Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Bad Daddy

Μετά από μία γεμάτη μέρα ατελείωτου περπατήματος μέσα στην παχιά ζέστη της Αλαμπάμα, καταλήγεις εντέλει αργά το απόγευμα με τ’αμάξι σε ένα από τα malls περιμετρικά του Μοντγκόμερι για κάτι μικροαγορές που χρειάζεσαι. Η ζέστη σε έχει καταβάλει, η κούραση βαραίνει τα πόδια σου, νιώθεις ότι είναι ώρα επιτέλους να επιστρέψεις στη βάση σου. Όμως εκεί που πλησιάζεις στο αμάξι με τις σακούλες, σε μία στιγμή αδυναμίας, εμφανίζεται μπροστά σου ο Bad Daddy -φαστφουντάδικο ολκής με την τηγανίλα να μαστιγώνει τα ρουθούνια σου. 

Κοντοστέκεσαι, λες στον εαυτό σου πως όχι, δεν πρέπει να υποκύψεις, δεν γίνεται να λυγίσεις, οφείλεις να επιδείξεις πυγμή και ανωτερότητα. Προσπαθείς να εστιάσεις σε ενάρετες σκέψεις: στo γιαουρτάκι και τα φρουτάκια που έχεις στο ψυγείο σου και σε περιμένουν υπομονετικά να γυρίσεις, στους fitness influencers με τις δεκάδες συνταγές για overnight oats και detox smoothies, στο αφιέρωμα της εκπομπής “Όλα για την Υγεία” στην κακή χοληστερίνη και σε εκείνον τον διατροφολόγο-γιατρό που πετάγεται στη ροή του TikTok σου, κόβοντάς σου τη χολή και επισημαίνοντας με στόμφο ότι θα έπρεπε να ντρέπεσαι αν δεν μασουλάς καθημερινώς ραπανάκι και μπρόκολο. 

Αλλά ο Bad Daddy γεννήθηκε αμείλικτος. Ποδοπατάει τις άμυνές σου, χλευάζει την αυτοπειθαρχία σου, σε καμακώνει από τη μύτη και σε σέρνει στα ενδότερα. Εμφανίζεται σύντομα στο τραπέζι σου πιτσιρίκα-σερβιτόρα με ψεύτικες βλεφαρίδες, πράσινα βαμμένα νύχια, ξανθά extensions και τσίχλα στο στόμα και σου προσφέρει το menu. 

Ανασυγκροτείσαι, παίρνεις βαθιές ανάσες, αναζητάς τις σαλάτες στην πίσω σελίδα και λες στον εαυτό σου ότι εντάξει, ψυχραιμία, μπορεί να υπέκυψες, αλλά δεν χρειάζεται και να ξεκοιλιαστείς. Εντοπίζεις μία σάχλα τύπου power bowl με μαρούλια, καρότα και κομματάκια αβοκάντο νάχαμε-ναλέγαμε. Λες αποφασιστικά “ετούτο θα πάρω για να μην έχω τύψεις το βράδυ” και κάνεις manifestation επαναλαμβάνοντας στο μυαλό σου ότι δεν πεινάς άλλωστε και τόσο πολύ.

Ξανάρχεται η πιτσιρίκα και ενώ τα είχες ξακάθαρα συμφωνήσει μέσα σου, ακούς τον εαυτό σου να παραγγέλνει ενενδοίαστα τσιπς πατάτας με τριπλέτα pimento cheese/μαγιονέζας/aioli σος, μερίδα onion rings και το έξτρα μπιγκ μπέργκερ με τις γλυκοπατατούλες τις τηγανητές. 

Μερικά λεπτά αργότερα και ενώ προσπαθείς ακόμα να συνέλθεις από το σοκ της κατάπτυστης λιγοψυχίας σου, η πιτσιρίκα σού τα σερβίρει, παρέα με μία τεράστια παγωμένη κοκακόλα με free refill. Της κάνεις νόημα τύπου “keep them coming” κι εκείνη σου κλείνει πονηρά το μάτι. Ακολουθούν splatter σκηνές σαβουριάσματος με την κέτσαπ να ρέει αμαρτωλά στα δάχτυλά σου. Έχεις παραδοθεί άνευ όρων στην παρακμή σου. 

