Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

Αρκτικός θεός

Πάρκαρα το αυτοκίνητο δίπλα στο δρόμο και έσβησα τη μηχανή. Άνοιξα το παράθυρο για μία καλύτερη εκτίμηση της κατάστασης. Ένα παγωμένο ρεύμα αέρα μπήκε μέσα στο αμάξι, κατεβάζοντας κάθετα τη θερμοκρασία. 

Δεν είναι το κρύο όμως που με ανησυχούσε -φορούσα τελοσπάντων τα ισοθερμικά μου και κάμποσες στρώσεις ρούχων. Ήταν αυτή η αναθεματισμένη βροχή. Μία βροχή στρωτή, επίμονη και ακατάπαυστη. 

Ομπρέλα; Αστειεύεσαι βέβαια. Δεν έχει νόημα εδώ η ομπρέλα. Μόνο η αδιάβροχη στολή σου μπορεί να σε κρατήσει -κι αυτή ως ενός σημείου. Αν εκτεθείς για ώρα, το νερό βρίσκει τρόπους να διεισδύσει και να μουλιάσει το μέσα σου.

Έπρεπε λοιπόν να λάβω μία απόφαση: να το επιχειρήσω ή όχι; Να ξεκινήσω την πορεία στηριζόμενος στην καλή μου τύχη και ελπίζοντας ότι σύντομα η βροχή θα κοπάσει; Δεν είναι κρίμα να έχω φθάσει ως εδώ και να μην τον αντικρίσω;

Αποφάσισα να το κάμω. Κουμπώθηκα, ανέβασα το φερμουάρ του μπουφάν μου, φόρεσα τα γάντια, την full-face κουκούλα, τον σκούφο και βγήκα από το αυτοκίνητο.

Το gps έδειχνε ότι η διαδρομή είναι μικρή -μόλις δύο χιλιόμετρα. "Το'χω!" διαβεβαίωσα τον εαυτό μου και άρχισα να ακολουθώ τον ανώμαλο χωματόδρομο προς την κατεύθυνση του βουνού.

Η βροχή έδειχνε προς στιγμή να χαλαρώνει, αλλά ο άνεμος φρόντιζε να σου τη στέλνει από παντού. Από πάνω, από δεξά κι αριστερά σου. Είχα ήδη μουσκέψει στα πρώτα διακόσια μέτρα. 

Οι κορφές του Έρεφαγιεκουλ υψώνονταν μπροστά μου. Κι αν περνιέται για απλό βουνό, εσύ μην ξεγελιέσαι: είναι ένα επικίνδυνο ηφαίστειο, το μεγαλύτερο της Ισλανδίας σε ύψος (φθάνει τα 2.110 μέτρα) και σε όγκο. Σχηματίστηκε στην Πλειστόκαινη περίοδο, αλλά εκρήξεις του έχουν καταγραφεί και στους τελευταίους αιώνες. Χειρότερη όλων, εκείνη του 1362 που νέκρωσε όλο το νοτιοανατολικό μέρος της νήσου για σαράντα περίπου χρόνια. 

Τότε είναι που έλαβε αυτή την ονομασία το Έρεφαγιεκουλ. Βλέπεις, "έρεφι" (Öræfi) στα ισλανδικά σημαίνει έρημος, χώρα ακατοίκητη και βασανισμένη. Αλλά η λέξη χρησιμοποιείται και για να αποδώσει την εσωτερική απομόνωση. Την υπαρξιακή μοναξιά που βιώνεις, όταν αποκομμένος από τον κόσμο, βρίσκεσαι στον κενό χώρο του εαυτού σου. 

Το λιβάδι τριγύρω μου σιωπηλό. Θαμνώδης βλάστηση και λειχήνες.

Καφετιά λούπινα, με καρπό κελυφωτό, ακτινωτά πράσινα φύλλα και καφέ λοβούς.

