάληψη επί εβδομάδες και σε ετήσια βάση) αποτελεί πρόβλημα πρακτικό αλλά και αξιακό, παρότι αρκετοί δεν το βλέπουν ή προσποιούνται πως δεν το βλέπουν. Η διαρκής υποβάθμιση, η ανοχή στη βία και την ανομία, αλλά και η μανιώδης αντίσταση στην όποια προσπάθεια για μεταρρύθμιση είναι ενδεικτικές του εγκλωβισμού μας σε μια φαυλότητα γενικευμένης οργής, απαξίωσης και εντέλει διαρκούς διάψευσης. Είναι βεβαίως χαρακτηριστικό ότι και αρκετοί από αυτούς που δεν βλέπουν τίποτα κακό στην εικόνα, σπεύδουν σε κάποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού με την πρώτη ευκαιρία, αφήνοντας όσους δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή να απολαμβάνουν τους παραλογισμούς του ελληνικού πανεπιστημίου. Δεν ξέρω αν είμαστε έτοιμοι και πολιτικά ώριμοι για αυτήν τη συζήτηση, αλλά το αίτημα να την κάνουμε είναι νομίζω ιστορικά επιτακτικό και απολύτως κρίσιμο για την επιβίωσή μας στον σύγχρονο κόσμο. Οι τραμπουκισμοί δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά θερμόαιμων ιδεολόγων που μπορούμε συνεχώς να δικαιολογούμε ή να καταδικάζουμε ευκαιριακά και να προχωρούμε παρακάτω, αλλά η κορυφή ενός παγόβουνου που πέφτουμε πάνω του συνεχώς και μας καταβυθίζει.