Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

Το Μαζί


Υπάρχουν πολλά τροπικά επιρρήματα -πάρα πολλά! Και είναι δύσκολο να τ'απαριθμήσεις. Υπάρχει το Έτσι, το Ίσως και το Αλλιώς. Υπάρχει το Όπως, το Κάπως και το Εντελώς. Υπάρχει το Γερά, το Σιγά και το Απλώς. Ναι, είναι κάμποσα πανάθεμά-τα. Μα ανάμεσά τους, υπάρχει κάποιο που θαρρώ πως είναι πιο ιδιαίτερο -που άλλοτε εύκολα σου παρουσιάζεται και άλλοτε απαιτεί προσπάθεια μεγάλη για να το κατακτήσεις.

Είναι το Μαζί. 


Ναι, σπουδαίο επίρρημα το Μαζί. Για κάποιους ακατανόητο, δύσκολο και άπιαστο. Για άλλους σωτήριο, για άλλους αναγκαίο, για άλλους απόλυτο.


Τα καταπράσινα λιβάδια αγκαλιάζονται με τα σύννεφα και χορεύουν παρέα με τα δέντρα και τους φουντωτούς θάμνους. Στο ρυθμό που δίνει το απαλό αεράκι. Με τη μουσική συνοδεία των πουλιών που τιτιβίζουν αδιάκοπα. Πράγματι, το μέρος μοιάζει μαγικό. Λες και είναι καμωμένο από τα υλικά των ονείρων. Με τα χρώματα ενός ιμπρεσιονιστή ζωγράφου -του Μονέ, του Ρενουάρ ή του Πισαρό. Με τους στίχους ενός ρομαντικού ποιητή -του Μπάυρον, του Σέλλεϋ ή του Γουέρντσγουορθ.


Ετούτη είναι η πρώτη μου εικόνα από αυτό το θαυμάσιο μέρος. Ετούτη είναι και η εικόνα που αποτυπώθηκε στην Μάργκαρετ Βόγκαν σαν πρωτοήλθε το 1852, εδώ στην Κονεμάρα. Στις βορειοδυτικές άκρες της Ιρλανδίας. 


Νιόπαντρη ήταν, στα μέλια. Κι είχε έρθει εδώ μαζί με τον νέο της σύζυγο, τον Μίτσελ Χένρι. Που ήταν τελοσπάντων γιος καθωσπρέπει οικογενείας. Με τις σπουδές του στην ιατρική, τους καλούς του τρόπους, την σταδιοδρομία του, την πολιτική του καριέρα και την δεν-ξεύρω-τι-έχω περιουσία του. Με τις καταθέσεις του, με τις μετοχές του, με τα μυριάδες ακίνητά του. Θα έλεγε κανείς ότι η Μάργκαρετ καλοπαντρεύτηκε και θα είχε δίκιο. Αλλά κυρίως για τον εξής λόγο: όταν ο Χένρι και εκείνη κοιτάζονταν στα μάτια, σμίγανε οι θάλασσές τους και γίνονταν ένας απέραντος ωκεανός. Και φαινόταν εξαρχής πως δεν εχόρταινε ο ένας τον άλλον. Και πως μία ζωή δεν θα επαρκούσε για να χωρέσει την αγάπη τους.  


Υπάρχει άραγε ιδανικότερος καμβάς για τέτοιο ειδύλλιο από την Κονεμάρα; Με τα σύννεφα και τα πουλιά; Με τις λίμνες και τα καταπράσινα λιβάδια; Δεν υπάρχει.


Ενθουσιασμένη από την επίσκεψή της στο μέρος, η Μάργκαρετ πρότεινε στον σύζυγό της, να στήσουν εδώ το σπιτικό τους. Μόνο ένας τέτοιος τόπος θα ήταν ίσως αντάξιος της αγάπης τους.


Και επειδής ο Μίτσελ δεν μπορούσε -ούτε και ήθελε- να της χαλάσει το χατήρι, τα άφησε όλα πίσω και ήρθε κι αγόρασε. Μία έκταση απέραντη. 
Που εκτεινόταν σε υπέροχους λόφους -σαν αυτούς στους οποίους κατοικούν τα ξωτικά. Που εφαπτόταν σε μία παραμυθένια λίμνη -σαν εκείνες στις οποίες λούζονται οι νεράιδες.  


