Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Flyover

Είσαι πεζός και επιθυμείς να περάσεις μία λεωφόρο με έντονη κίνηση αυτοκινήτων. Αν είσαι στην Κοπεγχάγη, εντοπίζεις εύκολα μία διάβαση πεζών και περνάς αμέριμνος γνωρίζοντας ότι όλοι οι οδηγοί θα σταματήσουν, δίνοντάς σου προτεραιότητα. Αν είσαι στην Αθήνα, θα αναζητήσεις κάποιο φανάρι και θα περιμένεις υπομονετικά να ανάψει το πράσινο για να περάσεις -αν και καλού-κακού θα ελέγξεις δεξιά κι αριστερά διότι ο φόβος φυλάει τα έρμα. Αν είσαι στο Κάιρο και με δεδομένο ότι φανάρια δεν έχουμε, θα αρχίσεις να τρέχεις πανικόβλητος ανάμεσα στα διερχόμενα αμάξια και καλή σου τύχη, να ζήσουμε να σε θυμόμαστε. Αν πάλι, βρίσκεσαι στην Μπανγκόκ, δεν έχεις παρά να ανέβεις τη σκάλα. Της πεζογέφυρας. Όχι που θα κάτσεις να χασομεράς περιμένοντας το φανάρι ή θα ρισκάρεις να γίνεις χαλκομανία από Αιγύπτιο φορτηγατζή.

Ναι, στην Μπανγκόκ υπάρχει η λύση της πεζογέφυρας. Και για να είμαι πιο ακριβής, δεν σου μιλώ για την απλή, μεμονωμένη πεζογέφυρα σαν αυτές που ίσως φαντάζεσαι να ενώνουν τις δύο πλευρές ενός δρόμου, αλλά για ένα σύμπαν από πεζογέφυρες που συχνά ενώνονται μεταξύ τους, κάμουν γωνίες, στρίβουν, σχηματίζουν κόμπους, περνάνε μέσα από κτήρια, διακλαδώνονται σε σταυροδρόμια και γενικώς σχηματίζουν ένα δίκτυο πολλών χιλιομέτρων -ανάλογο με εκείνο που μπορείς να βρεις στο Χονγκ Κονγκ, το Τόκιο και τη Σιγκαπούρη. 

Η Μπανγκόκ απόκτησε τις πρώτες της μεγάλες πεζογέφυρες τη δεκαετία του 1970, όταν οι μεγάλες λεωφόροι της –όπως η Sukhumvit και η Phahonyothin–  μετατράπηκαν σε κόλαση τροχοφόρων. Οι διαβάσεις δεν επαρκούσαν, οι πεζοί ξεροστάλιαζαν στα πεζοδρόμια κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού ή μούσκευαν από τις ανελέητες τροπικές μπόρες, οπότε οι ιθύνοντες στράφηκαν προς τα πάνω για να εκτονώσουν την κατάσταση.

Σύντομα, οι υπερυψωμένες αυτές διαδρομές έγιναν ο σκελετός πάνω στον οποίο αναπτύχθηκε ένα νέο επίπεδο της πόλης. Οι πεζογέφυρες συνδέθηκαν απευθείας με τους σταθμούς του SkyTrain (του εναέριου τρένου), επεκτάθηκαν προς ουρανοξύστες, άρχισαν να ενώνουν κτήρια και εμπορικά κέντρα (στα οποία μπορείς να εισέλθεις από πόρτες που βρίσκονται στο ύψος της πεζογέφυρας) και σήμερα είσαι σε θέση να διασχίσεις μεγάλες αποστάσεις χωρίς να κατέβεις σχεδόν ποτέ στο επίπεδο της ασφάλτου. Αν πάσχεις από σύνδρομο ανωτερότητας και θες να μας βλέπεις αφ’υψηλού, είναι η ιδανική πόλη για σένα.

Η Μπανγκόκ αντιλήφθηκε νωρίς ότι η αποτελεσματική διαχείριση της ροής των ανθρώπων είναι εξίσου σημαντική με τη διαχείριση της κίνησης των αυτοκινήτων. Σου εξοικονομεί χρόνους, σου κάμει τη ζωή πιο εύκολη (και ασφαλή), ενώ προσφέρει τη δυνατότητα ανάπτυξης μίας νέας ανθρωπογεωγραφίας άνωθεν του δρόμου. 

