Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Καμικάζι αγάπη μου

Πριν μερικές ημέρες, επιστρέφοντας από το σουπερμάρκετ και φορτωμένος με τις σακούλες από τα ψώνια, παρατήρησα στην είσοδο της πολυκατοικίας έναν λευκό φάκελο που έμοιαζε με λογαριασμό. Επάνω του είχε γραμμένο το όνομά μου με λατινικούς χαρακτήρες. Με ξένισε λίγο, διότι τα τελευταία χρόνια λαμβάνω σπανίως κάποιον φάκελο -καθώς άπαντες οι λογαριασμοί μου έρχονται διαδικτυακά και βεβαίως, έχουν παρέλθει προ πολλού οι εποχές που αντάλλασσα γράμματα ή ευχετήριες κάρτες ταχυδρομικώς. 

Αφού έβαλα τα γιαούρτια στο ψυγείο και τα απορρυπαντικά στο ντουλάπι, πήρα στα χέρια μου τον φάκελο και άρχισα να τον περιεργάζομαι. Το μόνο που έγραφε ήταν "Gemeinde Kiedrich, Deutschland" και παραδίπλα είχε έναν θηραιό με έναν πύργο, κάτι ρόδακες και έναν σταυρό. Ως φαίνεται, αποστολέας ήταν κάποιος από τη Γερμανία. Μήπως με θυμήθηκε ένας άγνωστος συγγενής μου και κληρονόμησα τον πύργο του στον Μέλανα Δρυμό; Μήπως μου έστειλε ευχαριστήρια επιστολή η Nina Hagen που την έχω βάλει σε ένα playlist που ακούω στο αυτοκίνητο; Ως και στη Βίκυ Λέανδρος πήγε το μυαλό μου, για να καταλάβεις πόσο καθόλου δεν διατηρώ σχέσεις και αλληλογραφίες με τη Γερμανία. Η περιέργειά μου άρχισε να φουντώνει.

Ανοίγω τον φάκελο και περιείχε δύο χαρτιά. Άρχισα να διαβάζω το πρώτο εξ αυτών (στα γερμανικά), το οποίο αφού αράδιαζε μία σειρά από νόμους και διατάξεις, κατέληγε στο ότι μου είχε επιβληθεί πρόστιμο τριάντα ευρώ. Κούνησα το κεφάλι μου με πραγματική απορία και δοκίμασα να το ξαναδιαβάσω, μήπως τυχόν δεν είχα καταλάβει κάτι σωστά. Δεν γίνεται, αποκλείεται! Τα έχουμε βρει με τη Γερμανία για τα χρωστούμενα, έχομεν κάμνει τους διακανονισμούς μας με τρία συναπτά Μνημόνια, έχομεν φάει τις περικοπές μισθών μας, με ποια αφορμή έρχεται τώρα και με εγκαλεί. 

Ανασκουμπώθηκα και διάβασα πιο προσεκτικά: επρόκειτο για μία κλήση για υπερβολική ταχύτητα που απ' ό,τι φαίνεται, μου επιβλήθηκε τον περασμένο Οκτώβρη σε ένα χωριό δίπλα στο Ρήνο και το οποίο μου είχε αποσταλεί με καθυστέρηση εννιαμήνου. Άνοιξα το Google Maps να εντοπίσω το χωριό, άνοιξα και το ημερολόγιό μου να δω που διάολο βρισκόμουν στη συγκεκριμένη ημερομηνία και ποιο άλλοθι μπορούσα να επικαλεστώ, αλλά δυστυχώς οι αποδείξεις ήταν καταπέλτης εναντίον μου: πέρασα όντως από το συγκεκριμένο χωριό στα τέλη Οκτώβρη. Δηλώνω ένοχος, κύριοι ένορκοι. Καταδικάστε με, στείλτε με στην αγχώνη, τ'ομολογώ το έγκλημά μου: προφανώς ήμουν εγώ ο καμικάζι!