Έχτισε λοιπόν εδώ ένα σπίτι. Με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν τ'απέναντι δάση. Και με δωμάτια κάμποσα. Και με κήπους. Και με αυλές. Και το όνομασε Kylemore Castle.


Ένα σπίτι με λουλουδιαστές ταπετσαρίες και όμορφα έπιπλα. Με κεντημένα χαλιά και μεγαλοπρεπείς κουρτίνες. Με σαλόνια και τραπεζαρίες. Με πολλά υπνοδωμάτια και μία μεγάλη κουζίνα στο υπόγειο και κοιτώνες για το υπηρετικό προσωπικό.


Ένα σπίτι που ήταν προορισμένο να γιομίσει με φωνές και μελωδίες και ευτυχισμένες καθημερινότητες. Ένα σπίτι που τα καλοκαίρια λούζεται με το φως της Κονεμάρα. Και τους χειμώνες προσφέρει θαλπωρή γύρω από τα τζάκια και κάτου από τα ζεστά παπλώματα.


Ήρθαν εδώ λοιπόν και φώλιασαν. Κι απέκτησαν όχι ένα, μήτε δύο. Αλλά εννιά παιδιά. Όλα τους, παιδιά αγάπης. Κι έγνοιας και τρυφερότητας. Δεν ήταν η αγάπη τους μία υπόσχεση ή μία ψευδαίσθηση, δεν εξελίχθηκε σε μία υποχρέωση ή μία συνήθεια. Παρέμεινε ζωντανή φωτιά στα σπλάχνα τους.


Ο Μίτσελ οργάνωσε το Kylemore και αξιοποίησε τις εκτάσεις του, με καλλιέργειες και θερμοκήπια και κάμποσες παραγωγικές δραστηριότητες. Και προσέλαβε υποστατικούς. Δίνοντας δουλειές σε δεκάδες κόσμο. Σε μία εποχή δύσκολη για την Ιρλανδία, που δεν είχε ακόμα συνέλθει από το μεγάλο λιμό. Μέχρι και σήμερα, οι κάτοικοι της περιοχής μνημονεύουν εκείνους τους καιρούς, λέγοντας πως το Kylemore αποτέλεσε μία από τις ελάχιστες οάσεις ανάπτυξης σε περιόδους μεγάλης δυστυχίας.


Αλλά η ιστορία μας, επιφυλάσσει ανατροπές. Και συμφορές μεγάλες. Έφυγε για ταξίδι μακρινό η Μάργκαρετ. Στην Αίγυπτο. Κι αρρώστησε βαριά. Το 1874, πέθανε από υψηλό πυρετό.


Κι έμεινε μονάχα η μορφή της στο μεγάλο πορτραίτο που κοσμεί το κεντρικό σαλόνι.


Ο Μίτσελ επέστρεψε απαρηγόρητος στο Kylemore. Μόνο που τίποτις δεν ήταν πια το ίδιο. Μήτε το σπίτι και οι κήποι, μήτε οι λόφοι και η λίμνη. Γιατί όλα ήσανε άδεια χωρίς εκείνην. Γιατί όλα ήσανε όμορφα μέσα από εκείνην.


Τα επόμενα χρόνια, ο Μίτσελ παραδόθηκε στη μελαγχολία. Που με τον καιρό έγινε θλίψη. Και ύστερα απόγνωση. Πήρε τα παιδιά και μετακόμισε αλλού. Επέστρεφε ολοένα και πιο αραιά στο Kylemore. Δεν άντεχε την απουσία της εκεί.


Εντέλει το κτήμα και το σπίτι πουλήθηκαν σε έναν Δούκα. Που το κράτησε κάποια χρόνια κι ύστερα αναγκάστηκε να το ξαναπουλήσει λόγω χρεών. Κι ύστερα πουλήθηκε ξανά και ξανά. Δίχως να στεριώσει ιδιοκτήτης.


Ώσπου το 1920, αγοράσθηκε από τις καλόγριες του τάγματος των Βενεδικτίνων. Που δούλεψαν οι ίδιες τα κτήματα. Και φρόντισαν ξανά τους κήπους. Και προσπάθησαν να αναπαλαιώσουν το κτήριο και να το επαναφέρουν στην προτέρα κατάστασή του. Πράγματι, σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της περιοχής και συγκεντρώνει ουκ ολίγους τουρίστες. Που έρχονται ίσαμ'εδώ για να θαυμάσουν το μαγευτικό τοπίο της Κονεμάρα και να περιηγηθούν στο Kylemore Castle και τους καταπληκτικούς κήπους του.


