Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγορές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγορές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2023

Im Supermarkt

Καρτόφελ σάλαντ, μπανάνες, κάνα χυμό και αφρό ξυρίσματος. Αυτά τα ολίγα είχα κατά νου να πάρω και για να μην τα ξεχάσω, τα επαναλάμβανα στο μυαλό μου ωσάν εκείνη την παλιά διαφήμιση. Που αποθήκευσε για πάντα μια random λίστα προϊόντων στη μνήμη του λειτουργικού μου ("τυρί-ρύζι-καφέ-γάλα-καμπά"). 

Μιας και είχα λίγη ώρα στη διάθεσή μου, είπα να χαζέψω πιο προσεκτικά τα ράφια του REWE -εδώ στη Γερμανία, τα σούπερμάρκετς διαθέτουν μεγάλη αφθονία και μία από τις ένοχες απολαύσεις μου είναι να παρατηρώ ευφάνταστες συσκευασίες.

Όπως αυτή με το καταχαρούμενο κορτσούδι στα μπουκάλια Rotbäckchen. Αν τυχόν το έχεις απορία, πρόκειται για μία αρκετά παλιά επωνυμία χυμών, με μεγάλη δημοφιλία στη χώρα. Το ισχυρό της αβαντάζ -το οποίο διαφήμιζε ήδη από τη δεκαετία του 50- ήταν η θρεπτική αξία των χυμών της που υποτίθεται πως ενισχύουν τον οργανισμό με σίδηρο και ιχνοστοιχεία. Μεταπολεμικά να ξέρεις, ήταν πολύ διαδεδομένος εδώ ο φόβος ότι τα παιδάκια είχαν μεγάλη έλλειψη σιδήρου και επειδής τα συμπληρώματα διατροφής δεν ήταν ακόμα της μοδός, καταφεύγαμε στη λύση ενός Rotbäckchen. 

Άλλο κλασικό προϊόν είναι τα Brandt, τραγανά και νόστιμα παξιμάδια με σήμα το αγοράκι αυτή τη φορά. Για την ακρίβεια, πρόκειται για διπλοφουρνιστά Zwieback που μοιάζουν κάπως με τις δικές μας φρυγανιές και παράγονται βάσει της συνταγής της οικογενείας των Brandt. 

Και όχι, το αγοράκι δεν είναι ο Willy Brandt στα νιάτα του.

Αν πάντως σε απωθούν τα ξανθοξενέρωτα νήπια και θέλεις κάτι σε πιο αλητάμπουρα, μπορείς να πιεις κακάο με σήμα τον Michel. Που δηλαδής τυχερός να αισθάνεσαι αν δεν σε πετύχει με τη σφεντόνα, αν δεν σου σπάσει κανένα τζάμι, αν δεν κλειδώσει τη γάτα στο ντουλάπι, αν δεν τσουρομαδήσει το καναρίνι, αν δεν σου ρίξει όλο το φλιτζάνι με το κακάο στον καναπέ. 

Αν πάλι είσαι κομπιουτεράς και λίγο nerd, υπάρχει ο Gunther. Που τον βάζεις να σου φτιάξει τον υπολογιστή, να σου ρυθμίσει το router και να σου ξαναπεράσει το antivirus. Πίνοντας κακάο πάντα.

Για την πιο Τζέιν-Όστιν νεαρά υπάρχουν τα σοκολατάκια Gretchen, με τα οποία μπορεί να συνοδεύει τις ατελείωτες ώρες πλήξης στο σαλόνι με τις φλοράλ ταπετσαρίες, ενώ γράφει στο ημερολόγιό της για τον ανεκπλήρωτο έρωτα με έναν συνεσταλμένο, αλλά γοητευτικό άγνωστο νεαρό με τον οποίο συνομίλησε πριν δώδεκα χρόνια σε ένα γεφυράκι. Στην πολυθρόνα δίπλα της, κάθεται η υπέργηρη θεία της που κεντάει ένα εργόχειρο με σκηνές κυνηγιού, ελάφια και μπεκάτσες. 

Για εσέ τον Γιόχαν που αναπολείς το τιρολέζικο παρελθόν, τις κατσίκες σου και τη Χάιντι, υπάρχει το υπέροχο Bergbauern Kase που βελάζει Βαυαρία. Το βάζεις στο τοστ σου, το τρως μαζί με το λουκάνικο, το πετάς στο τηγάνι και το κάνεις σαγανάκι.

Σε γερμανικό σουπερμάρκετ είμαστε, το τμήμα με τα αλλαντικά είναι -όπως καταλαβαίνεις- τεράστιο. Κάποια εξ αυτών είναι εισαγόμενα (κυρίως ιταλικά), αλλά έχουμε και κάμποσα από την τοπική μας παραγωγή.

Όπως ας πούμε τα Gref-Volsings, ονομαστά λουκάνικα Φρανκφούρτης που τα παράγει η ίδια οικογένεια εδώ και πέντε γενεές. Αν τα συνοδέψεις με μουστάρδα και μαγιονέζα, δροσερό κόλσλο, ζεστό μαύρο ψωμί και καναδυό μπύρες, σε πολιτογραφούμε απευθείας Γερμανό και σου φοράμε σανδάλια με λευκές κάλτσες.  