Ταπεινωμένος συνέχισα να διαβάζω τις λεπτομέρειες της παράβασής μου. Και συνειδητοποιώ με έκπληξη ότι πήγαινα (έστω "έτρεχα") με 58 χιλιόμετρα την ώρα σε ένα σημείο όπου το όριο ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα. Καταλαβαίνεις ότι μου γύρισε το μάτι ανάποδα, μπήκε ο διάολος μέσα μου, πέρασα το Gemeinde Kiedrich και τους κατοίκους του γενεές δεκατέσσερις, ευχήθηκα να πλημμυρίσει ο Ρήνος και να τους μαζεύουμε με τις βάρκες από τις στέγες τους. Θυμήθηκα τις πολεμικές αποζημιώσεις, το κατοχικό δάνειο, τα σκάνδαλα της Siemens, τους γκαστερμπάιντερ, το "Μια βραδιά στο Λεβερκούζεν". Ως και τη Nina Hagen έβγαλα από το playlist. Που να μην τη θυμάται ούτε η μάνα της, την ατάλαντη γερμαναρού!

Το κείμενο κατέληγε στο ότι πρέπει να πληρώσω τα τριάντα ευρώ μέσα σε μία εβδομάδα (μου είχε και το IBAN, τα τραπεζικά έξοδα δικά μου), ενώ το δεύτερο έντυπο ήταν μία δήλωση αμφισβήτησης που θα μπορούσα να τους αποστείλω -αλλά στην οποία υπήρχε η προειδοποίηση ότι αν τυχόν τη συμπλήρωνα και την έστελνα, ενείχα τον κίνδυνο να προσαχθώ σε δίκη. Δεν πίστευα στα μάτια μου: για υπέρβαση οκτώ χιλιομέτρων σε σχέση με το όριο. 

Που δηλαδή μπορεί να γκάζωσα βρε αδελφέ στα 58 χιλιόμετρα για να αποφύγω ένα κουνάβι. Ή που μπορεί να μου ξέφυγε εκείνη τη στιγμή το πεντάλ και να πάτησα την αμέσως επόμενη στιγμή το φρένο για να επανέλθω. Οδηγώ από τα 18 μου, έχω εμπειρία δρόμου από καμιά 30αριά χώρες, έχω οδηγήσει δίπλα σε παγετώνες στην Ισλανδία, σε απόκρημνες διαδρομές στις Εβρίδες, σε ερήμους στην αραβική χερσόνησο, με δεξιοτίμονο στην Αγγλία, την Ιρλανδία, την Κύπρο και τη Μάλτα, έχω βρεθεί οδηγώντας σε μποτιλιάρισμα ωρών στην Ναζαρέτ (δεν θες να ξέρεις), σε δρόμο καρμανιόλα στο Ποζιτάνο υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες και πίσσα σκοτάδι, σε παζάρι στην Καισάρεια ανάμεσα σε ένα κάρο που το έσερνε γάιδαρος και σε ένα τρακτέρ φορτωμένο με κότες. Και είμαι πάντα πάρα πολύ προσεκτικός. Και κυρίως, πάρα πολύ συνεπής. Όσο πιο συνεπής γίνεται στους κανόνες, στις πινακίδες, στον κώδικα κυκλοφορίας.