Πού'ναι κι αυτοί υποδειγματικοί. Με το χάρακα και το διαβήτη.


Με μία πλειάδα κηπουρών να καλλωπίζει καθημερινώς τα παρτέρια, να περιποιείται με φροντίδα τα λουλούδια, να ξεχορταριάζει τις αλέες, να πλέκει τις πέργκολες και να δίνει σχήματα στους θάμνους.


Με εξωτικά φυτά και σπάνια άνθη. Με φοίνικες και χουρμαδιές. Και με μπανανιές ακόμα.


Με ευωδιές και χρώματα που κολακεύουν τις αισθήσεις.


Αυτό εδώ είναι το σπίτι του κηπουρού. Αξιοθέατο κι αυτό, με όλα τα αντικείμενα αφημένα στη θέση τους. Λες και πάγωσε ο χρόνος πριν κάποιες δεκαετίες. Και σταμάτησαν τα ρολόγια.


Περιπλανιέμαι στα δωμάτια και περιεργάζομαι τα έπιπλα και τα μπιμπελό. Σχεδόν ακούω τη σούπα που κοχλάζει στην κουζίνα. Τα πιάτα που στρώνονται στο τραπέζι. Την σύζυγο του κηπουρού που ανοίγει το παράθυρο για να φωνάξει τον άντρα της.


Και τα πιτσιρίκια που τρέχουν στα ξύλινα πατώματα. Και κυνηγιούνται πίσω από τις πολυθρόνες.


Και το παλιό πικάπ που παίζει δίσκους της Κολούμπια. Και της Χις Μάστερς Βόις. Ένα βιεννέζικο βαλς. Χορευτικά τραγούδια με φωνές που διακόπτονται από τ'αναπηδήματα της βελόνας. Τσάρλεστον και φαξ τροτ.


Ναι, είναι υπέροχο το Kylemore Castle. Γιατί όλα του, είναι καμωμένα από αγάπη. Κι ας έφυγε εκείνη. Κι ας χήρεψε αυτός.


Έλα μαζί μου, θέλω να σου δείξω κάτι τελευταίο. Αν ακολουθήσεις αυτό το δρομάκι, παραπλεύρως της λίμνης, θα χωθείς μέσα σε ένα παραμυθένιο δάσος. 


Αν διανύσεις περίπου μισό χιλιόμετρο, θα συναντήσεις ένα υπέροχο ξέφωτο. Όπου βρίσκεται μία μικρή, αλλά κομψευάμενη εκκλησία.


Όταν η Μάργκαρετ πέθανε, ο Μίτσελ διέταξε να ταριχεύσουν το σώμα της στην Αίγυπτο για να μπορέσει να το μεταφέρει στο Kylemore. Και να το αποθέσει κάτω από τη γη της Κονεμάρα που τόσο εκείνη ηγάπησε.


Έβαλε μάλιστα να χτίσουν στη μνήμη της ένα γοτθικό ναό. Που θα εγκιβωτίζει την αγάπη του γι'αυτήν, ακόμα κι όταν εκείνος πεθάνει. 

Σ'αγαπώ πριν σε γνωρίσω. Σ'αγαπώ κι όταν δεν θα υπάρχω.


Πριν μπούμε, θα ήθελα να κοιτάξεις αψηλά. Αντίς για τερατώδη gargoyles, ο Μίτσελ θέλησε να κοσμήσει το ναό με αγγέλους. Και αντί για χρωματιστά βιτρό, επέλεξε διάφανα.


Για να διεισδύει ανεμπόδιστα το φως της Κονεμάρα. Να χαϊδεύει για πάντα τη μνήμη της. να φωτίζει για πάντα την ουσία της.