Αλλά αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό το παιχνίδι ήταν εξαρχής χαμένο. Γιατί ο Bad Daddy είναι ο λόγος που οι δίαιτες γράφονται πάντα σε μέλλοντα χρόνο. Είναι το μέρος όπου οι καλές προθέσεις πηγαίνουν για να πεθάνουν ευτυχισμένες.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Ξερόχορτα

Ο καθαρισμός των οικοπέδων από τα ξερά χόρτα αποτελεί ένα απολύτως δίκαιο και εύλογο μέτρο. Σε μια χώρα όπου δάση, περιουσίες και ανθρώπινες ζωές απειλούνται την καλοκαιρινή περίοδο από πυρκαγιές, η πρόληψη δεν μπορεί παρά να είναι υποχρέωση όλων.

Ως αποτέλεσμα του μέτρου και υπό το φόβο των προστίμων, χιλιάδες ιδιοκτήτες βρέθηκαν τα τελευταία χρόνια την περίοδο Μαΐου-Ιουνίου να ψάχνουν κάποιο συνεργείο για να καθαρίσει το οικόπεδό τους. Η ζήτηση εκτοξεύθηκε, η προσφορά παρέμεινε περιορισμένη και η αγορά αντέδρασε με τον αναμενόμενο τρόπο: οι τιμές ανέβηκαν. Και επειδή όλοι γνωρίζουμε την ελληνική πραγματικότητα, νομίζω είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι σχεδόν ουδείς από αυτούς που καθαρίζουν οικόπεδα εκδίδει αποδείξεις. Επομένως τα αγριόχορτα κόβονται, αλλά η παραοικονομία ανθεί.

Και κάπως έτσι έχουμε μια κραυγαλέα περίπτωση «ακούσιων συνεπειών» (unintended consequences): μια ρύθμιση που επιχειρεί να λύσει ένα πρόβλημα παράγει στρεβλώσεις που (περιέργως;) δεν είχαν προβλεφθεί. Το κράτος αναθέτει ευθύνη στους πολίτες χωρίς όμως να εξασφαλίζει ότι υπάρχει η αναγκαία αγορά υπηρεσιών για να ανταποκριθεί στην ανάγκη που τους δημιούργησε και -κυρίως- χωρίς να τους προφυλάσσει με δικλείδες ασφαλείας (π.χ. πιστοποιημένα συνεργεία καθαρισμού ανά δήμο με διαφανή τιμολόγηση υπηρεσιών και εξονυχιστικούς ελέγχους για έκδοση αποδείξεων). 

Με τον τρόπο αυτό, η νέα κατάσταση λειτουργεί υπέρ όσων κινούνται οπορτουνιστικά, απολαμβάνοντας αφορολόγητα έσοδα μέσα σε μια αγορά που επαυξήθηκε δραματικά με διοικητική πράξη (αυτό καλείται "regulatory windfall", ήτοι απροσδόκητο όφελος που προκύπτει για κάποιους ως αποτέλεσμα κυβερνητικής πολιτικής). Από την άλλη, το κράτος στερείται εντέλει πολύτιμων φορολογικών εσόδων από χρήματα που χάνονται στη μαύρη τρύπα της παραοικονομίας ενώ θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν (και) για τη χρηματοδότηση της πολιτικής προστασίας. 

Με μισές δουλειές δεν τη γλιτώνουμε την πυρκαγιά.

ΥΓ. Άλλα τέτοια παραδείγματα "regulatory windfall" ήταν η ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων που δημιούργησε μαζική ζήτηση για ενεργειακούς επιθεωρητές ή τα rapid tests κατά την πανδημία που δημιούργησαν ζήτηση για διαγνωστικά κέντρα και βιοϊατρικά εργαστήρια -με διαφορετικά περιθώρια φοροδιαφυγής ανά περίπτωση.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

One way ticket to the blues





Ανάσες καλαισθησίας: ο τερματικός σταθμός του προαστιακού στον Πειραιά.

Merkel, She Wrote

Οριακά προλαβαίνεις κάποια από τις τελευταίες παραστάσεις του θεατρικού «Miss Merkel – Mord in der Uckermark», εδώ στο Βερολίνο. Το έργο αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου best seller του David Safier με την υπόθεση να περιστρέφεται γύρω από έναν φόνο τον οποίο υποτίθεται ότι εξιχνιάζει η συνταξιούχος Μέρκελ χάρις την παροιμιώδη παρατηρητικότητα και υπομονή της. Κάτι σαν γερμανική εκδοχή της Miss Marple αν της προσθέσεις σατυρικά στοιχεία (την Μέρκελ υποδύεται ο Christoph Marti), μπριόζα μουσική και τραγούδια, μερικά πολιτικά σχόλια και την περιβόητη «Merkel-Raute» (τη χαρακτηριστική στάση των χεριών της). 