Οι ανθοί τους έχουν χρώμα μενεξεδί και ροζ.

Είναι από τα ελάχιστα είδη βλάστησης που αντέχουν αυτές τις συνθήκες. Και λειτουργούν κάπως προστατευτικά, εμποδίζοντας τη διάβρωση.

Ήμουν ήδη στα μέσα της διαδρομής, όταν η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Ο φακός της μηχανής είχε γεμίσει νερό και σταμάτησα για λίγο να βγάζω φωτογραφίες. Έτσι όπως ήμουν εκτεθειμένος σε αυτή την απέραντη απλωσιά, δίχως τη δυνατότητα κάποιας καταφυγής, ένιωσα ελάχιστος κι αδύναμος. 

Χωρίς προστατευτικά, χωρίς ευκολίες, χωρίς νοήματα, μεγάλα σχήματα και ασφαλείς αφηγήσεις. Χωρίς βεβαιότητες. Ελάχιστος. Κι αδύναμος.

Κοίταξα ενστικτωδώς προς τα πίσω. Το αυτοκίνητο ήταν μία κουκκίδα στον ορίζοντα. Μήπως να επέστρεφα; Μπα, έχω ήδη απομακρυνθεί πολύ για να επιστρέψω. Άφησα την απόσταση να αποφασίσει για μένα. Συνέχισα με ακόμα ταχύτερο ρυθμό.

Ο χωματόδρομος έστριβε, ανηφόριζε και γινόταν ακόμα πιο τραχύς. Έπρεπε να σιγουρεύω περισσότερο τα πατήματά μου στις μαύρες κοτρώνες που γλιστρούσαν στο διάβα μου.

Στον ορίζοντα άρχισε πλέον να φαίνεται πιο καθαρά εκείνος, για τον οποίον είχα έρθει. Ο παγετώνας Svínafellsjökull.

Ένας τεράστιος όγκος αρχέγονου πάγου που σκεπάζει το μεγαλύτερο μέρος του βουνού. 

Οι λευκές του κορφές συναντούν το πράσινο και το χρυσαφί της τούντρας και δημιουργούν τόπια εξωπραγματικής ομορφιάς. Διακρίνονταν πια οι ρωγμές και οι πύργοι του, οι κάθετες πλαγιές του.

Φθάνω. Το αισθάνομαι στο τράνταγμα του εδάφους, στον άνεμο που θεριεύει, στο υπόκωφο τρίξιμο που ακούεται από τα σπλάχνα του παγετώνα. Κάθε φορά που προσεγγίζεις ένα τέτοιο μεγαθήριο, αφήνεσαι στο έλεός του. Σε σπρώχνει προς τα πίσω, σε απωθεί με τις πανίσχυρες δυνάμεις του. Σαν ένας υπαρκτός θεός. Που δεν σου επιτρέπει να τον πλησιάσεις. 

Σκαρφαλώνοντας τον τελευταίο λόφο, αντίκρισα τη λίμνη. Και ξωπίσω της, τη γλώσσα του Svínafellsjökull που χύνεται μέσα της και καθρεπτίζεται στα νερά της. Ο αέρας λυσσομανούσε, αλλά τουλάχιστον κόπασε η βροχή. 

Στάθηκα στην όχθη να χορτάσω το θέαμα. 

Προσπάθησα να συλλάβω την κίνηση. Ο Svínafellsjökull αλλάζει συνεχώς θέση. Κυλάει αργά -με έναν ρυθμό που δεν συλλαμβάνει τ'ανθρώπινο μάτι- σαν ένα ποτάμι που δεν βιάζεται, σαν μία ύπαρξη που μετράει το χρόνο ουχί σε ημέρες και σε χρόνια, αλλά σε αιώνες και σε χιλιετηρίδες. 

Κι αν δεν τη βλέπεις την κίνησή του, την ακούς. Με έναν ήχο εσωτερικό. Του παγετώνα που γουργουρίζει το ψύχος του και του εδάφους που του υποτάσσεται.