Ναι, με έπιασε το παράπονο. Σκέφτηκα ότι η παράβαση αυτή στην Ελλάδα μοιάζει με ανέκδοτο. Στους δικούς μας δρόμους, το να παραβεί κάποιος το όριο ταχύτητας κατά 20, 30 ή 40 χιλιόμετρα την ώρα, το να περάσουν δυοτρία αμάξια ενώ ανάβει το κόκκινο, το να αφήσεις το αυτοκίνητο ή τη μηχανή παρκαρισμένα πάνω στο πεζοδρόμιο ή σε διπλή σειρά φράττοντας άλλους, το να στρίψεις παράνομα σε μονόδρομο διότι σε βολεύει, το να καβαλήσεις πεζόδρομο, το να αγνοήσεις κάποιο στοπ σε μη πολυσύχναστο σταυροδρόμι αποτελούν εθιμικούς κανόνες και έχεις μάθει να ζεις με τερατώδεις οδηγικές συμπεριφορές. Δεν διανοείσαι καν να σταματήσεις σε διάβαση για να περάσει πεζός ενώ έρχεται άλλο αμάξι πίσω σου, διότι κινδυνεύεις να πέσει πάνω σου ο από-πίσω και να σε συντρίψει. Κι αν δεν είναι όλα αυτά ενδεικτικά ενός τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς, αν δεν είναι απολύτως ταιριαστά με την έκπτωση αξιών για την οποία συζητούμε ξανά και ξανά, τότε τι είναι;

Κοίταξα και πάλι την κλήση που μου είχε επιδοθεί. Άνοιξα τον υπολογιστή μου και προχώρησα στην πληρωμή του ποσού. Και τώρα, τριαντατόσο ευρώ φτωχότερος και πλήρως μεταμελημένος για την παραβατική μου συμπεριφορά, σκέφτηκα πως αλήθεια θα ήταν πολύ, πολύ καλύτερη η ζωή μας αν επιδίδονταν πρόστιμα και εδώ για υπέρβαση οκτώ χιλιομέτρων. Πως οι κανόνες είναι για να τηρούνται. Πως οι οργανωμένες κοινωνίες απαρτίζονται από υπεύθυνους πολίτες. Οι οποίοι πρέπει να εγκαλούνται ακόμα και για τα μικρά. Αλλά σίγουρα για τα μεγάλα. Γιατί η καθημερινή κοινωνική μας εμπειρία είναι μία συνεχής άσκηση: σεβασμού και εμπιστοσύνης. Μόνο έτσι μπορεί να ελπίζει κανείς στη βελτίωση και στην πρόοδο. 

Ο Έλληνας μέσα μου σιχτίρισε για αυτό το αυστηρό πρόστιμο. Εγώ όμως χαμογέλασα και αποδέχτηκα πλήρως το δίκαιον της επιβολής του. Που μου επιβεβαίωσε πως αν πράγματι αξιώνεις μία οργανωμένη και ευνομούμενη κοινωνία, πρέπει να την τιμάς. Καθημερινά και ακατάπαυστα. Ακόμα και αν πολλοί άλλοι τριγύρω σου δεν το κάμουν.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Τ'αλατιού

Στη βόρεια άκρη του Γκότζο, του δεύτερου μεγαλύτερου νησιού της Μάλτας, απλώνεται ένα από τα πιο παράξενα τοπία που μπορείς να συναντήσεις στη Μεσόγειο. 

Πρόκειται για χαμηλές βραχώδεις πλατφόρμες από κοραλλιογενή ασβεστόλιθο, γεννημένες πριν από περίπου τριάντα εκατομμύρια χρόνια στον πυθμένα (κάποτες) μιας αρχαίας θάλασσας, που όμως δεν έχουν λαξευτεί μονάχα από τα κύματα και τον άνεμο, αλλά και από ανθρώπινα χέρια.

Ναι, είναι αλυκές. Κάποιες από αυτές πιστεύεται ότι ανάγονται στη ρωμαϊκή εποχή, ίσως ακόμη και παλαιότερα, αν και οι περισσότερες έχουν πάρει τη σημερινή τους μορφή μέσα στους τελευταίους τρεις-τέσσερις αιώνες. 

Η διαδικασία συλλογής του αλατιού είναι κι εδώ απλή: η θάλασσα γεμίζει τις λαξευμένες δεξαμενές, ο δυνατός μεσογειακός ήλιος και ο άνεμος εξατμίζουν το νερό και εκείνο που απομένει είναι το αλάτι. 

