Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Τα ελάφια της Νάρα

Η Νάρα υπήρξε η πρώτη (σταθερή) πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, από το 710 έως το 784 και θεωρείται ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς εδώ τέθηκαν οι βάσεις για τη συγκρότηση του πρώιμου ιαπωνικού κράτους και την εδραίωση του βουδισμού. Σε μία σχετικά μεγάλη καταπράσινη έκταση στο ιστορικό κέντρο της πόλης, θα συναντήσεις ιερά, ναούς, μονοπάτια, τουρίστες και κάμποσους Ιάπωνες με παραδοσιακές ενδυμασίες.

Το στοιχείο όμως που κλέβει την παράσταση και καταλαμβάνει υποχρεωτικά πρωταγωνιστικό ρόλο στις φωτογραφίες είναι τα περίφημα ελάφια που σουλατσάρουν στο χώρο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο θεός Takemikazuchi έφθασε στην πόλη Νάρα καβάλα σε ένα λευκό ελάφι -επιλογή κάπως αξιοπερίεργη, δεδομένου ότι ο εν λόγω ήταν θεός του κεραυνού, των συγκρούσεων και λίγο ζοχάδας. Έκτοτε, τα συμπαθή τετράποδα θεωρήθηκαν ιερά και μέχρι σήμερα προστατεύονται αυστηρά, ενώ περιφέρονται ελεύθερα, τρυπώνουν ανενδοίαστα στα πιο απίθανα μέρη, ποζάρουν νωχελικά και βεβαίως έχουν το ακαταλόγιστο ακόμα κι όταν κάνουν τις πιο απίθανες σκανδαλιές όπως το να βουτήξουν κάποιο αντικείμενο από τα καταστήματα της περιοχής ή να σε πάρουν στο κατόπι για να τους δώσεις κάτι να φάνε. Περιμένεις να συναντήσεις το Μπάμπι το ελαφάκι και σου εμφανίζεται ο Μπάμπης ο τραμπουκάκος.

Από τους πάγκους με τα μεροραμπίλια, μπορείς να αγοράσεις ένα ειδικό κράκερ από πίτουρο ρυζιού και αλεύρι που λέγεται shika senbei και αρέσει ιδιαιτέρως στα ελάφια για να τα ταΐσεις με αυτό (αν και έχουν τελευταία δημοσιευτεί μελέτες που διατείνονται ότι η σχεδόν μονοφαγική του κατανάλωση, ίσως δεν ωφελεί ιδιαιτέρως την υγεία τους). Το αξιοπερίεργο είναι ότι άπαξ και τους δώσεις κανένα τέτοιο κράκερ, πολλά ελάφια σου κάμουν υπόκλιση με την ελπίδα να λάβουν κι άλλο. Ο Παβλόφ θα το έλεγε εξαρτημένη αντίδραση, ήτοι διασύνδεση συγκεκριμένου ερεθίσματος με προσδοκώμενη ανταμοιβή.

Εγώ θα πω ότι σε μία χώρα όπου η υπόκλιση δεν είναι απλώς ένας χαιρετισμός ευγενείας, αλλά σημαντικός κώδικας κοινωνικής αλληλεπίδρασης που δηλώνει σεβασμό, ευγνωμοσύνη, απολογία ή και αναγνώριση της θέσης του άλλου, η (ας πούμε) αφομοίωση και αναπαραγωγή του πρωτοκόλλου ακόμα και από τα ελάφια, είναι τελοσπάντων ανησυχητικά ύποπτη. 

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

"You've got Athena's eyes!"

Δεν θα μπω καν στη διαδικασία να παραθέσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η Οδύσσεια του Νόλαν είναι μια αδύναμη ταινία. Θα μπορούσα να μιλήσω για τις σεναριακές υπεραπλουστεύσεις, τις αβαθείς ερμηνείες, την αισθητική που παραπέμπει περισσότερο σε Game of Thrones και Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ή την αφελέστατη διανομή, που προφανώς υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να απευθυνθεί η ταινία σε ένα παγκοσμιοποιημένο κοινό και στις σύγχρονες ευαισθησίες του (λες και τα ομηρικά έπη χρειάζονταν τέτοιου είδους διαμεσολάβηση προκειμένου να επικοινωνήσουν με τον σύγχρονο θεατή), χωρίς να υπηρετούν κάποια πραγματική νοηματική σκοπιμότητα.