Λευκό και γαλάζιο. Αυτό είναι το χρώμα του πανάρχαιου νερού που κλειδώθηκε στον παγετώνα από τις εποχές που οι άνθρωποι κατοικούσαν σε σπηλιές. Τόσα και τόσα σημαντικά έχουν συμβεί έκτοτε, όλα τους ασήμαντα.

Τα σύννεφα πύκνωσαν και πάλι -πόσο γρήγορα αλλάζουν εδώθε οι καιροί. Πρέπει να γυρίσω. Δεν θέλω να γυρίσω. Ο Svínafellsjökull έστεκε μεγαλοπρεπής, αδιαφορώντας πλήρως για την παρουσία μου. Μ' όλους του κόσμου τους εγωισμούς ακυρωμένους, αισθάνθηκα πιο ταπεινός. Νομίζω και πιο σώφρων. 

Σιγανά, έκαμα βήματα προς τα πίσω. Δίχως να στρέψω την πλάτη μου σε εκείνον. Για να συγκρατήσω την αίσθησή του στη μνήμη μου όσο μπορώ περσσότερο.

Τα ξεσπάσματα της βροχής στη διαδρομή της επιστροφής, δεν με ένοιαζαν πλέον. Εκείνα τα δυο χιλιόμετρα, έμοιαζαν πιο εύκολη υπόθεση. Χαιρετίστηκα με τις κορφές, τις πέτρες και τα χρώματα.

Τα τελευταία μέτρα, τα έτρεξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει, καθώς η βροχή είχε γίνει πλέον καταιγίδα. Έβγαλα τις πάνω στρώσεις των αδιάβροχων, τις πέταξα γρήγορα στο πίσω κάθισμα, έβαλα το αυτοκίνητο μπροστά για να ανάψει το καλοριφέρ. Έκανα όπισθεν, βγήκα στην άσφαλτο και πήρα κατεύθυνση προς τ'ανατολικά. Ο δρόμος ήταν έρημος, οι ριπές τ' ανέμου κλυδώνιζαν τ'αμάξι.  

Αλλά τίποτα δεν με σκίαζε. Ίσως γιατί με είχα βρει σε εκείνη την άδεια διαδρομή. Ίσως γιατί με είχα αντικρίσει σε εκείνη την παγωμένη λίμνη. Ίσως γιατί με είχα ακούσει σε εκείνη την αρχέγονη βοή. 

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2024

Gullfoss

Στάθηκα για μερικές στιγμές για να ξεπλύνω το βλέμμα μου στα φθινοπωρινά χρώματα. Σήκωσα ψηλότερα το προστατευτικό μαντήλι μου για να καλύψω το στόμα και τη μύτη μου. Δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάς τον παγωμένο αέρα του Βορρά και να του προσφέρεις τις ανάσες σου.

Αφού ανασκουμπώθηκα, άρχισα και πάλι να περπατώ. Tα βήματά μου βυθίζονταν στο λασπωμένο χώμα – πίσω μου και μπροστά μου, μερικές δεκάδες άλλοι επισκέπτες από όλον τον κόσμο, κουκουλωμένοι όλοι με τα αντιανεμικά μπουφάν μας, τα σκουφιά και τα άρβηλα. Μία σιωπηλή λιτανεία αγνώστων που βρεθήκαμε στις εσχατιές του κόσμου. Τα πνευμόνια μας ανέπνεαν υγρασία, στ'αυτιά μας αντηχούσε ένα ισχυρό βουητό και τα πόδια μας έτρεμαν από τις δονήσεις του εδάφους.

Σε κάποιο σημείο, το μονοπάτι παίρνει μεγάλη κλίση και κατρακυλιέται στην πλαγιά. Μαζί του κι όλοι εμείς.

