Μωρέ πεθύμησα κάνα σαμπίχ -θυμήσου να πάρουμε μελιτζάνες και πατάτες, να σιάξουμε. Επίσης χρειάζομαι ταχίνι που μου τελειώνει, ρεβίθια να τα πετάξουμε αύριο στο τηγάνι να κάμουμε φαλάφελ και κάνα χάλα να μας βρίσκεται για το Σάμπαθ. Α και πράσα, μην ξεχάσουμε τα πράσα! Έχω μία παλιά σεφαραδίτικη συνταγή για κεφτίκας, θα γλείφεις και τα δάχτυλά σου!
Από που λες να ψωνίσουμε; Προσπέρασε σε παρακαλώ ετούτον με το άγριο το βλέμμα -φτου φτου στον κόρφο μας και δεν φοράω και το χάμσα μου για το κακό το μάτι!
Να, από ετούτονε να πάρουμε που τον εξεύρω και μου κάνει και καμία έκπτωση. Βάστα να πάρω μια σακούλα να διαλέξω πιπεριές. Έχει και ωραία αβοκάντο εκεί από πίσω. Κάτσε να τα ζουλήσω να δω αν τρώγονται!
Μόνο εννιά σέκελ; Καλά μας ήρθε, μην μιλάς καθόλου -εκεί που’χουνε πάει οι τιμές τελευταία, πιότερο σε συμφέρει να πάρεις σπίτι στη Ρεχαβία, παρά να’ρθεις για ψώνια στο Μαχάνε Γεχούντα. Εκεί καταντήσαμε, καημένε με τούτη την ακρίβεια!
Αλλά και τι να κάμεις; Δεν πρέπει να γίνουνε τα ψώνια της εβδομάδας; Μία συμβουλή έχω να σου δώκω και άκουσέ την προσεκτικά: μην περιμένεις να πάει Πέμπτη απόγευμα για να’ρθεις, γίνεται ο κακός χαμός. Το λες και χάβρα Ιουδαίων, στο εντελώς κυριολεκτικό του. Διότι βλέπεις, όσο πλησιάζει το Σάμπαθ, πυκνώνει ο κόσμος και αδειάζουνε οι πάγκοι. Στο τέλος κινδυνεύεις να μείνεις με άδεια χέρια και ξενηστικωμένος.
Είναι αλήθεια: σαν την αγορά του Μαχάνε Γεχούντα, δύσκολα θα βρεις σε ολάκερη τη χώρα. Αυτή εδώ η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται στα τέλη του 19ου αιώνα, επί οθωμανικής περιόδου. Και επειδής βρισκόταν σε προνομιακό σημείο, ανάμεσα στις νέες γειτονιές των Εβραίων κατοίκων, όξω από τα τείχη της παλιάς πόλης της Ιερουσαλήμ, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν κάμποσοι έμποροι. Όχι μόνο Εβραίοι, αλλά και Άραβες και Αρμένιοι -στήθηκε εδώ, μέσα στη σκόνη και τη ζέστη, μία χαοτική αγορά με λογής λογής καλούδια.
Λόγω της πολυκοσμίας όμως και της έλλειψης κανόνων υγιεινής, το μέρος πήρε την κατιούσα και δεν μπορούσες να σταθείς από τη βρώμα.
Τη δεκαετία του 1930, ήλθαν ευτυχώς οι Ιρακινοί Εβραίοι, έφεραν από τη Βαγδάτη τα σαφράν τους, τα μπαχάρια τους, τα μπουρέκια τους και νοικοκύρεψαν την κατάσταση -ακόμα και σήμερα οι παλιοί την αποκαλούν Ιράκι Σουκ, που πάει να πει αγορά των Ιρακινών.
Εντάξει για να είμαστε δίκαιοι, έβαλαν το χεράκι τους στο συμμάζεμα και οι Άγγλοι: όταν πέρασε η περιοχή στα χέρια τους, φρόντισαν να επιβάλουν κανόνες καθαριότητας και ευταξίας, διότι τελοσπάντων είχαν και ένα Κοβεν Γκάρντεν και ένα Harrods στην ψυχολογία τους.