Το οποίο μπορεί σήμερα να κοστίζει ελάχιστα και να τ’ αποφεύγεις γιατί το’χεις συνδέσει με αυξημένη αρτηριακή πίεση και στο’χει περιορίσει ο γιατρός σου, αλλά τους προηγούμενους αιώνες αποτελούσε ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά, καθώς χρησίμευε ως βασικό μέσο συντήρησης τροφίμων πριν την εφεύρεση της ψύξης. 

Χάρη στο αλάτι μπορούσαν να διατηρηθούν τρόφιμα όπως το κρέας, τα ψάρια, τα τυριά και τα λαχανικά για μήνες, γεγονός που επέτρεψε στους ανθρώπους να ταξιδεύουν, να τροφοδοτούν στρατούς, να επιβιώνουν τον χειμώνα και να αναπτύσσουν εμπορικά δίκτυα μεγάλων αποστάσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι για την εκμετάλλευση του αλατιού, δημιουργήθηκαν εμπορικοί δρόμοι, επιβλήθηκαν φόροι, ξέσπασαν συγκρούσεις και χτίστηκαν περιουσίες. 

Για τη μεταφορά του πολύτιμου αυτού αγαθού, οι Ρωμαίοι -που ήταν μανούλες σε κάτι τέτοια- είχαν σιάξει τη διάσημη Via Salaria, τον «Δρόμο του Αλατιού», ενώ από το λατινικό salarium –το επίδομα που συνδεόταν με την προμήθεια αλατιού– προέρχεται η αγγλική λέξη salary.  

Εδώ στο Γκότζο, οι τετράγωνες και ορθογώνιες δεξαμενές απλώνονται μέχρις εκεί που σκάει το κύμα, σχηματίζοντας ένα τεράστιο γεωμετρικό μωσαϊκό. Άλλες είναι γεμάτες με νερό που αντανακλά τον ουρανό σαν καθρέφτης, άλλες έχουν στεγνώσει αφήνοντας πίσω τους μια λεπτή λευκή κρούστα αλατιού. 

Ξωπίσω τους ασβεστολιθικοί λόφοι με καφετιά και γκρίζα χρώματα συμπληρώνουν ένα τοπίο σχεδόν εξωγήινο που μοιάζει να ξεπήδησε από το Star Wars ή το Dune -καλού κακού κράτα αναμμένη τη μηχανή στο διαστημόπλοιο, μήπως πεταχτεί κάνα γιγάντιο σκουλήκι και απογειωθούμε να γλιτώσουμε.

Εγώ λοιπόν που γενικώς δεν το προτιμώ ιδιαιτέρως το αλάτι (ενίοτε ξεχνάω ολωσδιόλου να το βάλω στο φαΐ μου), τις αλυκές πολύ τις εκτιμώ. 

Ίσως γιατί μου αρέσει αυτός ο αργός, σχεδόν τελετουργικός κύκλος τους: το γέμισμα, η εξάτμιση, η συλλογή, κι έπειτα φτου κι από την αρχή. Ίσως γιατί, σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν αναλώσιμα και τυποποιημένα, το αλάτι εξακολουθεί να παράγεται με τον ίδιο τρόπο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Με τον ίδιο ήλιο. Με την ίδια θάλασσα. Και με την ίδια υπομονή. 

Σε μια ζωή που εξαντλείται, ανεξάντλητο θαρρείς πως είναι τουλάχιστον αυτό.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

All that Jaz!