Στο βάθος, κυρίαρχος και απόλυτος άρχοντας του μέρους, εκείνος.


Ο καταρράκτης Gullfoss.

Δεν είναι μήτε ο υψηλότερος, μήτε ο πιο θηριώδης από τους καταρράκτες που'χω αντικρίσει στη ζωή μου. Όμως κέρδισε εξαρχής το θαυμασμό μου.

Ίσως γιατί τον αισθάνθηκα ζωντανότερο από άλλους -σαν να βροντοφώναζε τη μανία του, σαν να σφάδαζε τις ορμές του. 

Καθώς τον επλησίαζα, άρχισα να τον περιεργάζομαι καλύτερα. 

Τα εκατόν σαράντα τόσα κυβικά μέτρα νερού που πέφτουν ανά δευτερόλεπτο, ακολουθούν μία κλιμακωτή πορεία. Πρώτα χύνονται από ύψος έντεκα μέτρων και αφού πάρουνε μία γρήγορη ανάσα, πέφτουν ακόμα πιο κάθετα από ύψος εικοσιενός μέτρων σε ένα φαράγγι δυόμιση περίπου χιλιομέτρων που'χει σκάψει μεθοδικά ο Gullfoss στο πέρασμα των αιώνων.

Σύμφωνα με τους τοπικούς μύθους, η Ισλανδία είναι μία χώρα ζωντανή: οι καταρράκτες -όπως και τα ποτάμια και τα βουνά και τα ηφαίστεια- κατοικούνται από τρολς, ξωτικά και λογής λογής αλλόκοτα πλάσματα. Που αφήνονται στους ενθουσιασμούς και τις λαχτάρες τους, στις χαρές και τις οδύνες τους. Που άλλοτε σου γελούν και σε τακταρίζουν κι άλλοτε απειλούν να σε αφανίσουν. 

Κι εσύ ο μικρός και αδύναμος, ορθώνεις μπροστά τους αλαζονικά την ασημαντότητά σου.

Τίποτα όμως δεν είναι πιο ισχυρό από το χρόνο. Ούτε καν ένας καταρράκτης όπως ο Gullfoss, πόσο μάλλον εγώ κι εσύ.

Όσο κι αν σφυρηλατεί το τοπίο του, όσο κι αν διαβρώνει τα βράχια του, όσο κι αν διατρανώνει την ισχύ του, κάποτες δεν υπήρχε. Και κάποτες θα πάψει να υπάρχει. 

Μα ίσως αυτό είναι που κάνει τόσο σφοδρή την αίσθησή του.

Σκαρφαλωμένος στο υψηλότερο σημείο παρατήρησής του, βρέθηκα να συνομιλώ μαζί του. Για την ακρίβεια, να λέμε ο καθένας τα δικά του. Εγώ τις αγωνιώδεις σκέψεις μου, εκείνος τα θηριώδη γουργουρητά του. 


Από ένα σημείο και μετά οι δύο παράλληλες αφηγήσεις ενώθηκαν. Και χύθηκαν με κρότο στο φαράγγι για να βυθιστούν αργότερα στο σιωπηλό ποτάμι. Ξέρεις, ακόμα και οι πιο δυνατές κραυγές στο τέλος γίνονται ησυχίες. 

Πήρα αντίστροφα το μονοπάτι για να φύγω. Ικανοποιημένος. Που άφησα τον καταρράκτη ασίγαστο πίσω μου. Που κράτησα τον καταρράκτη ασίγαστο μέσα μου.

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2024

Aurora's menu

Μετά από μία γεμάτη μέρα με αναρριχήσεις σε ηφαίστεια και φυσιολατρικές διαδρομές σε καταρράκτες και φαράγγια, φθάνεις εντέλει με το αυτοκίνητο αργά το βράδυ στο κατάλυμα που είχες κλείσει για τη διανυκτέρευσή σου. Παρκάρεις κατάκοπος αλλά ανακουφισμένος που θα μπεις επιτέλους σε ένα ζεστό δωμάτιο να αποκάμεις. Δυστυχώς, από τον ενθουσιασμό των τοπίων, έχεις ξεχάσει να βάλεις κάτι στο στόμα σου όλη τη μέρα και συνειδητοποιείς ότι το μοτέλ σου βρίσκεται στη μέση του πουθενά. 