Πάντως μετά την επιτυχία που σημείωσε η εν λόγω παράσταση, αναμένω το ανέβασμα και σε κάποια αθηναϊκή σκηνή. Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι, στην ελληνική του εκδοχή, το έργο πρέπει να έχει χαρακτηριστικά θρίλερ ή splatter. 

Και ο τίτλος πρέπει να αλλάξει σε «Μαντάμ Μέρκελ».

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Free Riders

Η πρόταση για δωρεάν μέσα μαζικής μεταφοράς ακούγεται, εκ πρώτης όψεως, ελκυστική. Ποιος θα έλεγε όχι σε μια τέτοια διευκόλυνση που μειώνει το κόστος μετακίνησης για όλους (αν και η πρόταση αφορά μόνο τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, επομένως ήδη από την πρώτη στιγμή καθίσταται προσβλητικά μεροληπτική); Και τελοσπάντων το κάνουν στο Λουξεμβούργο, το έχουν επιχειρήσει στη Μάλτα, την Εσθονία και αλλού. Μόνο που η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η κατάργηση του εισιτηρίου δεν αρκεί για να εγκαταλείψει ο κόσμος το αυτοκίνητο. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η τιμή, αλλά η συχνότητα των δρομολογίων, η αξιοπιστία, η κάλυψη του δικτύου και ο χρόνος μετακίνησης. Και όλα αυτά δεν είναι εύκολο να βελτιωθούν, πόσο μάλλον όταν μεμιάς εξαφανίσεις τα έσοδα από τα εισιτήρια. 

Υπάρχει όμως και μια λιγότερο προφανής διάσταση στην όλη συζήτηση: το μήνυμα που εκπέμπει ένα τέτοιο μέτρο. Σε μια χώρα όπου η λαθρεπιβίβαση παρουσιάζεται από κάποιους (free riders) ως δικαιολογημένη «πράξη αντίστασης» απέναντι σε ένα κράτος που δεν λειτουργεί ή ενίοτε και ως επίδειξη μαγκιάς, η πλήρης κατάργηση του εισιτηρίου κινδυνεύει να εκληφθεί ως εκ των υστέρων δικαίωση της λογικής του «δεν πληρώνω». Όσοι προσκολλούνταν πίσω από άλλους για να περάσουν τις μπάρες ή αντάλλασσαν εισιτήρια (αδυνατώντας να κατανοήσουν πόσο βαθιά αντικοινωνική είναι αυτή η πρακτική τους), θα μπορούν να ισχυριστούν ότι τελικά δικαιώνονται. 

Το πιο προβληματικό, όμως, αφορά -ως συνήθως- τη σιωπηλή πλειοψηφία. Εκείνους που πλήρωναν πάντα το εισιτήριό τους, όχι επειδή τους περίσσευαν τα χρήματα, αλλά επειδή θεωρούσαν αυτονόητο ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους και ότι η συμμόρφωση είναι προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία μιας κοινωνίας. Για αυτούς, το μήνυμα είναι ότι η συνέπεια δεν επιβραβεύεται ποτέ, ενώ η παραβατικότητα συγχωρείται και η απαλλαγή από την προσωπική ευθύνη κανονικοποιείται. Μας έχει άλλωστε συνηθίσει το ελληνικό κράτος σε τέτοιες πρακτικές με τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων ή την χαριστική επιστροφή πινακίδων σε οδηγούς την εορταστική περίοδο.

Αν η πρόταση περί δωρεάν μετακινήσεων αποτελούσε μέρος μιας σοβαρής συζήτησης κοινωνικής μηχανικής, θα μπορούσε ίσως να ληφθεί υπόψη. Είναι όμως προφανές πως αξιοποιείται εδώ απλώς ως ένα ακόμη εύκολο πυροτέχνημα στην προεκλογική αγορά υποσχέσεων: μια πρόταση που αντιγράφουμε προχείρως από αλλού για να δημιουργήσουμε θόρυβο, χωρίς να ενδιαφερόμαστε πραγματικά να λύσουμε κάποιο πρόβλημα (εν προκειμένω το πρόβλημα είναι το χαμηλό επίπεδο εξυπηρέτησης του πολίτη από τα μέσα μαζικής μεταφοράς και το κυκλοφοριακό χάος στους δρόμους).

