Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Μαχάνε Γεχούντα

Μωρέ πεθύμησα κάνα σαμπίχ -θυμήσου να πάρουμε μελιτζάνες και πατάτες, να σιάξουμε. Επίσης χρειάζομαι ταχίνι που μου τελειώνει, ρεβίθια να τα πετάξουμε αύριο στο τηγάνι να κάμουμε φαλάφελ και κάνα χάλα να μας βρίσκεται για το Σάμπαθ. Α και πράσα, μην ξεχάσουμε τα πράσα! Έχω μία παλιά σεφαραδίτικη συνταγή για κεφτίκας, θα γλείφεις και τα δάχτυλά σου!

Από που λες να ψωνίσουμε; Προσπέρασε σε παρακαλώ ετούτον με το άγριο το βλέμμα -φτου φτου στον κόρφο μας και δεν φοράω και το χάμσα μου για το κακό το μάτι!

Να, από ετούτονε να πάρουμε που τον εξεύρω και μου κάνει και καμία έκπτωση. Βάστα να πάρω μια σακούλα να διαλέξω πιπεριές. Έχει και ωραία αβοκάντο εκεί από πίσω. Κάτσε να τα ζουλήσω να δω αν τρώγονται! 

Μόνο εννιά σέκελ; Καλά μας ήρθε, μην μιλάς καθόλου -εκεί που’χουνε πάει οι τιμές τελευταία, πιότερο σε συμφέρει να πάρεις σπίτι στη Ρεχαβία, παρά να’ρθεις για ψώνια στο Μαχάνε Γεχούντα. Εκεί καταντήσαμε, καημένε με τούτη την ακρίβεια!

Αλλά και τι να κάμεις; Δεν πρέπει να γίνουνε τα ψώνια της εβδομάδας; Μία συμβουλή έχω να σου δώκω και άκουσέ την προσεκτικά: μην περιμένεις να πάει Πέμπτη απόγευμα για να’ρθεις, γίνεται ο κακός χαμός. Το λες και χάβρα Ιουδαίων, στο εντελώς κυριολεκτικό του. Διότι βλέπεις, όσο πλησιάζει το Σάμπαθ, πυκνώνει ο κόσμος και αδειάζουνε οι πάγκοι. Στο τέλος κινδυνεύεις να μείνεις με άδεια χέρια και ξενηστικωμένος.

Είναι αλήθεια: σαν την αγορά του Μαχάνε Γεχούντα, δύσκολα θα βρεις σε ολάκερη τη χώρα. Αυτή εδώ η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται στα τέλη του 19ου αιώνα, επί οθωμανικής περιόδου. Και επειδής βρισκόταν σε προνομιακό σημείο, ανάμεσα στις νέες γειτονιές των Εβραίων κατοίκων, όξω από τα τείχη της παλιάς πόλης της Ιερουσαλήμ, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν κάμποσοι έμποροι. Όχι μόνο Εβραίοι, αλλά και Άραβες και Αρμένιοι -στήθηκε εδώ, μέσα στη σκόνη και τη ζέστη, μία χαοτική αγορά με λογής λογής καλούδια. 

Λόγω της πολυκοσμίας όμως και της έλλειψης κανόνων υγιεινής, το μέρος πήρε την κατιούσα και δεν μπορούσες να σταθείς από τη βρώμα. 

Τη δεκαετία του 1930, ήλθαν ευτυχώς οι Ιρακινοί Εβραίοι, έφεραν από τη Βαγδάτη τα σαφράν τους, τα μπαχάρια τους, τα μπουρέκια τους και νοικοκύρεψαν την κατάσταση -ακόμα και σήμερα οι παλιοί την αποκαλούν Ιράκι Σουκ, που πάει να πει αγορά των Ιρακινών. 

Εντάξει για να είμαστε δίκαιοι, έβαλαν το χεράκι τους στο συμμάζεμα και οι Άγγλοι: όταν πέρασε η περιοχή στα χέρια τους, φρόντισαν να επιβάλουν κανόνες καθαριότητας και ευταξίας, διότι τελοσπάντων είχαν και ένα Κοβεν Γκάρντεν και ένα Harrods στην ψυχολογία τους. 