Nωρίς το πρωί: ελάχιστος κόσμος, άδειες ξαπλώστρες και μοναδικός ήχος στ'αυτιά σου ο τρυφερός παφλασμός από το κυματάκι που χαϊδεύει την ακτή. Ο κόλπος της χρυσαφένιας παραλίας Jaz -μιας από τις μεγαλύτερες και ομορφότερες του Μαυροβούνιου- αγκαλιάζεται αμφιθεατρικά από κατάφυτους λόφους που πρασινίζουν τα νερά καθώς κοιτάζονται μέσα τους. Και η Αδριατική μπροστά σου, ένας ορίζοντας που σβήνει όλες τις κουρασμένες σκέψεις.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Bad Daddy

Μετά από μία γεμάτη μέρα ατελείωτου περπατήματος μέσα στην παχιά ζέστη της Αλαμπάμα, καταλήγεις εντέλει αργά το απόγευμα με τ’αμάξι σε ένα από τα malls περιμετρικά του Μοντγκόμερι για κάτι μικροαγορές που χρειάζεσαι. Η ζέστη σε έχει καταβάλει, η κούραση βαραίνει τα πόδια σου, νιώθεις ότι είναι ώρα επιτέλους να επιστρέψεις στη βάση σου. Όμως εκεί που πλησιάζεις στο αμάξι με τις σακούλες, σε μία στιγμή αδυναμίας, εμφανίζεται μπροστά σου ο Bad Daddy -φαστφουντάδικο ολκής με την τηγανίλα να μαστιγώνει τα ρουθούνια σου. 

Κοντοστέκεσαι, λες στον εαυτό σου πως όχι, δεν πρέπει να υποκύψεις, δεν γίνεται να λυγίσεις, οφείλεις να επιδείξεις πυγμή και ανωτερότητα. Προσπαθείς να εστιάσεις σε ενάρετες σκέψεις: στo γιαουρτάκι και τα φρουτάκια που έχεις στο ψυγείο σου και σε περιμένουν υπομονετικά να γυρίσεις, στους fitness influencers με τις δεκάδες συνταγές για overnight oats και detox smoothies, στο αφιέρωμα της εκπομπής “Όλα για την Υγεία” στην κακή χοληστερίνη και σε εκείνον τον διατροφολόγο-γιατρό που πετάγεται στη ροή του TikTok σου, κόβοντάς σου τη χολή και επισημαίνοντας με στόμφο ότι θα έπρεπε να ντρέπεσαι αν δεν μασουλάς καθημερινώς ραπανάκι και μπρόκολο. 

Αλλά ο Bad Daddy γεννήθηκε αμείλικτος. Ποδοπατάει τις άμυνές σου, χλευάζει την αυτοπειθαρχία σου, σε καμακώνει από τη μύτη και σε σέρνει στα ενδότερα. Εμφανίζεται σύντομα στο τραπέζι σου πιτσιρίκα-σερβιτόρα με ψεύτικες βλεφαρίδες, πράσινα βαμμένα νύχια, ξανθά extensions και τσίχλα στο στόμα και σου προσφέρει το menu. 

Ανασυγκροτείσαι, παίρνεις βαθιές ανάσες, αναζητάς τις σαλάτες στην πίσω σελίδα και λες στον εαυτό σου ότι εντάξει, ψυχραιμία, μπορεί να υπέκυψες, αλλά δεν χρειάζεται και να ξεκοιλιαστείς. Εντοπίζεις μία σάχλα τύπου power bowl με μαρούλια, καρότα και κομματάκια αβοκάντο νάχαμε-ναλέγαμε. Λες αποφασιστικά “ετούτο θα πάρω για να μην έχω τύψεις το βράδυ” και κάνεις manifestation επαναλαμβάνοντας στο μυαλό σου ότι δεν πεινάς άλλωστε και τόσο πολύ.

Ξανάρχεται η πιτσιρίκα και ενώ τα είχες ξακάθαρα συμφωνήσει μέσα σου, ακούς τον εαυτό σου να παραγγέλνει ενενδοίαστα τσιπς πατάτας με τριπλέτα pimento cheese/μαγιονέζας/aioli σος, μερίδα onion rings και το έξτρα μπιγκ μπέργκερ με τις γλυκοπατατούλες τις τηγανητές. 