Στέκομαι για λίγο βουβός και περιεργάζομαι το χώρο. Θαυμάζω τις εσωτερικές αψίδες. Μετράω τις πεντέξι σειρές με τα στασίδια. Κοιτάζω τη μορφή του Εσταυρωμένου που αναδύεται μέσα από το φως. Κι ύστερα παρατηρώ έναν άνδρα. Που κάθεται στην πρώτη σειρά. Σιωπηλός. Κι ακίνητος για ώρα. Θα μπορούσε νάναι ο Μίτσελ. Που θυμάται την αγαπημένη του, μέσα στο ναό που έσιαξε για χάρη της. Θα μπορούσε νάναι ο κάθε Μίτσελ. Που ελπίζει, που νιώθει, που λαχταρά. Που αναπολεί, που θυμάται, που νοσταλγεί. Ο κάθε μόνος του. Ο κάθε.


Βγαίνω και προχωρώ λίγα βήματα πίσω από την εκκλησία, όπου βρίσκεται ο τελευταίος μας σταθμός. Το σημείο που αναπαύεται εκείνη. Η Μάργκαρετ.


Η αγαπημένη σύζυγος του Μίτσελ. Ετών σαράντα πέντε. Εδώ ζήτησε να ταφεί και ο ίδιος. Που πέθανε τριανταέξι χρόνια αργότερα. Κι είναι οι δυό τους Mαζί. Με την αιωνιότητα να τους ανήκει. Κάποτε θαρρούσα ότι ο έρωτας δεν μπορεί να νικήσει το θάνατο, αλλά μπορεί τουλάχιστον να νοηματοδοτήσει τη ζωή. Στεκόμενος εδώ, δίπλα στον τάφο του Μίτσελ και της Μάργκαρετ, συνειδητοποιώ ότι ο έρωτας μπορεί να νικήσει και το θάνατο. 

Μαζί. Εσύ κι εγώ. Εγώ κι εσύ.  

Μαζί. 

Πώς μπορεί κανείς νάναι πιο δυνατός από αυτό μας το Mαζί;


Η ώρα πέρασε και θα πρέπει να φύγουμε. Κοιτάζω ξανά το ναό. Αποφασίζω να μπω για μία τελευταία φορά. Θέλω να δω αν ο άντρας που είχα παρατηρήσει πριν, κάθεται ακόμα εκεί.


Χαμογελώ. Δεν είναι πλέον μόνος. Όχι, καθόλου μόνος. Ναι, χαμογελώ. Που ξεύρω κι εγώ καλά πόσο πολύτιμο είναι. 

Το Μαζί. 

Κι ας φαίνεται μία απλή λέξη. Κι ας έχει να ανταγωνιστεί τόσα και τόσα άλλα, πολύ πιο βαρύγδουπα επιρρήματα. Το Απολύτως, το Δυνατά και το Ειλικρινά. Το Αληθινά, το Εντελώς και το Αδιάκοπα. 

Όχι, εκείνο παραμένει πολύ ισχυρότερο.

Διότι όταν το επενδύσεις με όλες του τις σημασίες, τότε από επίρρημα γίνεται Ουσιαστικό. 


Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Tirana by night


Δεν συνηθίζω τους νυχτερινούς περιπάτους. 


Δεν μου αρέσει να κυκλοφορώ το βράδυ, δεν με έλκουν οι διασκεδάσεις του, δεν με συγκινούν οι διαθέσεις του, δεν σηκώνει ο οργανισμός μου τα ξενύχτια. Ξένος νιώθω μέσα στα σκοτάδια.


Μα έχει έναν τρόπο τούτη η πόλη να μου σιάχνει οικειότητες, ακόμα και μέσα στη νυχτιά.


Κι ας φέρει λογής λογής προβλήματα. Κι ας την κακοχαρακτηρίζεις από τις κάμποσες ασχημίες της. Έχουν θαρρείς ποτίσει οι δρόμοι και οι γειτονιές της τόσο βαθιά με θλίψη, που δεν φυτρώνουν μέσα της παρά μονάχα μιζέριες.


Αν δεν είσαι συνηθισμένος στα Βαλκάνια και μας έρχεσαι από κάποια πλούσια χώρα, μπορεί να σε καταβάλει τούτη η αίσθηση. Μπορεί βέβαια να την βρεις και ενδιαφέρουσα ή κάπως συναρπαστική, αλλά ως εκεί.


Αν πάλι έρχεσαι από την Ελλάδα, μάλλον δεν θα σου κάμει έκπληξη. Αν είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, θα διαπιστώσεις σύντομα τις ομοιότητες. Δεν είναι τόσο μακριά τα Γρεβενά και η Κοζάνη, οι Σέρρες και η Φλώρινα. Πολλές από τις εικόνες που αντικρύζεις θα σου φέρουν στο μυαλό γειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. 