Σε μία γέφυρα κοντά στο Siam, ένας ηλικιωμένος παίζει παραδοσιακό ταϊλανδέζικο έγχορδο. Λίγο παραπέρα, μια κοπέλα πουλά μικρά γιασεμιά περασμένα σε γιρλάντες για τα ταμπλό των αυτοκινήτων και τα οικογενειακά εικονοστάσια. Μία παρέα μαθητών με σχολικές στολές γελάει δυνατά καθώς κοιτάζει κάτι στο κινητό -ένας εξ αυτών ρουφάει με ευχαρίστηση το bubble tea του. Άνθρωποι περιπατούν παρακολουθώντας σήριαλς στο κινητό τους, τόσο απορροφημένοι που μοιάζουν να κινούνται στον αυτόματο πιλότο. Ανάμεσά τους ξεγλιστρούν βιαστικοί υπάλληλοι, διανομείς και νεαροί με πατίνια.

Άσε που μπορείς να κάμεις και ωραιότατα ψώνια πάνω στους πεζοδρόμους. Κάμποσοι είναι οι πλανόδιοι που πουλάνε θήκες κινητών, ακουστικά, κομμένα φρούτα μέσα σε σακουλάκια, παγωμένο νερό, γάλα καρύδας, ομπρέλες για την ξαφνική βροχή, σωβρακοφανέλες από μπαμπού, πλαστικά παιχνίδια. Αν σε πιάσει η λιγούρα, θα βρεις και κάμποσα καλούδια για να μασουλήσεις: ψητό κοτόπουλο, τηγανητές μπανάνες, γαρίδες και dumplings.

Οι πεζογέφυρες είναι ίσως τα καλύτερα παρατηρητήρια της Μπανγκόκ. Από εκεί επάνω εποπτεύεις πράγματα που στο επίπεδο του δρόμου δεν είναι εύκολο να παρατηρήσεις. Παρακολουθείς διαδρομές ανθρώπων και τροχοφόρων σε μεγαλύτερη διάρκεια και έκταση, εντάσσεις μονάδες σε ευρύτερες χορογραφίες, αντιλαμβάνεσαι τα κτήρια στα πιο πραγματικά μεγέθη τους. Βλέπεις μικρούς χώρους λατρείας στριμωγμένους μεταξύ ουρανοξυστών, υπαίθριους πάγκους με φωνακλάδες εμπόρους, πλανόδιους αστρολόγους και ρακοσυλλέκτες, κουβαριασμένες ηλεκτρικές καλωδιώσεις που θα οδηγούσαν έναν Ευρωπαίο μηχανικό σε βαριά ψυχοφάρμακα.

Μπορεί η Μπανγκόκ να διαθέτει ένα από τα πιο χαοτικά δίκτυα κυκλοφορίας που έχω δει, περιέργως όμως οι άνθρωποι σπάνια εκδηλώνουν εκνευρισμό. Οι κόρνες ακούγονται πολύ λιγότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς, οι τυχόν καθυστερήσεις και τα μποτιλιαρίσματα αντιμετωπίζονται με στωικότητα. Εδώ που τα λέμε, μήπως είναι και για σένα ο βουδισμός η λύση για να αντιμετωπίσεις και το δικό σου θεματάκι με την κίνηση στον Κηφισό; Διότι καημένε όσο και να χτυπιέσαι πάνω στο τιμόνι, να ανοίξει η θάλασσα των τροχοφόρων μπροστά σου για να περάσεις, δεν γίνεται. Εκτός κι αν είσαι κανένας Μωυσής και μας το κρύβεις. 

Η Μπανγκόκ είναι μία πόλη διαρκούς κίνησης. Μποτιλιαρισμένοι αυτοκινητόδρομοι, φουσκωμένα κανάλια, επιβαρυμένες γειτονιές που στενάζουν από τον κόσμο. Αλλά και ουρανοξύστες, ναοί, τρένα, tuk-tuk και ποδήλατα. Ένα ασυμμάζευτο χάος που γιομίζει τις αισθήσεις σου με συνεχή ερεθίσματα και σε ρουφάει μέσα στην εκκωφαντική του ένταση. 

