Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Εκατό Χρόνια Μοναξιάς

Εξαιρετικός και ο δεύτερος κύκλος της τηλεοπτικής μεταφοράς του βιβλίου "Εκατό χρόνια μοναξιάς" του Μάρκες (Netflix). Χάρις την αριστοτεχνική σκηνοθεσία των δύο κολομβιανών δημιουργών, Laura Mora και Carlos Moreno, επιτυγχάνεται κάτι που έμοιαζε ακατόρθωτο: να υπηρετηθεί το φοβερά δύσκολο, πυκνό, πολυπρόσωπο και αφηγηματικά δαιδαλώδες έργο με σεβασμό και αξιοθαύμαστη πιστότητα, χωρίς να απλοποιείται ούτε να μετατρέπεται σε μία «εύπεπτη» τηλεοπτική ιστορία. 

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει όμως και στην επιλογή του καστ, με την πλειονότητα των ηθοποιών να είναι Κολομβιανοί, γεγονός που προσδίδει στη σειρά μια αυθεντικότητα που δύσκολα θα μπορούσε να επιτευχθεί διαφορετικά. Από τα καλύτερα πράγματα που μας έχει χαρίσει η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Κόκκινη Ραφήνα

 

Η Ραφήνα έχει, νομίζω, καταχωρηθεί στη συνείδηση των περισσότερων ως λιμάνι. Αφίξεις και αναχωρήσεις πλοίων, άνθρωποι που σέρνουν βαλίτσες, ουρές αυτοκινήτων, σύντομες στάσεις για καφέ ή κάτι πρόχειρο στα γρήγορα.

Χθες το απόγευμα, όμως, στον μεγάλο μου περίπατο κατά μήκος της ακτογραμμής της, παρέα με τους σφοδρούς ανέμους που πετούσαν τη μανιασμένη θάλασσα πάνω στα βράχια, η Ραφήνα μού αποκάλυψε ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο. Οι συναρπαστικές εικόνες των δραματικών της τοπίων υπό το κόκκινο φως της Δύσης, απέδειξαν πως, εκτός από σημείο μετάβασης, μπορεί να είναι και σημείο προορισμού.

Οι ταυτότητες και οι ταξινομήσεις δύσκολα χωρούν την πολυπλοκότητα ενός τόπου -ή ενός ανθρώπου- όσο κι αν διευκολύνουν τη σκέψη μας. Ο William James έγραφε πως ο καθένας μας έχει τόσους διαφορετικούς (κοινωνικούς) εαυτούς όσοι είναι και οι άνθρωποι που μας γνωρίζουν. Εντέλει κανένας τόπος και κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα πράγμα. Αλλάζουμε όλοι ανάλογα με τον εκάστοτε καιρό που μας κυβερνά και ανάλογα με το εκάστοτε βλέμμα που μας κοιτάζει.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Ερημιές (περίπου)


Τα τελευταία χρόνια, η Αθήνα δεν αδειάζει τον Αύγουστο. Αφενός έχουν παρέλθει οι εποχές των πολυήμερων διακοπών για τους Αθηναίους και αφετέρου η πόλη φιλοξενεί πια τόσους τουρίστες που τουλάχιστον το κέντρο της σφύζει από πολυκοσμία ακόμα και καταμεσής του Αυγούστου. 

Η έρημη Αθήνα των παλαιότερων χρόνων, μπορεί πράγματι να προσέφερε την ησυχία των άδειων γειτονιών της και την ευκολία των ανοιχτών δρόμων της, αλλά -εμένα τουλάχιστον- μου προκαλούσε κάποια μελαγχολία: τα κλειστά καταστήματα, τα κατεβασμένα ρολά και η έλλειψη ζωής, θαρρώ πως αφήνουν ακόμα πιο έκθετες τις πολλές ασχήμιες της, με αποτέλεσμα γειτονιές όπως τα Πατήσια, η Καλλιθέα, τα Εξάρχεια, οι Αμπελόκηποι και η Κυψέλη να μοιάζουν με δυστοπικά σκηνικά σε ταινία καταστροφής. 