Μερικά λεπτά αργότερα και ενώ προσπαθείς ακόμα να συνέλθεις από το σοκ της κατάπτυστης λιγοψυχίας σου, η πιτσιρίκα σού τα σερβίρει, παρέα με μία τεράστια παγωμένη κοκακόλα με free refill. Της κάνεις νόημα τύπου “keep them coming” κι εκείνη σου κλείνει πονηρά το μάτι. Ακολουθούν splatter σκηνές σαβουριάσματος με την κέτσαπ να ρέει αμαρτωλά στα δάχτυλά σου. Έχεις παραδοθεί άνευ όρων στην παρακμή σου. 

Αλλά αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό το παιχνίδι ήταν εξαρχής χαμένο. Γιατί ο Bad Daddy είναι ο λόγος που οι δίαιτες γράφονται πάντα σε μέλλοντα χρόνο. Είναι το μέρος όπου οι καλές προθέσεις πηγαίνουν για να πεθάνουν ευτυχισμένες.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Ξερόχορτα

Ο καθαρισμός των οικοπέδων από τα ξερά χόρτα αποτελεί ένα απολύτως δίκαιο και εύλογο μέτρο. Σε μια χώρα όπου δάση, περιουσίες και ανθρώπινες ζωές απειλούνται την καλοκαιρινή περίοδο από πυρκαγιές, η πρόληψη δεν μπορεί παρά να είναι υποχρέωση όλων.

Ως αποτέλεσμα του μέτρου και υπό το φόβο των προστίμων, χιλιάδες ιδιοκτήτες βρέθηκαν τα τελευταία χρόνια την περίοδο Μαΐου-Ιουνίου να ψάχνουν κάποιο συνεργείο για να καθαρίσει το οικόπεδό τους. Η ζήτηση εκτοξεύθηκε, η προσφορά παρέμεινε περιορισμένη και η αγορά αντέδρασε με τον αναμενόμενο τρόπο: οι τιμές ανέβηκαν. Και επειδή όλοι γνωρίζουμε την ελληνική πραγματικότητα, νομίζω είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι σχεδόν ουδείς από αυτούς που καθαρίζουν οικόπεδα εκδίδει αποδείξεις. Επομένως τα αγριόχορτα κόβονται, αλλά η παραοικονομία ανθεί.

Και κάπως έτσι έχουμε μια κραυγαλέα περίπτωση «ακούσιων συνεπειών» (unintended consequences): μια ρύθμιση που επιχειρεί να λύσει ένα πρόβλημα παράγει στρεβλώσεις που (περιέργως;) δεν είχαν προβλεφθεί. Το κράτος αναθέτει ευθύνη στους πολίτες χωρίς όμως να εξασφαλίζει ότι υπάρχει η αναγκαία αγορά υπηρεσιών για να ανταποκριθεί στην ανάγκη που τους δημιούργησε και -κυρίως- χωρίς να τους προφυλάσσει με δικλείδες ασφαλείας (π.χ. πιστοποιημένα συνεργεία καθαρισμού ανά δήμο με διαφανή τιμολόγηση υπηρεσιών και εξονυχιστικούς ελέγχους για έκδοση αποδείξεων). 

Με τον τρόπο αυτό, η νέα κατάσταση λειτουργεί υπέρ όσων κινούνται οπορτουνιστικά, απολαμβάνοντας αφορολόγητα έσοδα μέσα σε μια αγορά που επαυξήθηκε δραματικά με διοικητική πράξη (αυτό καλείται "regulatory windfall", ήτοι απροσδόκητο όφελος που προκύπτει για κάποιους ως αποτέλεσμα κυβερνητικής πολιτικής). Από την άλλη, το κράτος στερείται εντέλει πολύτιμων φορολογικών εσόδων από χρήματα που χάνονται στη μαύρη τρύπα της παραοικονομίας ενώ θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν (και) για τη χρηματοδότηση της πολιτικής προστασίας. 

Με μισές δουλειές δεν τη γλιτώνουμε την πυρκαγιά.