Αυτή η ανάβαση λοιπόν στις πεζογέφυρες λειτουργεί εντέλει και ως τρόπος διαφυγής. Μία συλλογική απόδραση σε μία δεύτερη διάσταση. Που αλλάζει τις γεωμετρίες και αναδιατάσσει τις προοπτικές. 

Και που μετατρέπει τον κουστουμαρισμένο εργαζόμενο, τη μαμά με το μωρό, τον μοναχό με το πορτοκαλί ένδυμα, τον αλαφιασμένο φοιτητή, τον μεροκαματιάρη μικροέμπορο, εσένα και εμένα σε συνταξιδιώτες στις ίδιες διαδρομές. 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Καμικάζι αγάπη μου

Πριν μερικές ημέρες, επιστρέφοντας από το σουπερμάρκετ και φορτωμένος με τις σακούλες από τα ψώνια, παρατήρησα στην είσοδο της πολυκατοικίας έναν λευκό φάκελο που έμοιαζε με λογαριασμό. Επάνω του είχε γραμμένο το όνομά μου με λατινικούς χαρακτήρες. Με ξένισε λίγο, διότι τα τελευταία χρόνια λαμβάνω σπανίως κάποιον φάκελο -καθώς άπαντες οι λογαριασμοί μου έρχονται διαδικτυακά και βεβαίως, έχουν παρέλθει προ πολλού οι εποχές που αντάλλασσα γράμματα ή ευχετήριες κάρτες ταχυδρομικώς. 

Αφού έβαλα τα γιαούρτια στο ψυγείο και τα απορρυπαντικά στο ντουλάπι, πήρα στα χέρια μου τον φάκελο και άρχισα να τον περιεργάζομαι. Το μόνο που έγραφε ήταν "Gemeinde Kiedrich, Deutschland" και παραδίπλα είχε έναν θηραιό με έναν πύργο, κάτι ρόδακες και έναν σταυρό. Ως φαίνεται, αποστολέας ήταν κάποιος από τη Γερμανία. Μήπως με θυμήθηκε ένας άγνωστος συγγενής μου και κληρονόμησα τον πύργο του στον Μέλανα Δρυμό; Μήπως μου έστειλε ευχαριστήρια επιστολή η Nina Hagen που την έχω βάλει σε ένα playlist που ακούω στο αυτοκίνητο; Ως και στη Βίκυ Λέανδρος πήγε το μυαλό μου, για να καταλάβεις πόσο καθόλου δεν διατηρώ σχέσεις και αλληλογραφίες με τη Γερμανία. Η περιέργειά μου άρχισε να φουντώνει.

Ανοίγω τον φάκελο και περιείχε δύο χαρτιά. Άρχισα να διαβάζω το πρώτο εξ αυτών (στα γερμανικά), το οποίο αφού αράδιαζε μία σειρά από νόμους και διατάξεις, κατέληγε στο ότι μου είχε επιβληθεί πρόστιμο τριάντα ευρώ. Κούνησα το κεφάλι μου με πραγματική απορία και δοκίμασα να το ξαναδιαβάσω, μήπως τυχόν δεν είχα καταλάβει κάτι σωστά. Δεν γίνεται, αποκλείεται! Τα έχουμε βρει με τη Γερμανία για τα χρωστούμενα, έχομεν κάμνει τους διακανονισμούς μας με τρία συναπτά Μνημόνια, έχομεν φάει τις περικοπές μισθών μας, με ποια αφορμή έρχεται τώρα και με εγκαλεί. 

Ανασκουμπώθηκα και διάβασα πιο προσεκτικά: επρόκειτο για μία κλήση για υπερβολική ταχύτητα που απ' ό,τι φαίνεται, μου επιβλήθηκε τον περασμένο Οκτώβρη σε ένα χωριό δίπλα στο Ρήνο και το οποίο μου είχε αποσταλεί με καθυστέρηση εννιαμήνου. Άνοιξα το Google Maps να εντοπίσω το χωριό, άνοιξα και το ημερολόγιό μου να δω που διάολο βρισκόμουν στη συγκεκριμένη ημερομηνία και ποιο άλλοθι μπορούσα να επικαλεστώ, αλλά δυστυχώς οι αποδείξεις ήταν καταπέλτης εναντίον μου: πέρασα όντως από το συγκεκριμένο χωριό στα τέλη Οκτώβρη. Δηλώνω ένοχος, κύριοι ένορκοι. Καταδικάστε με, στείλτε με στην αγχώνη, τ'ομολογώ το έγκλημά μου: προφανώς ήμουν εγώ ο καμικάζι!