Σημείωση: Έβγαλα φωτογραφία τη διαφήμιση γνωστού εντομοαπωθητικού σε στάση λεωφορείων για να τη χρησιμοποιήσω κάπου ως παράδειγμα guerrilla marketing, αλλά ταιριάζει με έναν τρόπο και στην ανάρτηση, οπότε voila!

David Hockney

Οι πίνακες του David Hockney μιλούν μια οπτική γλώσσα που ένιωθα πάντα πως καταλαβαίνω. Έχω ευτυχήσει να δω έργα του σε πολλές πινακοθήκες (και κατ´επανάληψη στην Tate), όμως διαβάζοντας τα πολλά και ενδιαφέροντα αφιερώματα με αφορμή τον θάνατό του, στη μνήμη μου ήρθε μια υπέροχη αναδρομική του έκθεση που επισκέφτηκα πριν χρόνια στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Σεούλ.

Θυμάμαι να κάθομαι για ώρα μπροστά στον πίνακα «My Parents», συνεπαρμένος από το αφοπλιστικό βλέμμα της μητέρας του που κοιτάζει με ευθύτητα τον θεατή. Δίπλα της, κάθεται ο πατέρας του, σκυμμένος σε ένα βιβλίο, παρών και απών ταυτόχρονα. 

Από τις πισίνες και το φως της Καλιφόρνιας μέχρι τα πιο πρόσφατα έργα του στο iPad, ο Hockney αποτύπωνε κόσμους διαυγείς και ειλικρινείς, με έντονα χρώματα, καθαρές μορφές και δεδηλωμένα συναισθήματα. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από μια επιφανειακή εξωστρέφεια που υποκρύπτει όμως βαθιά εσωτερικότητα. 

Μέσα από αυτή την αριστοτεχνική ισορροπία, συνειδητοποιώ εντέλει ότι ο Hockney πρότεινε έναν τρόπο να σταθεί κανείς με αξιοπρέπεια και θάρρος στον μεταβατικό κόσμο που ζούμε. Και αυτή η εναργής ματιά του, τον καθιστά έναν από τους δύο πλέον αγαπημένους μου Βρετανούς ζωγράφους των τελευταίων δεκαετιών (ο άλλος είναι ο Lucian Freud).

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Απόλλων & Αττικόν


Στις 12 Φεβρουαρίου 2012, κατά τη διάρκεια εκτεταμένων επεισοδίων (μετά από διαδήλωση ενάντια στην ψήφιση του δεύτερου Μνημονίου), παραδόθηκε στις φλόγες το κτήριο που στεγάζει τους κινηματογράφους Απόλλων και Αττικόν στην οδό Σταδίου. Εκείνο το βράδυ πυρπολήθηκαν περίπου 40 κτήρια στο κέντρο της πόλης, αλλά η φωτιά στο συγκεκριμένο οικοδόμημα αποτελεί ίσως το πιο εμβληματικό περιστατικό καταστροφής στη σύγχρονη ιστορία της Αθήνας. 

Παρότι οι αίθουσες καθ´αυτές παραμένουν σχετικά ανέπαφες, η πρόσοψη και οι χώροι υποδοχής εξακολουθούν να παρουσιάζουν εικόνα ερειπίου. Η αποκατάσταση έχει αδικαιολόγητα καθυστερήσει (για νομικούς και γραφειοκρατικούς λόγους) με συνέπεια η σημαντική αυτή πληγή στο κέντρο της πόλης, να παραμένει ανοικτή. Περνώντας σήμερα από εκεί, παρατήρησα ότι απελευθερώθηκε τουλάχιστον το πεζοδρόμιο μπροστά από το κτήριο. 