Εν πάση περιπτώσει, ο κόσμος μπορεί να μην εγκαταλείπει πλέον την πρωτεύουσα με την ίδια ένταση και διάρκεια, αλλά την ησυχία του συνεχίζει να τη βρίσκει κανείς στην αυγουστιάτικη πόλη, εάν και εφόσον το επιδιώξει.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Σκόρπιες φωτογραφίες από την Πρέβελη









Κι εσείς του Αρσακείου είστε;

Στην ανατολική Ροδόπη, καμιά τριανταριά χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Κομοτηνής, βρίσκεται το Αρσάκειο, ένα πεδινό χωριό στο ανατολικό άκρο του κάμπου. Η παλαιότερη ονομασία του ήταν Ασάκιοϊ, που στα τούρκικα παραπέμπει στο χαρακτηρισμό «κάτω χωριό» (σε αντίθεση με τις γειτονικές Σάπες που ήταν το «πάνω χωριό»), αλλά το 1920 μετονομάστηκε σε Αρσάκειον, προφανώς μέσα στο γενικότερο κύμα εξελληνισμού των τοπωνυμίων. 

Ομολογώ πως το όνομα ήταν αυτό που οδήγησε κι εμένα εδώ: παραξενεύτηκα σαν είδα την πινακίδα και σταμάτησα, γυρεύοντας να βρω κάποια εξήγηση.

Καθ'όπως έμαθα, πρόκειται για έναν παλιό οθωμανικό οικισμό, ο οποίος μετά το 1922 μετασχηματίστηκε σε μικτό χωριό με την εγκατάσταση χριστιανικού προσφυγικού πληθυσμού από την Ανατολική Θράκη. 

Οι περισσότεροι πρόσφυγες προέρχονταν από το Θυμίτκιοϊ της περιοχής των Μαλγάρων, ενώ εγκαταστάθηκαν επίσης οικογένειες από άλλα μέρη της Ανατολικής Θράκης, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. 

Σήμερα το Αρσάκειο παραμένει ένα μικρό, αγροτικό χωριό με ήσυχους δρόμους, χαμηλά σπίτια και αψηλές μάντρες που μάλλον σκοπίμως κρύβουν τα ενδότερα. Ανάμεσα στα σπίτια στέκει το τζαμί με το λευκό του μιναρέ. Ψυχή δεν συνάντησα, εκτός από έναν ρέμπελο σκύλο που την είχε αράξει σε μία σκιά και δεν σήκωσε καν το κεφάλι του να με κοιτάξει. 

Σε ένα πλάτωμα, είχαν αραδιαστεί σωροί από ηλιοτρόπια για να ξεραθούν κάτω από τον καυτό ήλιο. Θαύμασα το πείσμα τους: ακόμα και κομμένα, επέμεναν να τον κοιτάζουν. 

Τελικά άκρη δεν έβγαλα με το όνομα (φοβάμαι ότι επιλέχθηκε απλώς γιατί ηχητικά θυμίζει το παλιό οθωμανικό τοπωνύμιο), αλλά βρήκα ιδιαιτέρως διασκεδαστική τη σκέψη ότι οι γυναίκες κάτοικοι του χωριού μπορούν ωραιότατα να αποκαλούνται Αρσακειάδες, αντί του πιο πεζού "Αρσακιώτισσες". Ή την πονηρή σκέψη να πάει κανείς να γραφτεί στην κεντρική σχολική μονάδα του εν Αθήναις Αρσακείου και να ρωτήσει αν δύναται να παρακολουθήσει μαθήματα στο παράρτημα της Ροδόπης. 