Το πλέον απογοητευτικό, όμως, δεν είναι η ταινία -διότι τελοσπάντων έχουν υπάρξει πολλές άλλες ταινίες που έχουν υποπέσει σε τέτοια ή και χειρότερα ολισθήματα- αλλά η σχεδόν μαζικά ενθουσιώδης υποδοχή της. Φοβάμαι ότι η Οδύσσεια του Νόλαν αποτελεί χαρακτηριστικό σύμπτωμα μιας εποχής που έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την πνευματικότητά της. Ενός κόσμου εθισμένου τόσο βαθιά στον στιγμιαίο εντυπωσιασμό της εικόνας, στα τεχνικά εφέ και στο δέος της IMAX οθόνης, ώστε έχει αρχίσει να συγχέει το εντυπωσιακό με το σημαντικό, το εύκολο με το βαθύ και το θορυβώδες με το μεγαλειώδες.

Και κάπως έτσι, ένα από τα κορυφαία έργα της παγκόσμιας διάνοιας, ένα έργο που άντεξε σχεδόν τρεις χιλιετίες ακριβώς επειδή μιλά με εκπληκτική δύναμη για τον νόστο, την ταυτότητα, την απώλεια, την ύβρη, την πίστη, την ευφυΐα και τα όρια της ανθρώπινης φύσης, μετατρέπεται σε μια σούπα εύπεπτων ψυχολογικών κινήτρων και προκατασκευασμένου συναισθήματος, προδίδοντας τα βασικά υλικά από τα οποία συνετέθη και το πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου νοηματοδοτήθηκε. Δεν είναι πλέον ο Όμηρος που ομιλεί στον σύγχρονο άνθρωπο. Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος που ξαναγράφει τον Όμηρο για να μπορέσει να τον προσεγγίσει.

Δεν μπορώ να κατηγορήσω τον Νόλαν ότι δεν κατάλαβε την Οδύσσεια (που είναι προφανές ότι δεν την κατάλαβε). Αυτό όμως που δυσκολεύομαι να δικαιολογήσω είναι τη στάση εκείνων που υποτίθεται ότι διαθέτουν τα εφόδια για μια πιο λόγια και απαιτητική ματιά -κριτικών κινηματογράφου, πανεπιστημιακών, αλλά και ανθρώπων που εκκινώντας από την επιστημονική ιδιότητα του φιλολόγου ή του αρχαιολόγου έχουν αναπτύξει έντονη παρουσία στον δημόσιο λόγο και τα social media- οι οποίοι έσπευσαν σχεδόν ομόφωνα να ανακηρύξουν την ταινία αυτή, αριστούργημα. Κάποιοι μάλιστα, για να προστατεύσουν εαυτούς από τυχόν αρνητικά σχόλια, χρησιμοποιούν το -κάπως φαιδρό, επιτρέψτε μου- επιχείρημα ότι «η ταινία δεν είναι ακριβώς πιστή απόδοση της ομηρικής Οδύσσειας, αλλά καθόλου δεν μας πειράζει διότι είναι τόσο καταπληκτικά πρωτότυπη η ιδέα ενός Οδυσσέα με μετατραυματικό στρες και τόσο χορταστικό το θέαμα, που ας χαλαρώσουμε και ας το απολαύσουμε».

Το θλιβερό τελικά δεν είναι ότι ένας σκηνοθέτης διασκεύασε τον Όμηρο (θεωρώντας -κατ’εμέ εσφαλμένα- ότι διέθετε το πνευματικό βάρος να προσδώσει στην Οδύσσεια νέα νοήματα), αλλά ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι, που θα περίμενε κανείς να διαθέτουν αυστηρότερο κριτήριο, δεν αναγνώρισαν αυτήν την αφελή διασκευή ως τέτοια.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Michael

Αν αξίζει να δει κανείς την ταινία Michael, είναι για τη θαυμάσια αναδρομή στις επιτυχίες του Michael Jackson που σημάδεψαν την ιστορία της pop, για τον Jaafar Jackson, ο οποίος είναι εντυπωσιακός στον πρωταγωνιστικό ρόλο (με μια ερμηνεία που σε κάνει συχνά να ξεχνάς ότι δεν βλέπεις τον ίδιο τον Michael, αλλά τον ανιψιό του να τον υποδύεται) και για τη σκηνοθεσία του Antoine Fuqua, που καταφέρνει να ανασυστήσει με αξιοθαύμαστη ακρίβεια την αισθητική των videoclips, των περιοδειών και των εμβληματικών live εμφανίσεων του Jackson.