Δεδομένου ότι το απόθεμα κτηρίων αισθητικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος που διαθέτει η πρωτεύουσα είναι σχετικά μικρό (συγκρινόμενο με εκείνο άλλων ευρωπαϊκών πόλεων), ελπίζω κάποια στιγμή να ευτυχήσουμε να δούμε επιτέλους αποκαταστημένους και λειτουργικούς τους δύο ιστορικούς κινηματογράφους. Η διατήρηση τέτοιων τοποσήμων αποτελεί υποχρέωση απέναντι στη συλλογική μνήμη και την ταυτότητα της πόλης.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Spinning around

Ξεκίνησα από περιέργεια να βλέπω το τρίπτυχο ντοκιμαντέρ του Netflix για την Kylie Minogue, υποθέτοντας ότι πρόκειται περί ανάλαφρης αναδρομής στην καριέρα της. Τουναντίον, βρέθηκα να παρακολουθώ ένα συναρπαστικό πορτρέτο ανέλπιστου βάθους, καθώς μέσα από την παρουσίαση της ζωής της τραγουδίστριας θίγονται ζητήματα όπως η ανθεκτικότητα, η διαχείριση της δημόσιας εικόνας και η πρόκληση της προσωπικής εξέλιξης και ωρίμανσης. Η εξομολογητική αφήγηση της Kylie αποκαλύπτει έναν άνθρωπο με ευαισθησίες και ποιότητες που ίσως δεν περιμένει κανείς εύκολα κρίνοντας από τις (κάπως εύπεπτες) επιτυχίες της. 

Από την παρακολούθηση του αφιερώματος, προκύπτουν μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. 

Πρώτον, η επιτυχία σπανίως ακολουθεί γραμμική πορεία. Η Kylie πέρασε από περιόδους αποθέωσης αλλά και αμφισβήτησης, με τον (βρετανικό) Τύπο να την αντιμετωπίζει με περιφρόνηση και ειρωνεία. Το ντοκιμαντέρ δείχνει ότι η διάρκεια μιας καριέρας δεν εξαρτάται τόσο από τις κορυφώσεις όσο από την ικανότητα να επανακάμπτει κανείς μετά από κάθε πτώση. Η ιστορία της Kylie είναι μια διαρκής διαδικασία «επιστροφής».  

Δεύτερον, οι μεγάλες δοκιμασίες της ζωής μπορεί να επιταχύνουν την συναισθηματική και ψυχική ωρίμανση, καθώς μας φέρνουν αντιμέτωπους με την υποχρεωτική αναγνώριση της θνητότητάς μας. Η πιο συγκινητική στιγμή του ντοκιμαντέρ είναι η περιγραφή της περιπέτειας με τον καρκίνο, αλλά και η αποκάλυψη από την ίδια ότι η ασθένεια επανεμφανίστηκε το 2021. 

Τρίτον, η προσωπική εξέλιξη και βελτίωση προϋποθέτει συστηματική προσπάθεια και συνέπεια, αλλά συναρτάται και άλλων παραμέτρων όπως η τύχη, η συγκυρία και οι γνωριμίες. Πέραν του όποιου ταλέντου της (που όντως διαθέτει), η Kylie εκμεταλλεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε τις ευκαιρίες που της δόθηκαν: χρησιμοποίησε ως εφαλτήριο για την αρχική της ανάδειξη τους Stock, Aitken & Waterman (ίσως τους πιο διάσημους βρετανους hit-makers των 80s), αξιοποίησε το (κάπως προκάτ) ειδύλλιο με τον Jason Donovan για να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον του κοινού, ρούφηξε εμπειρίες από τη σχέση της με τον Michael Hutchence των INXS, αναβάθμισε την εικόνα της μέσω της συνεργασίας της με τον Nick Cave (επική η ατάκα του Cave όταν ερωτάται γιατί επέλεξε την Kylie για το υπέροχο «Where The Wild Roses Grow»: "It was a strange thing with Kylie, because she had everything but credibility. And I had credibility, but not much else.») και βεβαίως διατήρησε ως κρίσιμη σταθερά τη σχέση με τους γονείς και τα αδέλφια της. Η επιλογή των ανθρώπων με τους οποίους σχετιζόμαστε και τα κοινωνικά δίκτυα εντός των οποίων κινούμαστε, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία μας, το ύψος και το βάθος μας.