Σήμερα, το Μαχάνε Γεχούντα παραμένει πολυπολιτισμικό, όπως και τότες. Θα ιδείς πάρα πολλούς Άραβες, κάποιους Αιθίοπες, ακόμα και Ινδούς. Άνοιξαν και κάμποσα φαγάδικα. Και καφέ. Μπορείς να κάμεις τη βόλτα σου, να ψωνίσεις το ζαρζαβάτι σου, να πιεις τ’αφέψημά σου, να συναντηθείς με τον εξάδελφο Αβεσαλόμ, να πιάσετε την κουβέντα, να μάθεις τα χαμπέρια της θυγατρός του της Αδάρας. Που ενώ ήταν κανονισμένο το συνοικέσιό της με τον γιο του Γιδδεών, τον Μεναχέμ πούναι τελοσπάντων θεοσεβούμενος νέος και με στρωμένη δουλειά από τον πατέρα του, τα στήλωσε κάτω και λέγεται πως γλυκοκοιτάει τον ρέμπελο μικραδελφό του, τον Ααρών. Που τελοσπάντων, στο σημείο αυτό παύεις να την αποκαλείς Αδάρα και την ελές απλώς Γαϊδάρα.

Να και ο Εφραίμ. Πούχει το μπαρμπέρικο στο Μέα Σεαρίμ. Κάμε ότι δεν τον βλέπεις! Παλιά πήγαινα για το κουρεματάκι μου. Αλλά μαλώσαμε μια μέρα, διότι επέμενε να αφήσω μπουκλάκια, ενώ εγώ του ζήταγα να μου τα πάρει με την ψιλή. Χάλια βγήκα από το κουρείο -και δεν εννοώ ψυχολογικά. 

Μην σου κάμουνε εντύπωση τα καπέλα και οι κατάμαυρες αμφιέσεις: η αγορά συγκεντρώνει αρκετούς υπερθόδοξους Εβραίους -Χαρεντίμ, την πλέον θρησκευάμενη κοινότητα του Ισραήλ. 

Που ξυπνούν και κοιμούνται με τις προσευχές τους, μελετούν ώρες ατελείωτες την Τορά και τηρούν στο ακέραιο τις παραδόσεις τους. Οι άντρες φορούν αποκλειστικά μαύρα και φέρουν γενειάδες, ενώ οι γυναίκες όταν παντρευτούν καλύπτουν τα μαλλιά τους με μαντήλι ή περούκα.

Όχι ότι και οι λοιποί, οι μη Χαρεντίμ, κυκλοφορούν ασκεπείς. Είναι αρκετοί εκείνοι -ακόμα και νέοι- που φοράνε επιμελώς την κιπά τους. Να, από εδώ τις ψωνίζουμε. Κι έχουμε μεγάλη ποικιλία, για κάθε σχήμα κεφαλιού και για κάθε γούστο. Μπλε, καφετί, μαύρο, βερυκοκί ή πλεχτό με πολύχρωμα λαχούρια. Και με τον Μπόμπ τον Σφουγγαράκη για τον προχώ πιτσιρικά.

Εννοείται ότι όλα τα τρόφιμα εδώ είναι κόσερ. Που σημαίνει ότι είναι σύμφωνα με τους εβραϊκούς διατροφικούς νόμους (κασρούτ) και μπορείς να τα περιδρομιάσεις δίχως φόβο και πάθος. Όχι, λαγό στιφάδο δεν θα φας -απορώ με τις λαιμαργίες σου ώρες-ώρες! Δεν είναι κόσερ, λέμε! Ούτε το χοιρινό, ούτε το κουνέλι. Για τα βοοειδή και τα αιγοπρόβατα υπάρχουν επίσης ειδικοί κανόνες: ορισμένα λίπη απαγορεύονται, ενώ το πίσω μέρος του ζώου σπανίως καταναλώνεται ως κόσερ επειδή απαιτεί ιδιαίτερη επεξεργασία. Άσε που η σφαγή πρέπει να είναι σεχιτά -δηλαδή να εκτελεστεί με ειδική τελετουργική διαδικασία, από προσώπατο εκπαιδευμένο και πιστοποιημένο.  