Δεδομένου ότι τα πάντα είναι απερίγραπτα ακριβά, δεν τολμάς καν να ρωτήσεις την Ισλανδή ξενοδόχα, αν λειτουργεί το εστιατοριάκι δίπλα στη reception, διότι φοβάσαι ότι θα αναγκαστείς να πουλήσεις εκείνο το οικοπεδάκι στο Ζούμπερι για να φας εκεί. 

Ανοίγεις το Google Maps, μήπως και παρ'ελπίδα εντοπίσεις σουπερμάρκετ κοντά για να πάρεις κάνα σάντουιτς, καμία κονσέρβα ή να αναζητήσεις έστω λίγη ξηρά τροφή, αλλά διαπιστώνεις ότι ο κοντινότερος οικισμός βρίσκεται κάνα δίωρο μακριά και λες ότι δεν αξίζει να κάμεις τέσσερις ώρες μπρος-πίσω μέσα στο πηχτό σκοτάδι για να φας συσκευασμένο κρουασάν και τσιπς. 

Κλαις το οικοπεδάκι στο Ζούμπερι, ρίχνεις τα μούτρα σου και ζητάς από την ξενοδόχα αν επιτρέπεται να κάτσεις για φαγητό. Παραγγέλνεις (α) μία σούπα κολοκύθας για να ζεσταθεί λίγο το μέσα σου, (β) τη μόνη σαλάτα που βρίσκεις κάτω από 30 ευρώ και (γ) ένα ταπεινό fish & chips (παρότι δεν σου αρέσει το ψάρι, αλλά τελοσπάντων λες να μην το παίξεις και τζαναμπέτης τέτοιες ώρες). Τρως σχεδόν συγκινημένος από χαρά και παρότι δεν χορταίνεις, μακαρίζεις την τύχη σου διότι βλέπεις την ξενοδόχα να κατεβάζει σιγά σιγά τα ρολά και καταλαβαίνεις ότι λίγο παραπάνω να είχες αργήσει, δεν θα πρόφταινες ανοιχτό ούτε το εστιατοριάκι του μοτέλ. Έρχεται ο λογαριασμός και πληρώνεις εκατό ευρώ για τα τρία πιάτα, υπολογίζοντας ότι κάθε πατατούλα τηγανητή σού κόστισε κάνα πεντάευρω. 

Σιχτηρίζεις την απρονοησία σου και μετανιώνεις που σαβούριασες την αμέσως προηγούμενη μέρα όλες τις προμήθειες που είχες στο αυτοκίνητο χωρίς να φροντίσεις να κάμεις έγκαιρα ανεφοδιασμό. Λες ας πάει και το παλιάμπελο, δεν ήταν καημένε και ιδιαιτέρως σπουδαίο εκείνο το οικοπεδάκι στο Ζούμπερι. Εντέλει ανασκουμπώνεσαι και εξέρχεσαι για να κατευθυνθείς στο δωμάτιό σου που είναι στην πίσω πλευρά του μοτέλ.

Αλλά με το που βγαίνεις, το βλέμμα σου σηκώνεται ψηλά στον έναστρο ουρανό. Όπου χορεύουνε φωτεινά πέπλα και αντανακλάσεις πάνω από το αμάξι σου. Στέκεσαι ακίνητος, σιωπηλός, εκστασιασμένος. Χαμογελάς στ'αλήθεια χορτασμένος. Λες, θα έχω να θυμάμαι αυτό το γεύμα σε όλη μου τη ζωή.