H πορεία της Kylie Minogue αποδεικνύει ότι η στοχοπροσήλωση, η αποφασιστικότητα, αλλά και η θετική διάθεση, συνιστούν ισχυρή άμυνα απέναντι στις προσωπικές απώλειες, τις δυσκολίες και την κριτική των άλλων. Και ότι η επιτυχία είναι αποτέλεσμα συνδυασμού παραγόντων.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Μαχάνε Γεχούντα

Μωρέ πεθύμησα κάνα σαμπίχ -θυμήσου να πάρουμε μελιτζάνες και πατάτες, να σιάξουμε. Επίσης χρειάζομαι ταχίνι που μου τελειώνει, ρεβίθια να τα πετάξουμε αύριο στο τηγάνι να κάμουμε φαλάφελ και κάνα χάλα να μας βρίσκεται για το Σάμπαθ. Α και πράσα, μην ξεχάσουμε τα πράσα! Έχω μία παλιά σεφαραδίτικη συνταγή για κεφτίκας, θα γλείφεις και τα δάχτυλά σου!

Από που λες να ψωνίσουμε; Προσπέρασε σε παρακαλώ ετούτον με το άγριο το βλέμμα -φτου φτου στον κόρφο μας και δεν φοράω και το χάμσα μου για το κακό το μάτι!

Να, από ετούτονε να πάρουμε που τον εξεύρω και μου κάνει και καμία έκπτωση. Βάστα να πάρω μια σακούλα να διαλέξω πιπεριές. Έχει και ωραία αβοκάντο εκεί από πίσω. Κάτσε να τα ζουλήσω να δω αν τρώγονται! 

Μόνο εννιά σέκελ; Καλά μας ήρθε, μην μιλάς καθόλου -εκεί που’χουνε πάει οι τιμές τελευταία, πιότερο σε συμφέρει να πάρεις σπίτι στη Ρεχαβία, παρά να’ρθεις για ψώνια στο Μαχάνε Γεχούντα. Εκεί καταντήσαμε, καημένε με τούτη την ακρίβεια!

Αλλά και τι να κάμεις; Δεν πρέπει να γίνουνε τα ψώνια της εβδομάδας; Μία συμβουλή έχω να σου δώκω και άκουσέ την προσεκτικά: μην περιμένεις να πάει Πέμπτη απόγευμα για να’ρθεις, γίνεται ο κακός χαμός. Το λες και χάβρα Ιουδαίων, στο εντελώς κυριολεκτικό του. Διότι βλέπεις, όσο πλησιάζει το Σάμπαθ, πυκνώνει ο κόσμος και αδειάζουνε οι πάγκοι. Στο τέλος κινδυνεύεις να μείνεις με άδεια χέρια και ξενηστικωμένος.

Είναι αλήθεια: σαν την αγορά του Μαχάνε Γεχούντα, δύσκολα θα βρεις σε ολάκερη τη χώρα. Αυτή εδώ η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται στα τέλη του 19ου αιώνα, επί οθωμανικής περιόδου. Και επειδής βρισκόταν σε προνομιακό σημείο, ανάμεσα στις νέες γειτονιές των Εβραίων κατοίκων, όξω από τα τείχη της παλιάς πόλης της Ιερουσαλήμ, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν κάμποσοι έμποροι. Όχι μόνο Εβραίοι, αλλά και Άραβες και Αρμένιοι -στήθηκε εδώ, μέσα στη σκόνη και τη ζέστη, μία χαοτική αγορά με λογής λογής καλούδια. 

Λόγω της πολυκοσμίας όμως και της έλλειψης κανόνων υγιεινής, το μέρος πήρε την κατιούσα και δεν μπορούσες να σταθείς από τη βρώμα. 

Τη δεκαετία του 1930, ήλθαν ευτυχώς οι Ιρακινοί Εβραίοι, έφεραν από τη Βαγδάτη τα σαφράν τους, τα μπαχάρια τους, τα μπουρέκια τους και νοικοκύρεψαν την κατάσταση -ακόμα και σήμερα οι παλιοί την αποκαλούν Ιράκι Σουκ, που πάει να πει αγορά των Ιρακινών. 

Εντάξει για να είμαστε δίκαιοι, έβαλαν το χεράκι τους στο συμμάζεμα και οι Άγγλοι: όταν πέρασε η περιοχή στα χέρια τους, φρόντισαν να επιβάλουν κανόνες καθαριότητας και ευταξίας, διότι τελοσπάντων είχαν και ένα Κοβεν Γκάρντεν και ένα Harrods στην ψυχολογία τους. 