Ταπεινωμένος συνέχισα να διαβάζω τις λεπτομέρειες της παράβασής μου. Και συνειδητοποιώ με έκπληξη ότι πήγαινα (έστω "έτρεχα") με 58 χιλιόμετρα την ώρα σε ένα σημείο όπου το όριο ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα. Καταλαβαίνεις ότι μου γύρισε το μάτι ανάποδα, μπήκε ο διάολος μέσα μου, πέρασα το Gemeinde Kiedrich και τους κατοίκους του γενεές δεκατέσσερις, ευχήθηκα να πλημμυρίσει ο Ρήνος και να τους μαζεύουμε με τις βάρκες από τις στέγες τους. Θυμήθηκα τις πολεμικές αποζημιώσεις, το κατοχικό δάνειο, τα σκάνδαλα της Siemens, τους γκαστερμπάιντερ, το "Μια βραδιά στο Λεβερκούζεν". Ως και τη Nina Hagen έβγαλα από το playlist. Που να μην τη θυμάται ούτε η μάνα της, την ατάλαντη γερμαναρού!

Το κείμενο κατέληγε στο ότι πρέπει να πληρώσω τα τριάντα ευρώ μέσα σε μία εβδομάδα (μου είχε και το IBAN, τα τραπεζικά έξοδα δικά μου), ενώ το δεύτερο έντυπο ήταν μία δήλωση αμφισβήτησης που θα μπορούσα να τους αποστείλω -αλλά στην οποία υπήρχε η προειδοποίηση ότι αν τυχόν τη συμπλήρωνα και την έστελνα, ενείχα τον κίνδυνο να προσαχθώ σε δίκη. Δεν πίστευα στα μάτια μου: για υπέρβαση οκτώ χιλιομέτρων σε σχέση με το όριο. 

Που δηλαδή μπορεί να γκάζωσα βρε αδελφέ στα 58 χιλιόμετρα για να αποφύγω ένα κουνάβι. Ή που μπορεί να μου ξέφυγε εκείνη τη στιγμή το πεντάλ και να πάτησα την αμέσως επόμενη στιγμή το φρένο για να επανέλθω. Οδηγώ από τα 18 μου, έχω εμπειρία δρόμου από καμιά 30αριά χώρες, έχω οδηγήσει δίπλα σε παγετώνες στην Ισλανδία, σε απόκρημνες διαδρομές στις Εβρίδες, σε ερήμους στην αραβική χερσόνησο, με δεξιοτίμονο στην Αγγλία, την Ιρλανδία, την Κύπρο και τη Μάλτα, έχω βρεθεί οδηγώντας σε μποτιλιάρισμα ωρών στην Ναζαρέτ (δεν θες να ξέρεις), σε δρόμο καρμανιόλα στο Ποζιτάνο υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες και πίσσα σκοτάδι, σε παζάρι στην Καισάρεια ανάμεσα σε ένα κάρο που το έσερνε γάιδαρος και σε ένα τρακτέρ φορτωμένο με κότες. Και είμαι πάντα πάρα πολύ προσεκτικός. Και κυρίως, πάρα πολύ συνεπής. Όσο πιο συνεπής γίνεται στους κανόνες, στις πινακίδες, στον κώδικα κυκλοφορίας.