ΥΓ. Άλλα τέτοια παραδείγματα "regulatory windfall" ήταν η ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων που δημιούργησε μαζική ζήτηση για ενεργειακούς επιθεωρητές ή τα rapid tests κατά την πανδημία που δημιούργησαν ζήτηση για διαγνωστικά κέντρα και βιοϊατρικά εργαστήρια -με διαφορετικά περιθώρια φοροδιαφυγής ανά περίπτωση.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Merkel, She Wrote

Οριακά προλαβαίνεις κάποια από τις τελευταίες παραστάσεις του θεατρικού «Miss Merkel – Mord in der Uckermark», εδώ στο Βερολίνο. Το έργο αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου best seller του David Safier με την υπόθεση να περιστρέφεται γύρω από έναν φόνο τον οποίο υποτίθεται ότι εξιχνιάζει η συνταξιούχος Μέρκελ χάρις την παροιμιώδη παρατηρητικότητα και υπομονή της. Κάτι σαν γερμανική εκδοχή της Miss Marple αν της προσθέσεις σατυρικά στοιχεία (την Μέρκελ υποδύεται ο Christoph Marti), μπριόζα μουσική και τραγούδια, μερικά πολιτικά σχόλια και την περιβόητη «Merkel-Raute» (τη χαρακτηριστική στάση των χεριών της). 

Πάντως μετά την επιτυχία που σημείωσε η εν λόγω παράσταση, αναμένω το ανέβασμα και σε κάποια αθηναϊκή σκηνή. Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι, στην ελληνική του εκδοχή, το έργο πρέπει να έχει χαρακτηριστικά θρίλερ ή splatter. 

Και ο τίτλος πρέπει να αλλάξει σε «Μαντάμ Μέρκελ».

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Free Riders

Η πρόταση για δωρεάν μέσα μαζικής μεταφοράς ακούγεται, εκ πρώτης όψεως, ελκυστική. Ποιος θα έλεγε όχι σε μια τέτοια διευκόλυνση που μειώνει το κόστος μετακίνησης για όλους (αν και η πρόταση αφορά μόνο τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, επομένως ήδη από την πρώτη στιγμή καθίσταται προσβλητικά μεροληπτική); Και τελοσπάντων το κάνουν στο Λουξεμβούργο, το έχουν επιχειρήσει στη Μάλτα, την Εσθονία και αλλού. Μόνο που η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η κατάργηση του εισιτηρίου δεν αρκεί για να εγκαταλείψει ο κόσμος το αυτοκίνητο. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η τιμή, αλλά η συχνότητα των δρομολογίων, η αξιοπιστία, η κάλυψη του δικτύου και ο χρόνος μετακίνησης. Και όλα αυτά δεν είναι εύκολο να βελτιωθούν, πόσο μάλλον όταν μεμιάς εξαφανίσεις τα έσοδα από τα εισιτήρια. 

Υπάρχει όμως και μια λιγότερο προφανής διάσταση στην όλη συζήτηση: το μήνυμα που εκπέμπει ένα τέτοιο μέτρο. Σε μια χώρα όπου η λαθρεπιβίβαση παρουσιάζεται από κάποιους (free riders) ως δικαιολογημένη «πράξη αντίστασης» απέναντι σε ένα κράτος που δεν λειτουργεί ή ενίοτε και ως επίδειξη μαγκιάς, η πλήρης κατάργηση του εισιτηρίου κινδυνεύει να εκληφθεί ως εκ των υστέρων δικαίωση της λογικής του «δεν πληρώνω». Όσοι προσκολλούνταν πίσω από άλλους για να περάσουν τις μπάρες ή αντάλλασσαν εισιτήρια (αδυνατώντας να κατανοήσουν πόσο βαθιά αντικοινωνική είναι αυτή η πρακτική τους), θα μπορούν να ισχυριστούν ότι τελικά δικαιώνονται. 