Μπερδεμένο; Και πού ν'αρχισω να σου εξηγώ τη διάκριση μεταξύ γαλακτοκομικών και κρεατικών που δεν πρέπει ποτέ να συνδυάζονται. Τι να κάμουμε όμως; Αυτοί είναι οι κανόνες των προγόνων μας, θεόπαλιοι κι απαράβατοι. 

Να πάρουμε και κανένα γλυκάκι για τη λιγούρα; Σιροπιαστά τρως; Μπακλαβά; Ή μήπως κάναν χαλβά; Α, διαθέτουμε μεγάλη ποικιλία, με κάμποσες γεύσεις. Και ζαχαρωτά έχουμε μπόλικα. Και καραμέλες. Τις τρώμε αρκετά εδώ. Πάρε ένα σακουλάκι να γιομίσουμε νάχουμε να μασουλάμε στο σπίτι. 

Ναι, έχει πράγματι ενδιαφέρον μία βόλτα στην αγορά Μαχάνε Γεχούντα. Αφενός γιατί βρίσκεις μεγάλη ποικιλία προϊόντων και συμπαθητικές τιμές. Και αφετέρου γιατί ζεις την εμπειρία καθημερινότητας μιας sui generis κοινωνίας, ιδιότυπης και περίεργης για τα δικά σου μάτια. Μιας κοινωνίας που ισορροπεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. 

Αν την εντάξεις δε στο ευρύτερο πλαίσιο με τα όσα συμβαίνουν, μοιάζει ακόμα πιο δυσεξήγητη και μπερδεμένη. Το ξεύρω, δεν είναι εύκολο να αφήσει κανείς κατά μέρους τις όποιες απόψεις του, ούτε να αγνοήσει τις πραγματικότητες που τον ζώνουν από τα τριγύρω -ανεξαρτήτως όμως αυτών, η άσκηση της παρατήρησης παραμένει ωφέλιμη. Γιατί αν υπάρχει "αλήθεια", πατρίδα της είναι η κατανόηση. Ακόμα και σε αυτό το μέρος του κόσμου που η αλήθεια και η πατρίδα και η κατανόηση παραμένουν έννοιες εξόχως σύνθετες. 

Δεν μπαίνουν εύκολα στο ζύγι τα βάρητα του κόσμου. Δεν χωνεύονται οι πεποιθήσεις αν δεν τις καλό-μαγειρέψεις. Άλλωστε όπως όλες οι κοινωνίες, έτσι κι αυτή, κρύβουν κάμποσες αντιφάσεις: τίποτα δεν είναι ενιαίο και ίδιο και απόλυτο. 

Αγορές σαν ετούτη με τους κάμποσους Χαρεντίμ Εβραίους, μοιάζουν με θεατρικά δρώμενα. Λες και ο καθένας έχει το ρόλο του και μπαινοβγαίνει στη σκηνή με τη σειρά του καθ’ υπόδειξη του σκηνοθέτη. Πολλές παράλληλες ιστορίες στριμώχνονται ανάμεσα στους πάγκους και εσύ, πρωταγωνιστής συνάμα και κομπάρσος, προσπαθείς να βγάλεις κάποιο νόημα. Να ερμηνεύσεις κάπως τον κόσμο του Αβραάμ και του Λεβί, τον κόσμο της Ραχήλ και της Ρεβέκας. Πούχουν μάθει πως το κουνέλι και ο λαγός δεν τρώγονται και τα γουρούνια είναι ζώα ακάθαρτα. Πως το Σάμπαθ, δεν δουλεύουμε, δεν λειτουργούμε συσκευές, δεν μαγειρεύουμε, δεν κάμουμε αγοραπωλησίες. Πως οι γάμοι είναι προτιμότερο να ξεκινούν από προξενιό και οι γυναίκες να φορούνε περούκες. 