Σήμερα, το Μαχάνε Γεχούντα παραμένει πολυπολιτισμικό, όπως και τότες. Θα ιδείς πάρα πολλούς Άραβες, κάποιους Αιθίοπες, ακόμα και Ινδούς. Άνοιξαν και κάμποσα φαγάδικα. Και καφέ. Μπορείς να κάμεις τη βόλτα σου, να ψωνίσεις το ζαρζαβάτι σου, να πιεις τ’αφέψημά σου, να συναντηθείς με τον εξάδελφο Αβεσαλόμ, να πιάσετε την κουβέντα, να μάθεις τα χαμπέρια της θυγατρός του της Αδάρας. Που ενώ ήταν κανονισμένο το συνοικέσιό της με τον γιο του Γιδδεών, τον Μεναχέμ πούναι τελοσπάντων θεοσεβούμενος νέος και με στρωμένη δουλειά από τον πατέρα του, τα στήλωσε κάτω και λέγεται πως γλυκοκοιτάει τον ρέμπελο μικραδελφό του, τον Ααρών. Που τελοσπάντων, στο σημείο αυτό παύεις να την αποκαλείς Αδάρα και την ελές απλώς Γαϊδάρα.

Να και ο Εφραίμ. Πούχει το μπαρμπέρικο στο Μέα Σεαρίμ. Κάμε ότι δεν τον βλέπεις! Παλιά πήγαινα για το κουρεματάκι μου. Αλλά μαλώσαμε μια μέρα, διότι επέμενε να αφήσω μπουκλάκια, ενώ εγώ του ζήταγα να μου τα πάρει με την ψιλή. Χάλια βγήκα από το κουρείο -και δεν εννοώ ψυχολογικά. 

Μην σου κάμουνε εντύπωση τα καπέλα και οι κατάμαυρες αμφιέσεις: η αγορά συγκεντρώνει αρκετούς υπερθόδοξους Εβραίους -Χαρεντίμ, την πλέον θρησκευάμενη κοινότητα του Ισραήλ. 

Που ξυπνούν και κοιμούνται με τις προσευχές τους, μελετούν ώρες ατελείωτες την Τορά και τηρούν στο ακέραιο τις παραδόσεις τους. Οι άντρες φορούν αποκλειστικά μαύρα και φέρουν γενειάδες, ενώ οι γυναίκες όταν παντρευτούν καλύπτουν τα μαλλιά τους με μαντήλι ή περούκα.

Όχι ότι και οι λοιποί, οι μη Χαρεντίμ, κυκλοφορούν ασκεπείς. Είναι αρκετοί εκείνοι -ακόμα και νέοι- που φοράνε επιμελώς την κιπά τους. Να, από εδώ τις ψωνίζουμε. Κι έχουμε μεγάλη ποικιλία, για κάθε σχήμα κεφαλιού και για κάθε γούστο. Μπλε, καφετί, μαύρο, βερυκοκί ή πλεχτό με πολύχρωμα λαχούρια. Και με τον Μπόμπ τον Σφουγγαράκη για τον προχώ πιτσιρικά.

Εννοείται ότι όλα τα τρόφιμα εδώ είναι κόσερ. Που σημαίνει ότι είναι σύμφωνα με τους εβραϊκούς διατροφικούς νόμους (κασρούτ) και μπορείς να τα περιδρομιάσεις δίχως φόβο και πάθος. Όχι, λαγό στιφάδο δεν θα φας -απορώ με τις λαιμαργίες σου ώρες-ώρες! Δεν είναι κόσερ, λέμε! Ούτε το χοιρινό, ούτε το κουνέλι. Για τα βοοειδή και τα αιγοπρόβατα υπάρχουν επίσης ειδικοί κανόνες: ορισμένα λίπη απαγορεύονται, ενώ το πίσω μέρος του ζώου σπανίως καταναλώνεται ως κόσερ επειδή απαιτεί ιδιαίτερη επεξεργασία. Άσε που η σφαγή πρέπει να είναι σεχιτά -δηλαδή να εκτελεστεί με ειδική τελετουργική διαδικασία, από προσώπατο εκπαιδευμένο και πιστοποιημένο.  