Ναι, με έπιασε το παράπονο. Σκέφτηκα ότι η παράβαση αυτή στην Ελλάδα μοιάζει με ανέκδοτο. Στους δικούς μας δρόμους, το να παραβεί κάποιος το όριο ταχύτητας κατά 20, 30 ή 40 χιλιόμετρα την ώρα, το να περάσουν δυοτρία αμάξια ενώ ανάβει το κόκκινο, το να αφήσεις το αυτοκίνητο ή τη μηχανή παρκαρισμένα πάνω στο πεζοδρόμιο ή σε διπλή σειρά φράττοντας άλλους, το να στρίψεις παράνομα σε μονόδρομο διότι σε βολεύει, το να καβαλήσεις πεζόδρομο, το να αγνοήσεις κάποιο στοπ σε μη πολυσύχναστο σταυροδρόμι αποτελούν εθιμικούς κανόνες και έχεις μάθει να ζεις με τερατώδεις οδηγικές συμπεριφορές. Δεν διανοείσαι καν να σταματήσεις σε διάβαση για να περάσει πεζός ενώ έρχεται άλλο αμάξι πίσω σου, διότι κινδυνεύεις να πέσει πάνω σου ο από-πίσω και να σε συντρίψει. Κι αν δεν είναι όλα αυτά ενδεικτικά ενός τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς, αν δεν είναι απολύτως ταιριαστά με την έκπτωση αξιών για την οποία συζητούμε ξανά και ξανά, τότε τι είναι;

Κοίταξα και πάλι την κλήση που μου είχε επιδοθεί. Άνοιξα τον υπολογιστή μου και προχώρησα στην πληρωμή του ποσού. Και τώρα, τριαντατόσο ευρώ φτωχότερος και πλήρως μεταμελημένος για την παραβατική μου συμπεριφορά, σκέφτηκα πως αλήθεια θα ήταν πολύ, πολύ καλύτερη η ζωή μας αν επιδίδονταν πρόστιμα και εδώ για υπέρβαση οκτώ χιλιομέτρων. Πως οι κανόνες είναι για να τηρούνται. Πως οι οργανωμένες κοινωνίες απαρτίζονται από υπεύθυνους πολίτες. Οι οποίοι πρέπει να εγκαλούνται ακόμα και για τα μικρά. Αλλά σίγουρα για τα μεγάλα. Γιατί η καθημερινή κοινωνική μας εμπειρία είναι μία συνεχής άσκηση: σεβασμού και εμπιστοσύνης. Μόνο έτσι μπορεί να ελπίζει κανείς στη βελτίωση και στην πρόοδο. 

Ο Έλληνας μέσα μου σιχτίρισε για αυτό το αυστηρό πρόστιμο. Εγώ όμως χαμογέλασα και αποδέχτηκα πλήρως το δίκαιον της επιβολής του. Που μου επιβεβαίωσε πως αν πράγματι αξιώνεις μία οργανωμένη και ευνομούμενη κοινωνία, πρέπει να την τιμάς. Καθημερινά και ακατάπαυστα. Ακόμα και αν πολλοί άλλοι τριγύρω σου δεν το κάμουν.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Τ'αλατιού

Στη βόρεια άκρη του Γκότζο, του δεύτερου μεγαλύτερου νησιού της Μάλτας, απλώνεται ένα από τα πιο παράξενα τοπία που μπορείς να συναντήσεις στη Μεσόγειο. 

Πρόκειται για χαμηλές βραχώδεις πλατφόρμες από κοραλλιογενή ασβεστόλιθο, γεννημένες πριν από περίπου τριάντα εκατομμύρια χρόνια στον πυθμένα (κάποτες) μιας αρχαίας θάλασσας, που όμως δεν έχουν λαξευτεί μονάχα από τα κύματα και τον άνεμο, αλλά και από ανθρώπινα χέρια.

Ναι, είναι αλυκές. Κάποιες από αυτές πιστεύεται ότι ανάγονται στη ρωμαϊκή εποχή, ίσως ακόμη και παλαιότερα, αν και οι περισσότερες έχουν πάρει τη σημερινή τους μορφή μέσα στους τελευταίους τρεις-τέσσερις αιώνες. 

Η διαδικασία συλλογής του αλατιού είναι κι εδώ απλή: η θάλασσα γεμίζει τις λαξευμένες δεξαμενές, ο δυνατός μεσογειακός ήλιος και ο άνεμος εξατμίζουν το νερό και εκείνο που απομένει είναι το αλάτι. 

Το οποίο μπορεί σήμερα να κοστίζει ελάχιστα και να τ’ αποφεύγεις γιατί το’χεις συνδέσει με αυξημένη αρτηριακή πίεση και στο’χει περιορίσει ο γιατρός σου, αλλά τους προηγούμενους αιώνες αποτελούσε ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά, καθώς χρησίμευε ως βασικό μέσο συντήρησης τροφίμων πριν την εφεύρεση της ψύξης. 