Σε έναν κόσμο που πίσω από την αταξία της θορυβώδους αγοράς, επιμένει να βλέπει μια καθησυχαστική τάξη. Έναν κόσμο που πιστεύει πως η μέρα ξημερώνει και χάνεται, η ζωή αναβλύζει και στερεύει, οι άνθρωποι ανταμώνουν και μισεύουν, γιατί υπάρχει θεϊκό σχέδιο. Έναν κόσμο που γνωρίζει τις απαντήσεις πριν ακόμα διατυπωθούν οι ερωτήσεις. Βαθιά παρηγοριά οι βεβαιότητες. Βαθιά παγίδα.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Σε μιαν άκρη της Μπουσάν

Αν ο κόσμος είχε άκρες, οι άκρες του θα ήταν τα λιμάνια. Που ανασαίνουν με τις σειρήνες των πλοίων, που μυρίζουν πετρέλαιο και ιδρώνουν αλάτι, που δεν αλλάζουν διαθέσεις αλλά μόνο βάρδιες. Θόρυβος, τσιμέντο, κοντέινερ, γερανοί, εμπορεύματα, λιμενεργάτες και ατελείωτα πηγαινέλα. Προσμονή για την επικείμενη άφιξη, υπόσχεση για την μελλοντική επιστροφή. 

Κοιτάς τριγύρω σου και δεν μπορείς να αναγνωρίσεις παρά μονάχα τον εαυτό σου; Όχι, δεν σε αδικώ που τα’χεις βρει μπαστούνια, τούτη η πόλη είναι πράγματι αλλοπρόσαλλη, συντριπτική και ανοικονόμητη. 

Αποβάθρες, εργοστάσια, γειτονιές κρυμμένες μέσα σε κόλπους, ακτές με ουρανοξύστες, σπίτια γαντζωμένα σε λόφους ή αραδιασμένα πάνω σε νησιά. Κι ανάμεσά τους ποτάμια, χαράδρες και ένα σύνθετο -σχεδόν σχιζοφρενικό- δίκτυο από λεωφόρους και θηριώδεις γέφυρες με μπόλικο μποτιλιάρισμα. Χωρίς τζι-πι-ες, σε χάνουμε και σε αναζητά ο Ερυθρός Σταυρός.

Βρισκόμαστε στη Μπουσάν, τη δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη της Νότιας Κορέας και ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια του κόσμου. Και πιο συγκεκριμένα, στο Yeongdo, ένα από τα νησιά που συνθέτουν το ιδιόμορφο ανάγλυφό της.

Μην περιμένεις γραφικά δρομάκια, ρομαντικούς περιπάτους, αλέες και νεοκλασικές πλατείες. Θυμήσου πως είμαστε στη ΝΑ Ασία. Και ότι η Μπουσάν είναι λιμάνι. Σαν τον Πειραιά ένα πράγμα. Εντάξει, κάπως μεγαλύτερη από τον Πειραιά: περίπου εβδομήντα φορές σε έκταση και πέντε φορές σε εμπορευματική κίνηση. Και με έναν πληθυσμό γύρω στα τέσσερα εκατομμύρια. Ναι, τη λες κάπως μεγαλύτερη από τον Πειραιά.

Το βόρειο μέρος του νησιού Yeongdo ακουμπάει σχεδόν την αντικρινή ακτή και ενώνεται με αυτήν με δύο γέφυρες. Ενόσω τις διαβαίνεις, αξίζει να κοντοσταθείς για να απολαύσεις τη θέα προς τα κτήρια των ναυτιλιακών εταιριών και τις αποβάθρες με τις μεταλλικές καμηλοπαρδάλεις που βόσκουνε κοντέινερς. 