Μπερδεμένο; Και πού ν'αρχισω να σου εξηγώ τη διάκριση μεταξύ γαλακτοκομικών και κρεατικών που δεν πρέπει ποτέ να συνδυάζονται. Τι να κάμουμε όμως; Αυτοί είναι οι κανόνες των προγόνων μας, θεόπαλιοι κι απαράβατοι. 

Να πάρουμε και κανένα γλυκάκι για τη λιγούρα; Σιροπιαστά τρως; Μπακλαβά; Ή μήπως κάναν χαλβά; Α, διαθέτουμε μεγάλη ποικιλία, με κάμποσες γεύσεις. Και ζαχαρωτά έχουμε μπόλικα. Και καραμέλες. Τις τρώμε αρκετά εδώ. Πάρε ένα σακουλάκι να γιομίσουμε νάχουμε να μασουλάμε στο σπίτι. 

Ναι, έχει πράγματι ενδιαφέρον μία βόλτα στην αγορά Μαχάνε Γεχούντα. Αφενός γιατί βρίσκεις μεγάλη ποικιλία προϊόντων και συμπαθητικές τιμές. Και αφετέρου γιατί ζεις την εμπειρία καθημερινότητας μιας sui generis κοινωνίας, ιδιότυπης και περίεργης για τα δικά σου μάτια. Μιας κοινωνίας που ισορροπεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. 

Αν την εντάξεις δε στο ευρύτερο πλαίσιο με τα όσα συμβαίνουν, μοιάζει ακόμα πιο δυσεξήγητη και μπερδεμένη. Το ξεύρω, δεν είναι εύκολο να αφήσει κανείς κατά μέρους τις όποιες απόψεις του, ούτε να αγνοήσει τις πραγματικότητες που τον ζώνουν από τα τριγύρω -ανεξαρτήτως όμως αυτών, η άσκηση της παρατήρησης παραμένει ωφέλιμη. Γιατί αν υπάρχει "αλήθεια", πατρίδα της είναι η κατανόηση. Ακόμα και σε αυτό το μέρος του κόσμου που η αλήθεια και η πατρίδα και η κατανόηση παραμένουν έννοιες εξόχως σύνθετες. 

Δεν μπαίνουν εύκολα στο ζύγι τα βάρητα του κόσμου. Δεν χωνεύονται οι πεποιθήσεις αν δεν τις καλό-μαγειρέψεις. Άλλωστε όπως όλες οι κοινωνίες, έτσι κι αυτή, κρύβουν κάμποσες αντιφάσεις: τίποτα δεν είναι ενιαίο και ίδιο και απόλυτο. 

Αγορές σαν ετούτη με τους κάμποσους Χαρεντίμ Εβραίους, μοιάζουν με θεατρικά δρώμενα. Λες και ο καθένας έχει το ρόλο του και μπαινοβγαίνει στη σκηνή με τη σειρά του καθ’ υπόδειξη του σκηνοθέτη. Πολλές παράλληλες ιστορίες στριμώχνονται ανάμεσα στους πάγκους και εσύ, πρωταγωνιστής συνάμα και κομπάρσος, προσπαθείς να βγάλεις κάποιο νόημα. Να ερμηνεύσεις κάπως τον κόσμο του Αβραάμ και του Λεβί, τον κόσμο της Ραχήλ και της Ρεβέκας. Πούχουν μάθει πως το κουνέλι και ο λαγός δεν τρώγονται και τα γουρούνια είναι ζώα ακάθαρτα. Πως το Σάμπαθ, δεν δουλεύουμε, δεν λειτουργούμε συσκευές, δεν μαγειρεύουμε, δεν κάμουμε αγοραπωλησίες. Πως οι γάμοι είναι προτιμότερο να ξεκινούν από προξενιό και οι γυναίκες να φορούνε περούκες. 

Σε έναν κόσμο που πίσω από την αταξία της θορυβώδους αγοράς, επιμένει να βλέπει μια καθησυχαστική τάξη. Έναν κόσμο που πιστεύει πως η μέρα ξημερώνει και χάνεται, η ζωή αναβλύζει και στερεύει, οι άνθρωποι ανταμώνουν και μισεύουν, γιατί υπάρχει θεϊκό σχέδιο. Έναν κόσμο που γνωρίζει τις απαντήσεις πριν ακόμα διατυπωθούν οι ερωτήσεις. Βαθιά παρηγοριά οι βεβαιότητες. Βαθιά παγίδα.