Χάρη στο αλάτι μπορούσαν να διατηρηθούν τρόφιμα όπως το κρέας, τα ψάρια, τα τυριά και τα λαχανικά για μήνες, γεγονός που επέτρεψε στους ανθρώπους να ταξιδεύουν, να τροφοδοτούν στρατούς, να επιβιώνουν τον χειμώνα και να αναπτύσσουν εμπορικά δίκτυα μεγάλων αποστάσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι για την εκμετάλλευση του αλατιού, δημιουργήθηκαν εμπορικοί δρόμοι, επιβλήθηκαν φόροι, ξέσπασαν συγκρούσεις και χτίστηκαν περιουσίες. 

Για τη μεταφορά του πολύτιμου αυτού αγαθού, οι Ρωμαίοι -που ήταν μανούλες σε κάτι τέτοια- είχαν σιάξει τη διάσημη Via Salaria, τον «Δρόμο του Αλατιού», ενώ από το λατινικό salarium –το επίδομα που συνδεόταν με την προμήθεια αλατιού– προέρχεται η αγγλική λέξη salary.  

Εδώ στο Γκότζο, οι τετράγωνες και ορθογώνιες δεξαμενές απλώνονται μέχρις εκεί που σκάει το κύμα, σχηματίζοντας ένα τεράστιο γεωμετρικό μωσαϊκό. Άλλες είναι γεμάτες με νερό που αντανακλά τον ουρανό σαν καθρέφτης, άλλες έχουν στεγνώσει αφήνοντας πίσω τους μια λεπτή λευκή κρούστα αλατιού. 

Ξωπίσω τους ασβεστολιθικοί λόφοι με καφετιά και γκρίζα χρώματα συμπληρώνουν ένα τοπίο σχεδόν εξωγήινο που μοιάζει να ξεπήδησε από το Star Wars ή το Dune -καλού κακού κράτα αναμμένη τη μηχανή στο διαστημόπλοιο, μήπως πεταχτεί κάνα γιγάντιο σκουλήκι και απογειωθούμε να γλιτώσουμε.

Εγώ λοιπόν που γενικώς δεν το προτιμώ ιδιαιτέρως το αλάτι (ενίοτε ξεχνάω ολωσδιόλου να το βάλω στο φαΐ μου), τις αλυκές πολύ τις εκτιμώ. 

Ίσως γιατί μου αρέσει αυτός ο αργός, σχεδόν τελετουργικός κύκλος τους: το γέμισμα, η εξάτμιση, η συλλογή, κι έπειτα φτου κι από την αρχή. Ίσως γιατί, σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν αναλώσιμα και τυποποιημένα, το αλάτι εξακολουθεί να παράγεται με τον ίδιο τρόπο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Με τον ίδιο ήλιο. Με την ίδια θάλασσα. Και με την ίδια υπομονή. 

Σε μια ζωή που εξαντλείται, ανεξάντλητο θαρρείς πως είναι τουλάχιστον αυτό.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

All that Jaz!





Nωρίς το πρωί: ελάχιστος κόσμος, άδειες ξαπλώστρες και μοναδικός ήχος στ'αυτιά σου ο τρυφερός παφλασμός από το κυματάκι που χαϊδεύει την ακτή. Ο κόλπος της χρυσαφένιας παραλίας Jaz -μιας από τις μεγαλύτερες και ομορφότερες του Μαυροβούνιου- αγκαλιάζεται αμφιθεατρικά από κατάφυτους λόφους που πρασινίζουν τα νερά καθώς κοιτάζονται μέσα τους. Και η Αδριατική μπροστά σου, ένας ορίζοντας που σβήνει όλες τις κουρασμένες σκέψεις.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Bad Daddy

Μετά από μία γεμάτη μέρα ατελείωτου περπατήματος μέσα στην παχιά ζέστη της Αλαμπάμα, καταλήγεις εντέλει αργά το απόγευμα με τ’αμάξι σε ένα από τα malls περιμετρικά του Μοντγκόμερι για κάτι μικροαγορές που χρειάζεσαι. Η ζέστη σε έχει καταβάλει, η κούραση βαραίνει τα πόδια σου, νιώθεις ότι είναι ώρα επιτέλους να επιστρέψεις στη βάση σου. Όμως εκεί που πλησιάζεις στο αμάξι με τις σακούλες, σε μία στιγμή αδυναμίας, εμφανίζεται μπροστά σου ο Bad Daddy -φαστφουντάδικο ολκής με την τηγανίλα να μαστιγώνει τα ρουθούνια σου. 