Εντούτοις, η ταινία δικαίως κατηγορήθηκε ότι μοιάζει περισσότερο με ένα «greatest hits» της ζωής του παρά με μια πραγματική βιογραφία. Ακολουθεί την πορεία από τους Jackson 5 μέχρι την εκτόξευσή του στην κορυφή, αλλά επιλέγει επιδεικτικά να προσπεράσει όλα εκείνα που έκαναν τον Michael Jackson μια τόσο σύνθετη και αντιφατική περίπτωση. Απουσιάζουν οι εσωτερικές του συγκρούσεις, η μοναξιά ενός ανθρώπου που δεν έζησε ποτέ πραγματική παιδική ηλικία, η εμμονή του με την εμφάνιση και η σταδιακή μεταμόρφωση της δημόσιας εικόνας του, οι σχέσεις του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του πέρα από τους γονείς του, οι εκκεντρικότητές του και, φυσικά, ακόμη και οι πιο έμμεσες αναφορές στις σοβαρές κατηγορίες και στις σκοτεινές πτυχές που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Μια βιογραφική ταινία που φοβάται να αγγίξει τις πιο δύσκολες αποχρώσεις ενός ανθρώπου ο οποίος, πέρα από μουσική ιδιοφυΐα, υπήρξε και μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε ένα χλιαρό αποτέλεσμα.

Σε κάθε περίπτωση, αφορμής δοθείσης, τις τελευταίες ημέρες επέστρεψα (για πολλοστή φορά) στα albums των Jackson 5 και του Michael Jackson, ανιχνεύοντας σε αυτά πολύτιμες μουσικές μνήμες και αναφορές με τις οποίες μεγάλωσε η δική μου γενιά. 

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Από την Ηγουμενίτσα









Στις βόρειες άκρες της πόλης της Ηγουμενίτσας ξεκινά ένα μονοπάτι που σε πηγαίνει παραθαλάσσια μέχρι το Δρέπανο. Είναι μια διαδρομή που ανακάλυψα πριν κάποια χρόνια και αγαπώ πολύ, έχοντας μάθει να προσπερνώ κι εδώ τις ουκ ολίγες ασχημίες από τις γνωστές ανθρώπινες παρεμβάσεις που συναντά κανείς σε ολάκερη τη χώρα. Το βλέμμα μου επιλέγει συνειδητά να μεταλαμβάνει μόνο τα όσα συνεχίζει να προσφέρει γενναιόδωρα η φύση και το τοπίο: τα πεύκα που γέρνουν πάνω από τη θάλασσα, τα σχίνα, τις κουμαριές και το θυμάρι που γεμίζουν τον αέρα με αρώματα, τις μέλισσες και τις πεταλούδες που πασχίζουν στους χρόνους τους, τα τζιτζίκια που επιμένουν να ντύνουν το καλοκαίρι με τον αδιάκοπο ψαλμό τους. Και βεβαίως τα νερά του Ιονίου που στρώνουν διάφανες επιφάνειες για να καθρεφτίζονται πάνω τους οι ουρανοί. Ακόμα και τα πλοία που μπαινοβγαίνουν στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, όταν τα κοιτάζεις ως παρατηρητής, απαλλαγμένος από την ένταση του επιβάτη, μοιάζουν να υπακούουν τον ρυθμό της θάλασσας και όχι των δρομολογίων.

Σε μέρη σαν ετούτο, βρίσκει κανείς λίγο χώρο να γαληνέψει και να τακτοποιήσει τις σκέψεις του. Έχουν γίνει βλέπεις και δαύτα ακόμα τα καλοκαίρια μας, βαριά και θορυβώδη. Κι είναι στοίχημα δύσκολο να βρει κανείς τρόπους ν' αλαφρωθεί κάπως από τα φορτία του και να κερδίσει τις κάποιες ησυχίες του.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Μεγάλες προσδοκίες

 
















To (βροχερό και κρύο) Μπουένος Άιρες είχε μετατραπεί σήμερα σε ένα τεράστιο γήπεδο με σημαίες να κυματίζουν σε παράθυρα και μπαλκόνια, τα αυτοκίνητα να κορνάρουν από το πρωί ρυθμικά, τον κόσμο να έχει συγκεντρωθεί σε σπίτια και εστιατόρια/καφέ, τα σουπερμάρκετς να έχουν κατεβάσει ρολά (αφού ξεπούλησαν snacks και αναψυκτικά), τα θέατρα να έχουν ακυρώσει τις αποψινές παραστάσεις τους. Η επικράτηση στον τελικό ήταν εθνική υπόθεση ύψιστης σημασίας, η διάψευση της προσδοκίας υπήρξε οδυνηρή.