Το Yeongdo κατοικείται από εργατικές κυρίως οικογένειες, ηλικιωμένους ναυτικούς, μικροεμπόρους και ανθρώπους που η ζωή τους είναι δεμένη με τη θάλασσα. Αποτελεί μία πιο τραχιά και λαϊκή πλευρά της πόλης. Εδώ δεν θα βρεις τη φουτουριστική αισθητική της Σεούλ ούτε την επιτηδευμένη κοσμοπολίτικη εικόνα που προβάλλουν οι κορεάτικες σειρές. 

Θα βρεις μονάχα ανθρώπους που ξυπνούν χαράματα, αλιείς που ξεφορτώνουν τη νυχτερινή ψαριά, γιαγιάδες που σέρνουν μικρά καρότσια με ψώνια και νεαρούς ντελιβεράδες που τρέχουν όλη μέρα πάνω σε μηχανάκια.

Εδώ κοντά βρίσκεται και η Namhang, μία από τις μεγαλύτερες παραδοσιακές αγορές της πόλης. Σκέφτηκα να κάμω μια σύντομη στάση να πάρω καναδύο πράγματα.

Οι Κορεάτες δεν πολυπιάνουν την κουβέντα στην αγορά, δεν υπάρχει το αλισβερίσι του παζαριού, η εγκαρδιότητα μιας πιο θερμής, κοινωνικής επαφής. Ευγενείς ναι, αλλά πιο συγκρατημένοι. 

Αν έπρεπε να βρεις μια λέξη για να χαρακτηρίσεις το νταραβέρι μεταξύ του εμπόρου και του πελάτη, νομίζω ότι θα επέλεγες τη λέξη «λειτουργικότητα». Κοιτάζεις, καλημερίζεις, ρωτάς, επιλέγεις, πληρώνεις, υποκλίνεσαι και φεύγεις. 

Τόσο απλά και τόσο πρακτικά.

Η Namhang διαθέτει μεγάλη ποικιλία προϊόντων. Εδώ θα βρεις ωραιότατα μήλα, τα περίφημα μανταρίνια Jeju -που παράγονται στο Jeju, ένα ηφαιστειακό νησί με ήπιο κλίμα, ξακουστό για τα εσπεριδοειδή του-, σταφύλια shine muscat -μία γιαπωνέζικη ποικιλία με μεγάλες ρώγες, τραγανή αίσθηση και έντονη γεύση-, λωτούς και κορεάτικα αχλάδια. Σε πολλούς πάγκους πουλάνε κομμένα φρούτα σε ποτήρια για να πάρεις να μασουλάς στο δρόμο.

Θα βρεις επίσης κάμποσα προϊόντα που χρησιμοποιούμε στην τοπική κουζίνα: καυτερές πιπεριές και πράσινα κρεμμυδάκια, φύλλα perilla -που έχουν μία πιπεράτη γεύση, κάτι ανάμεσα σε βασιλικό, γλυκάνισο και δυόσμο-, μανιτάρια πολλών ποικιλιών και μεγεθών, φρέσκο σκόρδο, πιπερόριζες και ασιατικά ραπανάκια.

Και βέβαια κινέζικο λάχανο. Βουνά από κινέζικο λάχανο που το χρησιμοποιούμε για να φτιάξουμε το kimchi. Που πιο συνηθισμένο πράμα από το kimchi δεν υπάρχει πάνω στο τραπέζι μας: κρέας με kimchi, ρύζι με kimchi, νούντλς με kimchi, μπέργκερς με kimchi, kimchi με kimchi, μόνο που δεν λουζόμαστε με δαύτο μη-χειρότερα. 

Αν ανοίξεις κορεάτικο ψυγείο και δεν έχει μέσα kimchi, μάλλον άνοιξες ντουλάπα.

Τα προϊόντα είναι τοποθετημένα με επιμέλεια και φροντίδα -δίνουμε εδώ μεγάλη σημασία στην παρουσίαση των τροφίμων και στην ανάδειξή τους-, ενώ παντού επικρατεί μία αίσθηση καθαριότητας σχεδόν ψυχαναγκαστική. 