Κοντοστέκεσαι, λες στον εαυτό σου πως όχι, δεν πρέπει να υποκύψεις, δεν γίνεται να λυγίσεις, οφείλεις να επιδείξεις πυγμή και ανωτερότητα. Προσπαθείς να εστιάσεις σε ενάρετες σκέψεις: στo γιαουρτάκι και τα φρουτάκια που έχεις στο ψυγείο σου και σε περιμένουν υπομονετικά να γυρίσεις, στους fitness influencers με τις δεκάδες συνταγές για overnight oats και detox smoothies, στο αφιέρωμα της εκπομπής “Όλα για την Υγεία” στην κακή χοληστερίνη και σε εκείνον τον διατροφολόγο-γιατρό που πετάγεται στη ροή του TikTok σου, κόβοντάς σου τη χολή και επισημαίνοντας με στόμφο ότι θα έπρεπε να ντρέπεσαι αν δεν μασουλάς καθημερινώς ραπανάκι και μπρόκολο. 

Αλλά ο Bad Daddy γεννήθηκε αμείλικτος. Ποδοπατάει τις άμυνές σου, χλευάζει την αυτοπειθαρχία σου, σε καμακώνει από τη μύτη και σε σέρνει στα ενδότερα. Εμφανίζεται σύντομα στο τραπέζι σου πιτσιρίκα-σερβιτόρα με ψεύτικες βλεφαρίδες, πράσινα βαμμένα νύχια, ξανθά extensions και τσίχλα στο στόμα και σου προσφέρει το menu. 

Ανασυγκροτείσαι, παίρνεις βαθιές ανάσες, αναζητάς τις σαλάτες στην πίσω σελίδα και λες στον εαυτό σου ότι εντάξει, ψυχραιμία, μπορεί να υπέκυψες, αλλά δεν χρειάζεται και να ξεκοιλιαστείς. Εντοπίζεις μία σάχλα τύπου power bowl με μαρούλια, καρότα και κομματάκια αβοκάντο νάχαμε-ναλέγαμε. Λες αποφασιστικά “ετούτο θα πάρω για να μην έχω τύψεις το βράδυ” και κάνεις manifestation επαναλαμβάνοντας στο μυαλό σου ότι δεν πεινάς άλλωστε και τόσο πολύ.

Ξανάρχεται η πιτσιρίκα και ενώ τα είχες ξακάθαρα συμφωνήσει μέσα σου, ακούς τον εαυτό σου να παραγγέλνει ενενδοίαστα τσιπς πατάτας με τριπλέτα pimento cheese/μαγιονέζας/aioli σος, μερίδα onion rings και το έξτρα μπιγκ μπέργκερ με τις γλυκοπατατούλες τις τηγανητές. 

Μερικά λεπτά αργότερα και ενώ προσπαθείς ακόμα να συνέλθεις από το σοκ της κατάπτυστης λιγοψυχίας σου, η πιτσιρίκα σού τα σερβίρει, παρέα με μία τεράστια παγωμένη κοκακόλα με free refill. Της κάνεις νόημα τύπου “keep them coming” κι εκείνη σου κλείνει πονηρά το μάτι. Ακολουθούν splatter σκηνές σαβουριάσματος με την κέτσαπ να ρέει αμαρτωλά στα δάχτυλά σου. Έχεις παραδοθεί άνευ όρων στην παρακμή σου. 

Αλλά αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό το παιχνίδι ήταν εξαρχής χαμένο. Γιατί ο Bad Daddy είναι ο λόγος που οι δίαιτες γράφονται πάντα σε μέλλοντα χρόνο. Είναι το μέρος όπου οι καλές προθέσεις πηγαίνουν για να πεθάνουν ευτυχισμένες.