Επιστρέφοντας στο σημείο που είχα παρκάρει το αμάξι, ξαναπέρασα από τον σκύλο που συνέχισε να απολαμβάνει τις ξάπλες του, αδιαφορώντας για την παρουσία μου. Οριακά κούνησε μια-δυο φορές την ουρά του (δείγμα ότι με κατάλαβε), αλλά ούτε φρύδι δεν σηκώθηκε. Μπλαζέ, τι περιμένεις; Του Αρσακείου κι αυτός.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Τα ελάφια της Νάρα

Η Νάρα υπήρξε η πρώτη (σταθερή) πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, από το 710 έως το 784 και θεωρείται ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς εδώ τέθηκαν οι βάσεις για τη συγκρότηση του πρώιμου ιαπωνικού κράτους και την εδραίωση του βουδισμού. Σε μία σχετικά μεγάλη καταπράσινη έκταση στο ιστορικό κέντρο της πόλης, θα συναντήσεις ιερά, ναούς, μονοπάτια, τουρίστες και κάμποσους Ιάπωνες με παραδοσιακές ενδυμασίες.

Το στοιχείο όμως που κλέβει την παράσταση και καταλαμβάνει υποχρεωτικά πρωταγωνιστικό ρόλο στις φωτογραφίες είναι τα περίφημα ελάφια που σουλατσάρουν στο χώρο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο θεός Takemikazuchi έφθασε στην πόλη Νάρα καβάλα σε ένα λευκό ελάφι -επιλογή κάπως αξιοπερίεργη, δεδομένου ότι ο εν λόγω ήταν θεός του κεραυνού, των συγκρούσεων και λίγο ζοχάδας. Έκτοτε, τα συμπαθή τετράποδα θεωρήθηκαν ιερά και μέχρι σήμερα προστατεύονται αυστηρά, ενώ περιφέρονται ελεύθερα, τρυπώνουν ανενδοίαστα στα πιο απίθανα μέρη, ποζάρουν νωχελικά και βεβαίως έχουν το ακαταλόγιστο ακόμα κι όταν κάνουν τις πιο απίθανες σκανδαλιές όπως το να βουτήξουν κάποιο αντικείμενο από τα καταστήματα της περιοχής ή να σε πάρουν στο κατόπι για να τους δώσεις κάτι να φάνε. Περιμένεις να συναντήσεις το Μπάμπι το ελαφάκι και σου εμφανίζεται ο Μπάμπης ο τραμπουκάκος.

Από τους πάγκους με τα μεροραμπίλια, μπορείς να αγοράσεις ένα ειδικό κράκερ από πίτουρο ρυζιού και αλεύρι που λέγεται shika senbei και αρέσει ιδιαιτέρως στα ελάφια για να τα ταΐσεις με αυτό (αν και έχουν τελευταία δημοσιευτεί μελέτες που διατείνονται ότι η σχεδόν μονοφαγική του κατανάλωση, ίσως δεν ωφελεί ιδιαιτέρως την υγεία τους). Το αξιοπερίεργο είναι ότι άπαξ και τους δώσεις κανένα τέτοιο κράκερ, πολλά ελάφια σου κάμουν υπόκλιση με την ελπίδα να λάβουν κι άλλο. Ο Παβλόφ θα το έλεγε εξαρτημένη αντίδραση, ήτοι διασύνδεση συγκεκριμένου ερεθίσματος με προσδοκώμενη ανταμοιβή.

Εγώ θα πω ότι σε μία χώρα όπου η υπόκλιση δεν είναι απλώς ένας χαιρετισμός ευγενείας, αλλά σημαντικός κώδικας κοινωνικής αλληλεπίδρασης που δηλώνει σεβασμό, ευγνωμοσύνη, απολογία ή και αναγνώριση της θέσης του άλλου, η (ας πούμε) αφομοίωση και αναπαραγωγή του πρωτοκόλλου ακόμα και από τα ελάφια, είναι τελοσπάντων ανησυχητικά ύποπτη.