Οι πάγκοι μοιάζουν με εικαστικά installations και κάποιοι εξ αυτών άνετα θα μπορούσαν να φιγουράρουν ως εκθέματα σε μουσεία σύγχρονης τέχνης, κερδίζοντας τις εντυπώσεις και το θαυμασμό του φιλότεχνου κοινού. Ναι, ήτο δεικτικό το σχόλιο.

Αν σου αρέσουν τα ψάρια και τα θαλασσινά, έχω να σου ανακοινώσω ότι πρώτον, δεν θα τα απολαύσεις μαζί μου γιατί δεν τα τρώγω, και δεύτερον, καλωσήρθες στον παράδεισό σου! Η ποικιλία είναι τεράστια και δεν θα ξεύρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. 

Χταπόδια, καβούρια, αποξηραμένες αντζούγιες και καλαμάρια, φύκια και κελπ. Αλλά και χέλια, αχινοί και περίεργα οστρακοειδή που τα κοιτάς με καχυποψία αναρωτώμενος αν τρώγονται ή αν πρόκειται να σου επιτεθούν. Κάποια είναι ζωντανά -οπότε μπορεί όντως να σου επιτεθούν- και κολυμπάνε τα δύσμοιρα μέσα σε δεξαμενές χωρίς να ξεύρουν τι τα περιμένει. Αν και την είδα την απόγνωση στο μάτι μίας συναγρίδας. Φοβάμαι ότι ξεύρει.

Αν πάλι είσαι ακαμάτης άνθρωπος και βαριέσαι το μαγείρεμα, υπάρχουν πολλοί πάγκοι με έτοιμα, αχνιστά φαγητά που μπορείς να πάρεις σε πακέτο. 

Όπως doenjang jjigae -κάτι σαν στιφάδο με πάστα σόγιας, τόφου, κολοκυθάκι, μανιτάρια και πιπεριές-, χοιρινό με kimchi που βράζει μέσα σε μαύρα πέτρινα μπολ και βεβαίως, bulgogi, ήτοι λεπτοκομμένο μοσχαράκι στη σχάρα μαριναρισμένο σε σόγια, σκόρδο, ζάχαρη και μήλο ή αχλάδι. 

Σε περίπτωση που θέλεις να φας επιτόπου, μπορείς να καθίσεις σε κάποιο μικρό μαγέρικο να περιδρομιάσεις με την ησυχία σου. Τα περισσότερα μαγέρικα είναι μικρά, με ελάχιστο χώρο και πεντέξι στριμωγμένα τραπέζια. Κάθεσαι σχεδόν κολλητά με τον διπλανό σου, ακούγοντας το ρούφηγμα από τα noodles και τον μεταλλικό ήχο από τα chopsticks που χτυπούν στα μπολ. 

Δεν την εθές την υπερβολική οικειότητα; Μπορείς να πάρεις κάτι στο χέρι. Διότι ναι, η Νότιος Κορέα φημίζεται και για το street food της. Εδώ θα βρεις hotteok -μία γλυκιά τηγανητή πιτούλα γεμιστή με καστανή ζάχαρη, κανέλα και ξηρούς καρπούς, tteokbokki μέσα σε κατακόκκινη καυτερή σάλτσα, fish cakes από επεξεργασμένη ψαρόπαστα που πλάθεται, βράζεται ή τηγανίζεται και εν συνεχεία περνιέται σε ξυλάκια που αχνίζουν μέσα σε ζωμό και gimbap -ρολάκια με ρύζι και γέμιση από αυγό, λαχανικά ή τόνο, τυλιγμένα με φύκι. 

Αφού περιηγήθηκα αρκετά στην αγορά, αγόρασα μερικά κομμένα φρούτα και κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα να βρω ένα παγκάκι να ξαποστάσω για να τα φάω. 

Όσο προχωρούσε η ημέρα, τόσο εξασθενούσε το ελαφρύ αεράκι και ο ήλιος επέβαλε απολυταρχικά την πύρινη παρουσία του. Εξού και αναζήτησα σκιά κάτω από την τεράστια γέφυρα Namhang που ενώνει το νησί με το νότιο τμήμα του λιμανιού και το δυτικό τμήμα της πόλης. 