Το πιο προβληματικό, όμως, αφορά -ως συνήθως- τη σιωπηλή πλειοψηφία. Εκείνους που πλήρωναν πάντα το εισιτήριό τους, όχι επειδή τους περίσσευαν τα χρήματα, αλλά επειδή θεωρούσαν αυτονόητο ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους και ότι η συμμόρφωση είναι προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία μιας κοινωνίας. Για αυτούς, το μήνυμα είναι ότι η συνέπεια δεν επιβραβεύεται ποτέ, ενώ η παραβατικότητα συγχωρείται και η απαλλαγή από την προσωπική ευθύνη κανονικοποιείται. Μας έχει άλλωστε συνηθίσει το ελληνικό κράτος σε τέτοιες πρακτικές με τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων ή την χαριστική επιστροφή πινακίδων σε οδηγούς την εορταστική περίοδο.

Αν η πρόταση περί δωρεάν μετακινήσεων αποτελούσε μέρος μιας σοβαρής συζήτησης κοινωνικής μηχανικής, θα μπορούσε ίσως να ληφθεί υπόψη. Είναι όμως προφανές πως αξιοποιείται εδώ απλώς ως ένα ακόμη εύκολο πυροτέχνημα στην προεκλογική αγορά υποσχέσεων: μια πρόταση που αντιγράφουμε προχείρως από αλλού για να δημιουργήσουμε θόρυβο, χωρίς να ενδιαφερόμαστε πραγματικά να λύσουμε κάποιο πρόβλημα (εν προκειμένω το πρόβλημα είναι το χαμηλό επίπεδο εξυπηρέτησης του πολίτη από τα μέσα μαζικής μεταφοράς και το κυκλοφοριακό χάος στους δρόμους).

Σημείωση: Έβγαλα φωτογραφία τη διαφήμιση γνωστού εντομοαπωθητικού σε στάση λεωφορείων για να τη χρησιμοποιήσω κάπου ως παράδειγμα guerrilla marketing, αλλά ταιριάζει με έναν τρόπο και στην ανάρτηση, οπότε voila!

David Hockney

Οι πίνακες του David Hockney μιλούν μια οπτική γλώσσα που ένιωθα πάντα πως καταλαβαίνω. Έχω ευτυχήσει να δω έργα του σε πολλές πινακοθήκες (και κατ´επανάληψη στην Tate), όμως διαβάζοντας τα πολλά και ενδιαφέροντα αφιερώματα με αφορμή τον θάνατό του, στη μνήμη μου ήρθε μια υπέροχη αναδρομική του έκθεση που επισκέφτηκα πριν χρόνια στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Σεούλ.

Θυμάμαι να κάθομαι για ώρα μπροστά στον πίνακα «My Parents», συνεπαρμένος από το αφοπλιστικό βλέμμα της μητέρας του που κοιτάζει με ευθύτητα τον θεατή. Δίπλα της, κάθεται ο πατέρας του, σκυμμένος σε ένα βιβλίο, παρών και απών ταυτόχρονα. 

Από τις πισίνες και το φως της Καλιφόρνιας μέχρι τα πιο πρόσφατα έργα του στο iPad, ο Hockney αποτύπωνε κόσμους διαυγείς και ειλικρινείς, με έντονα χρώματα, καθαρές μορφές και δεδηλωμένα συναισθήματα. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από μια επιφανειακή εξωστρέφεια που υποκρύπτει όμως βαθιά εσωτερικότητα. 

Μέσα από αυτή την αριστοτεχνική ισορροπία, συνειδητοποιώ εντέλει ότι ο Hockney πρότεινε έναν τρόπο να σταθεί κανείς με αξιοπρέπεια και θάρρος στον μεταβατικό κόσμο που ζούμε. Και αυτή η εναργής ματιά του, τον καθιστά έναν από τους δύο πλέον αγαπημένους μου Βρετανούς ζωγράφους των τελευταίων δεκαετιών (ο άλλος είναι ο Lucian Freud).