Ούτε η αναρχία, ούτε η έλλειψη αισθητικής είναι ξένες προς εσένα.


Αν μου έλεγες πως περπατάμε στην Αχαρνών ή στην Θησέως, σχεδόν θα σε πίστευα. 


Ναι, οφείλεις να δεις τις ομοιότητες.


Αναγνωρίζοντας όμως και τις διαφορές. Ε, δεν θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς: οι ιστορικές διαδρομές ήσαν πολύ αλλιώτικες. Κι είναι η Αλβανία από τις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η ρημάδα η ιστορία σπανίως χαρίστηκε.


Παντού είναι ζωγραφισμένες οι πληγές της, μα πιότερο στους ανθρώπους.


Όχι, δεν βγήκαμε νυχτιάτικα για να κάμουμε τίποτις βαθυστόχαστες συζητήσεις ή περίπλοκες αναλύσεις -για έναν απλό περίπατο σε κάλεσα.


Στους κεντρικούς δρόμους των Τιράνων. 


Και στις γειτονιές με τα ασοβάντιστα σπίτια, τα καλώδια που κρέμονται, τις κεραίες που βολοδέρνουν και τα ανοίγματα που χάσκουν.


Τα ακανόνιστα πεζοδρόμια, τα ανήλιαγα μπαλκόνια, τις αυθαιρεσίες που γίνονται κανονικότητες και από ένα σημείο κι έπειτα, ούτε καν τις αντιλαμβάνεσαι.


Τις αλάνες που καταλαμβάνονται από αυτοκίνητα και τα διπλοπαρκαρίσματα στα στενά.


Τους δρόμους που απελευθερώνονται από την ανυπόφορη κίνηση, μόνο τις βραδινές ώρες. 


Κοντεύει οχτώ το βράδυ. Το Haji Et'hem Bey αποχαιρετάει τους τελευταίους πιστούς του λίγο πριν κλειδώσει τις πόρτες του. Στις 18 Ιανουαρίου του 1991, δέκα χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν με σημαίες σε ετούτο το τζαμί, αψηφώντας τις απαγορεύσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος και ξεκινώντας από εδώ την οριστική του κατάλυση.


Οι θρησκείες επανήλθαν στην Αλβανία για να ξεδιπλώσουν τις πολιτικές τους ατζέντες και ο σφοδρός ανταγωνισμός τους για την ψυχή αυτής της κοινωνίας παραμένει βασική διάσταση της πρόσφατης ιστορίας της. 


Μερικές εκατοντάδες μέτρα παρακεί ο ογκώδης Καθεδρικός Ναός Ανάστασης του Χριστού λαμπυρίζει με μεταμοντέρνους φωτισμούς, επισημαίνοντας με δηλωτικό τρόπο την παρουσία της ορθοδοξίας. Όχι πολύ μακριά του, οικοδομείται εδώ και χρόνια ένα νέο τζαμί που χρηματοδοτείται από την Τουρκία -όταν ολοκληρωθεί η κατασκευή του, θα είναι το μεγαλύτερο των Βαλκανίων. Διότι ναι, το παιχνίδι παίζεται με όρους μεγέθους και εντυπωσιασμού. 


Παρά τις προσπάθειες όμως και τα κεφάλαια που δαπανούνται ένθεν κακείθεν, η χώρα παραμένει πολύ πιο κοσμική από ό,τι θα περίμενε κανείς.


Στην κεντρική πλατεία Σκεντέρμπεη, το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο φέρει την αρχιτεκτονική υπογραφή του προηγούμενου καθεστώτος. Τεράστιο για τα μεγέθη της πόλης, το κτήριο εγκαινιάστηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1981 από τον Ενβέρ Χότζα. Εκείνη ακριβώς την περίοδο, ο Χότζα προχωρούσε σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στο κομμουνιστικό κόμμα, ξηλώνοντας ή και εξαφανίζοντας διάφορους ανεπιθύμητους. Μεταξύ αυτών και το δεξί του χέρι, τον πρωθυπουργό Μεχμέτ Σέχου, ο οποίος βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού του με μία σφαίρα στο κεφάλι -το καθεστώς αποφάνθηκε πως επρόκειτο για αυτοκτονία και η ταφή του έγινε σε έρημη τοποθεσία καθώς ο Σέχου χαρακτηρίστηκε "εχθρός του λαού". 