Σήμερα, το Μαχάνε Γεχούντα παραμένει πολυπολιτισμικό, όπως και τότες. Θα ιδείς πάρα πολλούς Άραβες, κάποιους Αιθίοπες, ακόμα και Ινδούς. Άνοιξαν και κάμποσα φαγάδικα. Και καφέ. Μπορείς να κάμεις τη βόλτα σου, να ψωνίσεις το ζαρζαβάτι σου, να πιεις τ’αφέψημά σου, να συναντηθείς με τον εξάδελφο Αβεσαλόμ, να πιάσετε την κουβέντα, να μάθεις τα χαμπέρια της θυγατρός του της Αδάρας. Που ενώ ήταν κανονισμένο το συνοικέσιό της με τον γιο του Γιδδεών, τον Μεναχέμ πούναι τελοσπάντων θεοσεβούμενος νέος και με στρωμένη δουλειά από τον πατέρα του, τα στήλωσε κάτω και λέγεται πως γλυκοκοιτάει τον ρέμπελο μικραδελφό του, τον Ααρών. Που τελοσπάντων, στο σημείο αυτό παύεις να την αποκαλείς Αδάρα και την ελές απλώς Γαϊδάρα.
Να και ο Εφραίμ. Πούχει το μπαρμπέρικο στο Μέα Σεαρίμ. Κάμε ότι δεν τον βλέπεις! Παλιά πήγαινα για το κουρεματάκι μου. Αλλά μαλώσαμε μια μέρα, διότι επέμενε να αφήσω μπουκλάκια, ενώ εγώ του ζήταγα να μου τα πάρει με την ψιλή. Χάλια βγήκα από το κουρείο -και δεν εννοώ ψυχολογικά.
Μην σου κάμουνε εντύπωση τα καπέλα και οι κατάμαυρες αμφιέσεις: η αγορά συγκεντρώνει αρκετούς υπερθόδοξους Εβραίους -Χαρεντίμ, την πλέον θρησκευάμενη κοινότητα του Ισραήλ.
Που ξυπνούν και κοιμούνται με τις προσευχές τους, μελετούν ώρες ατελείωτες την Τορά και τηρούν στο ακέραιο τις παραδόσεις τους. Οι άντρες φορούν αποκλειστικά μαύρα και φέρουν γενειάδες, ενώ οι γυναίκες όταν παντρευτούν καλύπτουν τα μαλλιά τους με μαντήλι ή περούκα.
Όχι ότι και οι λοιποί, οι μη Χαρεντίμ, κυκλοφορούν ασκεπείς. Είναι αρκετοί εκείνοι -ακόμα και νέοι- που φοράνε επιμελώς την κιπά τους. Να, από εδώ τις ψωνίζουμε. Κι έχουμε μεγάλη ποικιλία, για κάθε σχήμα κεφαλιού και για κάθε γούστο. Μπλε, καφετί, μαύρο, βερυκοκί ή πλεχτό με πολύχρωμα λαχούρια. Και με τον Μπόμπ τον Σφουγγαράκη για τον προχώ πιτσιρικά.
Εννοείται ότι όλα τα τρόφιμα εδώ είναι κόσερ. Που σημαίνει ότι είναι σύμφωνα με τους εβραϊκούς διατροφικούς νόμους (κασρούτ) και μπορείς να τα περιδρομιάσεις δίχως φόβο και πάθος. Όχι, λαγό στιφάδο δεν θα φας -απορώ με τις λαιμαργίες σου ώρες-ώρες! Δεν είναι κόσερ, λέμε! Ούτε το χοιρινό, ούτε το κουνέλι. Για τα βοοειδή και τα αιγοπρόβατα υπάρχουν επίσης ειδικοί κανόνες: ορισμένα λίπη απαγορεύονται, ενώ το πίσω μέρος του ζώου σπανίως καταναλώνεται ως κόσερ επειδή απαιτεί ιδιαίτερη επεξεργασία. Άσε που η σφαγή πρέπει να είναι σεχιτά -δηλαδή να εκτελεστεί με ειδική τελετουργική διαδικασία, από προσώπατο εκπαιδευμένο και πιστοποιημένο.
Μπερδεμένο; Και πού ν'αρχισω να σου εξηγώ τη διάκριση μεταξύ γαλακτοκομικών και κρεατικών που δεν πρέπει ποτέ να συνδυάζονται. Τι να κάμουμε όμως; Αυτοί είναι οι κανόνες των προγόνων μας, θεόπαλιοι κι απαράβατοι.
