Σε κεντρικό σημείο της Βαλέτας, σε ένα εντυπωσιακό κτίριο του 1571 που χρησιμοποιείτο από τους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, στεγάζεται σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο της Μάλτας. Η συλλογή περιλαμβάνει ευρήματα από την προϊστορία μέχρι την κλασική αρχαιότητα και, παρότι σχετικά μικρή, κάποια από τα εκθέματά της μού έκαμαν μεγάλη εντύπωση.
Στις πρώτες αίθουσες εκτίθενται κάμποσα αντικείμενα από τη νεολιθική εποχή. Πολλά εξ αυτών φέρουν χαράξεις, κουκκίδες, σπείρες και άλλα μοτίβα.
Παραμένει συγκινητική η ανάγκη ανθρώπων που έζησαν πριν πεντέξι χιλιάδες χρόνια να διακοσμήσουν και να ομορφύνουν την καθημερινότητά τους, αποτυπώνοντας τη δημιουργικότητά τους πάνω στην ύλη.
Την παράσταση κλέβουν οι κοντόχοντρες ανθρώπινες μορφές, με τους μεγάλους γοφούς, τους μηρούς και τις κοιλιές, που θυμίζουν πίνακες του Φερνάντο Μποτέρο και αποτελούν γερό ράπισμα στo body shaming. Πρόκειται για πανάρχαια ειδώλια και μικρά αγάλματα που βρέθηκαν σε ναούς και σε ταφικά συγκροτήματα.
Πολλά είναι σκόπιμα απρόσωπα ή ακόμη και χωρίς σαφές φύλο (ναι, τα λες και "they"), γεγονός που κάνει ακόμη πιο δύσκολο να καταλάβουμε τι ακριβώς παρίσταναν. Για χρόνια θεωρούνταν θεότητες της γονιμότητας, όμως σήμερα οι αρχαιολόγοι είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε τέτοιες ερμηνείες.
Σε περίοπτη θέση εκτίθεται η περίφημη «Κοιμώμενη γυναίκα», ένα μικρό πήλινο ειδώλιο, που χρονολογείται περίπου στο 3300–3000 π.Χ. και βρέθηκε στο Ħal Saflieni Hypogeum. Παριστάνει μια γυναίκα ξαπλωμένη στο πλάι, πάνω σε ένα μικρό κρεβάτι. Δεν ξέρουμε ποια ήταν η γυναίκα που απεικονίζεται, ούτε ποιος την έφτιαξε, ούτε ακριβώς τι συμβόλιζε. Δεν γνωρίζουμε καν αν απλώς κοιμάται ή είναι νεκρή. Το μικρό αυτό ειδώλιο, με την ήρεμη στάση του σώματος και τα χαρακτηριστικά που μόλις διακρίνονται, αφήνει χώρο για εναλλακτικές ερμηνείες.
Κοιτάζοντάς την, στη μνήμη μου ήρθε εκείνη η ιστορία με τον Γκιλγκαμές που, αρνούμενος να αποδεχτεί τη θνητότητά του, βάλθηκε να αναζητήσει τρόπο να γίνει αθάνατος. Η αναζήτησή του τον έφθασε στον Ουτναπίστιμ (τον σουμεριακό Νώε, επιζώντα του κατακλυσμού), που ήταν ο μόνος άνθρωπος στον οποίο οι θεοί είχαν χαρίσει την αθανασία. Ανταποκρινόμενος στο αίτημα του Γκιλγκαμές να νικήσει τον θάνατο, ο Ουτναπίστιμ τού θέτει μια απλή δοκιμασία: να παραμείνει ξύπνιος για έξι ημέρες και επτά νύχτες. Ο Γκιλγκαμές αποτυγχάνει οικτρά και αποκοιμιέται σχεδόν αμέσως, αποδεικνύοντας ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει καν τον Ύπνο, τον μικραδελφό του Θανάτου, πόσο μάλλον τον ίδιο τον Θάνατο. Ενδιαφέρουσα και γοητευτική ιστορία.
Παραμένοντας στους ίδιους περίπου συνειρμούς, στάθηκα λίγο παρακάτω σε ένα μεγάλο φοινικικό ανθρωπόμορφο φέρετρο από τερακότα, που μάλλον έφθασε εδώ από την Αίγυπτο. Η μορφή του, με το ανθρώπινο πρόσωπο και το σώμα που αποδίδεται σαν να βρίσκεται μέσα σε περίβλημα, θυμίζει έντονα τις αιγυπτιακές ταφικές παραδόσεις.
Πρόκειται για ένα από εκείνα τα αντικείμενα που, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει κανείς πολλά για την εποχή τους, αποτυπώνουν κάτι από την αγωνία της ανθρώπινης προσπάθειας να αντιμετωπίσει τον θάνατο.
Η συλλογή περιλαμβάνει αρκετά φοινικικά γυάλινα και χρυσά αντικείμενα, αλλά και ελληνικά αγγεία και αμφορείς, που καταδεικνύουν τη σημαίνουσα θέση της Μάλτας στις εμπορικές οδούς της Μεσογείου.
Αντικείμενα από διαφορετικούς πολιτισμούς συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, επιβεβαιώνοντας ότι το μέρος ετούτο αποτέλεσε σταυροδρόμι αναφορών και επιδράσεων.
Στον επάνω όροφο βρίσκεται το Gran Salon, μια μεγάλη, θαυμάσια διακοσμημένη αίθουσα με ζωγραφισμένους τοίχους και εντυπωσιακή ξύλινη οροφή. Οι Ιππότες τη χρησιμοποιούσαν για συνεδριάσεις, γεύματα και δεξιώσεις. Μπορείς να τη φανταστείς να σφύζει από ζωή, να ακούσεις τα γέλια, να νιώσεις τις παρουσίες.
Ολοκληρώνοντας την επίσκεψή μου, επέστρεψα για μερικές στιγμές ακόμα στην «Κοιμώμενη γυναίκα». Σκέφτηκα πως ο άνθρωπος που τη δημιούργησε έζησε και πέθανε σε έναν κόσμο του παρελθόντος που δυσκολεύομαι να συλλάβω. Κι όμως, χιλιάδες χρόνια αργότερα, να που στεκόμουν τώρα μπροστά στο μικρό του έργο και τον κοίταζα μέσα από αυτό. Εκείνος ο δημιουργός νομίζω ότι με έναν τρόπο έδωσε την απάντηση που αναζητούσε ο Γκιλγκαμές.