Πάνω από την είσοδο του μουσείου δεσπόζει μία εμβληματική τοιχογραφία που τιτλοφορείται "Οι Αλβανοί" και εικονίζει μορφές από διάφορες περιόδους της αλβανικής ιστορίας. Μπροστάρηδες οι εργάτες, οι μηχανικοί και οι στρατιώτες της κομμουνιστικής επανάστασης.


Το μπρουταλιστικό κτήριο με τις ψηλές, τσιμεντένιες κολόνες, εγκιβωτίζει το αφήγημα μιας μακράς και δύσκολης ιστορίας που ξεκινά από τα πανάρχαια χρόνια και καταλήγει στο σήμερα.


Στη νότια πλευρά της πλατείας, ένα σύνολο από κατάφωτα, φροντισμένα κτήρια διεκδικούν αέρα κεντρικής Ευρώπης. 


Πρόκειται για κτήρια που στεγάζουν Υπουργεία, δημόσιες υπηρεσίες και κάποια θέατρα. 


Αν είσαι πάντως ανυποψίαστος, εκείνο που θα σου κάμει τη μεγαλύτερη ίσως εντύπωση είναι τα μοντέρνα κτήρια και οι ουρανοξύστες. 


Που έχουν ξεφυτρώσει την τελευταία δεκαετία παντού στο κέντρο και έχουν αλλάξει άρδην τη φυσιογνωμία του. Δεν προλαβαίνεις να συνηθίσεις το ένα και ξεπετάγεται μπροστά σου το επόμενο. 


Ιδιωτικές εταιρίες, τράπεζες, ξενοδοχεία, αλλά και κτήρια διαμερισμάτων.


Για άλλους, η αλματώδης ανοικοδόμηση των τελευταίων ετών αποτελεί ένδειξη προόδου. Άλλοι πάλι ασκούν έντονη κριτική και εκφράζουν προβληματισμό, μιλώντας για αλλοίωση του (ήδη επιβαρυμένου) αστικού περιβάλλοντος. Πάντως και παρά τις ακρότητες και τις ενίοτε κιτς υπερβολές, οι σύγχρονες αυτές προσθήκες ανταποκρίνονται θαρρώ σε μία εκκωφαντική (και κάπως συγκινητική) ανάγκη: την προσπάθεια να ξεφύγουμε από ένα παρελθόν στερήσεων και να αναπνεύσουμε ένα πιο αισιόδοξο μέλλον. Να διεκδικήσουμε επιτέλους μια κάποια ευημερία.


Στο περίφημο Blloku, την άλλοτε σφραγισμένη γειτονιά στην καρδιά των Τιράνων, όπου κατοικούσαν μόνο οι επιτελείς του καθεστώτος με τις οικογένειες τους και απαγορευόταν η πρόσβαση σε οποιονδήποτε άλλο, στέκει σκοτεινή η έπαυλη του Χότζα.


Στο κέντρο ενός μεγάλου κήπου, το κτήριο αποτελεί διαρκή υπενθύμιση. Της αλλόκοτης, ιδιόρρυθμης, νοσηρής, σκοτεινής και αυτοκαταστροφικής ιστορίας της κομμουνιστικής Αλβανίας. Τίποτα δεν μπορείς να αφήσεις οριστικά πίσω σου -όλα θα σε κατατρέχουν και θα σε ορίζουν. 


Εντούτοις το νερό στο μικρό ποτάμι που διατρέχει την πόλη, συνεχίζει να κυλάει. Με τις αλλαγές του, τις ανατροπές του, τις εξελίξεις του, τις αυξομειώσεις της τάσης του. Ναι, το ποτάμι ευτυχώς κυλάει.


Αλλά περπατάμε τόσην ώρα. Μήπως πείνασες; Αν τυχόν θες ν'αγοράσουμε κάνα ξηροκάρπι, μερικά φρούτα ή κανένα ζαρζαβάτι, οι μανάβηδες στο κεντρικό Pazari i Ri παραμένουν ανοιχτοί μέχρι αργά το βράδυ.


Ο κόσμος βέβαια είναι απείρως λιγότερος σε σχέση με το πρωί, αλλά εγώ την απολαμβάνω αυτή την ησυχία και την προτιμώ.