Η γέφυρα μοιάζει να αιωρείται πάνω από το νερό σαν γιγάντιο μεταλλικό πλάσμα.

Επειδή στην Νότια Κορέα, ο χώρος είναι πολύτιμος, γίνεται συστηματική προσπάθεια αξιοποίησης της κάθε σπιθαμής γης. Έτσι, στον «νεκρό χώρο» κάτω από την γέφυρα υπάρχει ένα ολάκερο πάρκο με καθίσματα, χώρους άθλησης και παιδικές χαρές.

Σε μιαν άκρη, μία κυρία γύρω στα εβδομήντα έκανε χούλα χουπ. Δίπλα της ένας παππούς επιδιδόταν σε διατάσεις φορώντας γάντια ποδηλασίας και ένα πελώριο καπέλο ηλίου. Λίγο παραπέρα δύο ηλικιωμένες περπατούσαν συγχρονισμένα λες και συμμετείχαν σε επιδείξεις ενόργανης γυμναστικής. 

Η Κορέα γερνάει δημογραφικά με ταχύτατους ρυθμούς και αυτό είναι εμφανές παντού. Αλλά οι ηλικιωμένοι παραμένουν παρόντες και δραστήριοι. Κυκλοφορούν, περπατούν, αθλούνται, βγαίνουν στις αγορές, εργάζονται ακόμα και μετά τη συνταξιοδότησή τους.

Εντόπισα ένα ωραίο παγκάκι και έκατσα να ξαποστάσω. Άνοιξα το πλαστικό ποτήρι με τα φρούτα μου και άρχισα να τα μασουλάω, κοιτάζοντας μακριά τα καράβια που έμπαιναν αργά στο λιμάνι.

Είναι και η θάλασσα αλλιώτικη εδώ. Δεν έχει τη σαγήνη του γαλάζιου που έχω συνηθίσει. Δεν σε καλεί να βουτήξεις. Είναι μία θάλασσα που μεταφέρει, μια θάλασσα που κινείται, μία θάλασσα που εργάζεται.

Μάζεψα τις δυνάμεις μου, έβαλα λίγο αντηλιακό για να προστατευθώ από τον ήλιο και κίνησα για παραπέρα. Ακολούθησα ένα μεγάλο πλακόστρωτο μονοπάτι που απλωνόταν κατά μήκος της ακτής.

Πέρασα μία μεγάλη, λίγο δυστοπική πολυκατοικία και σύντομα βρέθηκα να ανεβαίνω σκαλοπάτια. Συνηθισμένος είμαι στ’ανεβοκατεβάσματα, είναι η πόλη ετούτη γιομάτη με λόφους.

Χαμογέλασα ικανοποιημένος γιατί κατάλαβα πως πλησίαζα πια στον προορισμό μου. Μπροστά μου έβλεπα το Huinnyeoul.

Χτισμένο πάνω στην απότομη ακτογραμμή του νησιού, το Huinnyeoul ήταν παλιά ένα μικρό ψαροχώρι με ελάχιστους κατοίκους. Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας όμως, πλήθος προσφύγων κατέκλισε τη Μπουσάν και κάποιοι εξ αυτών κατέληξαν εδώ.

Ακολούθησε μία κάπως άναρχη και βιαστική πολεοδομική ανάπτυξη: οι νεοφερμένοι έχτισαν μικρά, πρόχειρα σπιτάκια σε πυκνή διάταξη, χτισμένα το ένα δίπλα και πάνω από το άλλο.

 

Ανάμεσά τους, ξέμειναν στενά, ακανόνιστα δρομάκια που διακόπτονται από σκαλοπάτια και καταλήγουν σε μπαλκόνια με θέα στη θάλασσα.

Παρότι είναι μία ακόμα γειτονιά της Μπουσάν, λόγω της κάπως απόμερης γεωγραφίας του, το Huinnyeoul μοιάζει με κάτι ξέχωρο: ένα χωριό στριμωγμένο ανάμεσα στο βράχο και το νερό.