Να πάρουμε και κανένα γλυκάκι για τη λιγούρα; Σιροπιαστά τρως; Μπακλαβά; Ή μήπως κάναν χαλβά; Α, διαθέτουμε μεγάλη ποικιλία, με κάμποσες γεύσεις. Και ζαχαρωτά έχουμε μπόλικα. Και καραμέλες. Τις τρώμε αρκετά εδώ. Πάρε ένα σακουλάκι να γιομίσουμε νάχουμε να μασουλάμε στο σπίτι.
Ναι, έχει πράγματι ενδιαφέρον μία βόλτα στην αγορά Μαχάνε Γεχούντα. Αφενός γιατί βρίσκεις μεγάλη ποικιλία προϊόντων και συμπαθητικές τιμές. Και αφετέρου γιατί ζεις την εμπειρία καθημερινότητας μιας sui generis κοινωνίας, ιδιότυπης και περίεργης για τα δικά σου μάτια. Μιας κοινωνίας που ισορροπεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν.
Αν την εντάξεις δε στο ευρύτερο πλαίσιο με τα όσα συμβαίνουν, μοιάζει ακόμα πιο δυσεξήγητη και μπερδεμένη. Το ξεύρω, δεν είναι εύκολο να αφήσει κανείς κατά μέρους τις όποιες απόψεις του, ούτε να αγνοήσει τις πραγματικότητες που τον ζώνουν από τα τριγύρω -ανεξαρτήτως όμως αυτών, η άσκηση της παρατήρησης παραμένει ωφέλιμη. Γιατί αν υπάρχει "αλήθεια", πατρίδα της είναι η κατανόηση. Ακόμα και σε αυτό το μέρος του κόσμου που η αλήθεια και η πατρίδα και η κατανόηση παραμένουν έννοιες εξόχως σύνθετες.
Δεν μπαίνουν εύκολα στο ζύγι τα βάρητα του κόσμου. Δεν χωνεύονται οι πεποιθήσεις αν δεν τις καλό-μαγειρέψεις. Άλλωστε όπως όλες οι κοινωνίες, έτσι κι αυτή, κρύβουν κάμποσες αντιφάσεις: τίποτα δεν είναι ενιαίο και ίδιο και απόλυτο.
Αγορές σαν ετούτη με τους κάμποσους Χαρεντίμ Εβραίους, μοιάζουν με θεατρικά δρώμενα. Λες και ο καθένας έχει το ρόλο του και μπαινοβγαίνει στη σκηνή με τη σειρά του καθ’ υπόδειξη του σκηνοθέτη. Πολλές παράλληλες ιστορίες στριμώχνονται ανάμεσα στους πάγκους και εσύ, πρωταγωνιστής συνάμα και κομπάρσος, προσπαθείς να βγάλεις κάποιο νόημα. Να ερμηνεύσεις κάπως τον κόσμο του Αβραάμ και του Λεβί, τον κόσμο της Ραχήλ και της Ρεβέκας. Πούχουν μάθει πως το κουνέλι και ο λαγός δεν τρώγονται και τα γουρούνια είναι ζώα ακάθαρτα. Πως το Σάμπαθ, δεν δουλεύουμε, δεν λειτουργούμε συσκευές, δεν μαγειρεύουμε, δεν κάμουμε αγοραπωλησίες. Πως οι γάμοι είναι προτιμότερο να ξεκινούν από προξενιό και οι γυναίκες να φορούνε περούκες.
Σε έναν κόσμο που πίσω από την αταξία της θορυβώδους αγοράς, επιμένει να βλέπει μια καθησυχαστική τάξη. Έναν κόσμο που πιστεύει πως η μέρα ξημερώνει και χάνεται, η ζωή αναβλύζει και στερεύει, οι άνθρωποι ανταμώνουν και μισεύουν, γιατί υπάρχει θεϊκό σχέδιο. Έναν κόσμο που γνωρίζει τις απαντήσεις πριν ακόμα διατυπωθούν οι ερωτήσεις. Βαθιά παρηγοριά οι βεβαιότητες. Βαθιά παγίδα.