Κοιτάζω τους φροντισμένους πάγκους, θαυμάζω την ευταξία και οργάνωση του χώρου, αγοράζω και το κατιτίς μου. 


Το παζάρι αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα αστικής ανάπλασης στα Τίρανα.


Το καλαίσθητο στέγαστρο του τοποθετήθηκε το 2017 και έκτοτε το μέρος αναβαθμίστηκε θεαματικά, απευθυνόμενο ουχί μόνο στους ντόπιους, αλλά και στους τουρίστες. Που έρχονται ολοένα και πιο μαζικά για να ανακαλύψουν τα αινιγματικά Τίρανα -μια από τις δυοτρεις πιο άγνωστες και τουριστικά αχαρτογράφητες πρωτεύουσες της Ευρώπης!


Πολλά από τα τριγύρω κτήρια έχουν επίσης αναπαλαιωθεί και φιλοξενούν ωραιότατα καφέ και εστιατόρια όπου μπορείς να απολαύσεις τον μεζέ σου και να πιεις ρακί.


Ή να φας βρε αδελφέ, ένα γλυκό, μία πάστα. Που σερβίρεται συνήθως σε μεγάλα, μπαμπάτσικα κομμάτια. Σαν να κάθεσαι σε παλιό ζαχαροπλαστείο της Αθήνας.


Το βλέπεις, το αντιλαμβάνεσαι, το βιώνεις: η πόλη είναι ιδιαιτέρως ζωντανή. Με διασκεδάσεις, με ταβέρνες, με περίπτερα που μένουν ανοιχτά ολημερίς και οληνυχτίς.


Με κόσμο που σουλατσάρει, με οικογένειες που βγαίνουν για το κεμπάπ τους, με κυρίες που πηγαίνουν σε θέατρα, με παρέες νέων που αράζουν σε καφετέριες χαζεύοντας τα κινητά τους.


Με ανθρώπους που εργάζονται, που ψωνίζουν, που βολτάρουνε τους σκύλους τους.


Που στριμώχνουν τις ζωές τους γύρω από έναν ακάλυπτο ή με θέα στον φωταγωγό.


Που ερωτεύονται, που παντρεύονται, που κάμουν οικογένειες.


Που ονειρεύονται, ελπίζουν στο καλύτερο και ζωγραφίζουνε ομπρέλες στους τοίχους.


Γιατί έχουν καταλήξει τόσες και τόσες φορές μούσκεμα από τις καταρρακτώδεις βροχές που έπεσαν στα κεφάλια τους που έχουνε μάθει πια να κρατάνε πρόχειρη την ομπρέλα. Για καλό και για κακό.


Ε και; Δεν σου περιγράφω δα κάτι που δεν το έχεις συναντήσει και αλλού. Με έναν τρόπο γνώριμες, σου είναι τούτες οι εικόνες και ετούτες οι ζωές. Ή τουλάχιστον, μπορείς να τις καταλάβεις. Σε έναν βαθμό.


Ίσως αυτή είναι η οικειότητα για την οποία σου μιλάω. Η οικειότητα της μνήμης. Που διατρέχει ακόμα και πραγματικότητες που χαρακτηρίζονται από τις αποκλίσεις τους. Έρχονται και δένουν όλα σε έναν κοινό καμβά αναφορών.


Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που κάμει τούτη την πόλη να μου μιλάει πιο συναισθηματικά. Με τρόπους που ποτέ δεν μπόρεσαν να μου μιλήσουν πόλεις απίθανα ομορφότερες και πιο συγυρισμένες.


Το ότι στους δρόμους της συναντάς αραδιασμένα στοιχεία κι από το δικό σου το παρελθόν. Με τα παιδιά που παίζουν ακόμα στους δρόμους και τις αλάνες. Με τους ηλικιωμένους που μένουν ως αργά στα καφενεία βουτηγμένοι στην αναμονή του τίποτα. Με τους νέους που προσδοκούν μίαν υπέρβαση, αλλά που δύσκολα θα την πετύχουν.

Αλλά με αυτήν την ελπίδα πορεύεσαι -την ελπίδα ότι εις πείσμα των πιθανοτήτων, των τραυμάτων, των αποτυχιών και των συντριβών, εντέλει μπορεί και να σου ξημερώσει. Ουφ!

Μακάρι, αχ μακάρι να ξημερώσει.