Το πιο ενδιαφέρον του χαρακτηριστικό είναι ακριβώς η σχέση του με το τοπίο. Από σχεδόν κάθε σημείο βλέπεις τη θάλασσα να ανοίγεται απότομα κάτω από τα σπίτια. Μία θάλασσα που δεν σου προσφέρεται ως ορίζοντας χαλάρωσης, αλλά σε εκθέτει στη μετέωρη αίσθηση του γκρεμού, της κάθετης πτώσης προς το νερό. Στο οπτικό σου πεδίο πλέουν μεγάλα εμπορικά καράβια, αρμενίζουν ψαρόβαρκες, σέρνονται πελώρια κύματα.

Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ερχόταν μυρωδιά σκόρδου και τηγανητού ψαριού. Κάπου ακουγόταν ένα από εκείνα τα εύπεπτα k-pop τραγούδια που συναρπάζουν την εδώθε πιτσιρικαρία. 

Ένα μικρό αγόρι με πυκνά, μαύρα μαλλιά και σαγιονάρες με προσπέρασε τρέχοντας και χάθηκε σε ένα στενό. 

Μία ηλικιωμένη κυρία πότιζε τις γλάστρες έξω από το σπίτι της. Γύρεψα να συναντήσω το βλέμμα της για να την καλημερίσω, αλλά δεν τα κατάφερα. 

Οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις είναι αλλιώτικες εδώ: πιο σύντομες, πιο τυπικές, ενσωματωμένες στη ρουτίνα. 

Η ζωή δεν εκδηλώνεται δημόσια, αλλά οργανώνεται ιδιωτικά. 

Εντούτοις θα τολμήσω να πω ότι οι Κορεάτες είναι από τους πιο εγκάρδιους και χαριτωμένους λαούς της ΝΑ Ασίας. Όσο περισσότερο τους γνωρίζω, τόσο πιο πολύ τους εκτιμώ. Συνεχίζει όμως να μου κάμει πάντα εντύπωση αυτή η συστολή που τους χαρακτηρίζει, το συνεχές «κράτημα», η αίσθηση ντροπής που κάπως φρενάρει την κοινωνική τους έκθεση. 

Λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους, τα κτίσματα βρίσκονται σε επίπεδα, δημιουργώντας μια κάθετη γειτονιά. Αυτή η διάταξη θυμίζει έντονα ελληνικούς παράκτιους ή νησιωτικούς οικισμούς.

Γι’αυτό το λόγο αποκαλούν τούτο το μέρος «Σαντορίνη της Κορέας». Δεν θέλω να είσαι αυστηρός και σταμάτα να κοροϊδεύεις και να χασκογελάς. Ναι, πράγματι, δεν μπορεί εύκολα να συγκριθεί με τη γραφικότητα της Οίας ή το δραματικό τοπίο της καλντέρας. Αλλά είναι διαφορετική εδώ η συνθήκη. 

Και πολύ λιγότερο τουριστική -αν και θα βρεις μερικούς ξέμπαρκους επισκέπτες να φωτογραφίζονται με ηδυπάθεια.

Ανηφορίζοντας, έφτασα εντέλει σε ένα αρκετά υψηλό σημείο. Ε λοιπόν να που βρέθηκα σε ακόμα μία από τις άκρες του κόσμου. 

Σταμάτησα και αγνάντεψα όσο μακρύτερα μπορώ. Μέτρησα την εντύπωση, αναλογίστηκα τη στιγμή. Ένιωσα απέραντος και μικρός. 

Όσο πιο βαθιά κοιτούσα στον ορίζοντα, τόσο πιο έντονα κοιτούσε ο ορίζοντας μέσα μου. Σαν να ήθελε εδώ, στις εσχατιές της ασιατικής ηπείρου, να μου απευθυνθεί. 

Θαρρώ πως μου απευθύνθηκε εντέλει. Και από όλες του κόσμου τις σημασίες, με υποχρέωσε και με καταδίκασε στη δικιά μου. Σαν να μην γίνεται κι αλλιώς.