Παλιά, μου φαινόταν ακατανόητο πώς μπορεί να αρέσουν οι σούπες σε έναν άνθρωπο. Και δικαιολογούσα απολύτως τη Μαφάλντα που τις απέρριπτε μετά βδελυγμίας. Τα τελευταία χρόνια, έχω (και σε αυτό) αναθεωρήσει και ουχί απλώς τις τρώγω, αλλά τις επιζητώ κιόλας -ειδικά στα ψυχρά κλίματα του Βορρά. Ίσως εντέλει το μυστικό για να εκτιμήσεις τη σούπα είναι να ωριμάσεις ηλικιακώς ή να μετακινηθείς γεωγραφικώς. Είμαι βέβαιος ότι μετά από τόσα χρόνια και η Μαφάλντα πλέον θα έχει αρχίσει να τις τρώει. 

Και την κομπόστα δεν την πολυσυμπαθούσα. Η αλήθεια είναι πως και τώρα δεν την επιλέγω εύκολα, κυρίως γιατί θεωρώ αχρείαστη και περιττή την προσθήκη ζάχαρης σε κάτι φρουτώδες. Αλλά η συσκευασία του Clou είναι ενδιαφέρουσα. Και τελοσπάντων η επωνυμία προσφέρεται για ωραιότατα slogans ("το κλου της διατροφής σου", "κάνε μου λιγάκι κλου" και τέτοια).

Μήπως να έπαιρνα ένα Mispelchen; Πρόκειται για τοπικό αλκοολούχο ποτό που περιέχει καρπούς ενός τύπου μουσμουλιάς και έχει γλυκόπικρη γεύση. Δεν ξέρω αν είσαι γερό ποτήρι, αλλά με το Mispelchen μπορείς εύκολα να κάνεις κεφάλι.

Βέβαια αν είναι να πνίξεις στο πιοτό τη νοσταλγία σου για την πατρίδα, υπάρχει η λύση του ούζου. Ομολογώ ότι κάθε φορά εντυπωσιάζομαι με το πόσες επιλογές ούζου βρίσκεις σε ένα γερμανικό σουπερμάρκετ. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, φαίνεται πως υπάρχει ζήτηση. Και λέω "ανεξήγητο" διότι δύσκολα μπορώ να φανταστώ τον Φριτς και την Μπρουχίλντε να έχουν αγοράσει ένα μπουκάλι ούζο και να το πίνουν σπίτι τους με το σνίτσελ. Ίσως γιατί προσωπικά, ζήτημα είναι αν έχω πιει πεντέξι φορές στη ζωή μου ούζο και κρίνω εξ ιδίων τα αλλότρια.

Και μια και το έφερε η κουβέντα, μια απο τις συνήθειες μου εις την αλλοδαπήν, είναι να αναζητώ ελληνικά προϊόντα στα ράφια. Ουχί στο πλαίσιο σοβινιστικής αυτοαναφορικότητας, αλλά κυρίως απο επαγγελματική/ακαδημαϊκή διαστροφή (σ.σ. ζητήματα διεθνούς επιχειρηματικότητας και διεθνούς εμπορίου αποτελούν βασικό αντικείμενο επιστημονικού μου ενδιαφέροντος). Για να εντοπίσω προϊόντα made in Greece, συνήθως ανατρέχω σε τρία σημεία του σουπερμαρκετ: στα αλκοολούχα ποτά, τα ελαιόλαδα και τα ψυγεία με τα τυριά και τα γιαούρτια. 

Έχω να παρατηρήσω λοιπόν ότι στις ελιές και τα λάδια, έχει σημειωθεί πρόοδος. Τις προηγούμενες δεκαετίες, τα ιταλικά προϊόντα κυριαρχούσαν κατά κράτος, σαρώνοντας τις εν λόγω κατηγορίες. Τελευταία όμως, βλέπω περισσότερες ελληνικές επωνυμίες να φιγουράρουν με αυτοπεποίθηση δίπλα στους Ιταλούς.

Με πιο ευφάνταστες συσκευασίες, με καλύτερο branding, με πιο γενναία προβολή της ελληνικότητάς τους.

Βεβαίως, η κατηγορία στην οποία τα γαλανόλευκα χρώματα παίζουν ξεκάθαρα εντός έδρας είναι τα γιαούρτια και η φέτα.

Αν και για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τον εαυτό μας, θα μπορούσαμε και πολύ πολύ καλύτερα. Παρότι η ΦΑΓΕ σώζει κάπως την παρτίδα και σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχουν και επιλογές από γιαούρτια άλλων ελληνικών εταιριών, τα ψυγεία είναι γιομάτα από ξένες επωνυμίες. 

Οι οποίες ανενδοίαστα παραπέμπουν στην Ελλάδα. Όπως ας πούμε το γιαούρτι "Elinas" της γερμανικής εταιρίας Hochwald.

Ή το γιαούρτι της γαλακτοβιομηχανίας Weihenstephan που έχει κοτσάρει πάλευκο κυκλαδίτικο εκκλησάκι στη συσκευασία.

Για να μην αναφερθώ στο "Athentikos" της επίσης γερμανικής "Minus L". Που παίζει με τη λέξη "αυθεντικός", την αντίστοιχη γερμανική λέξη "authentisch", αλλά ίσως και τη λέξη "Athens". Για να μην υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία, έχουμε κοτσάρει και εδώ το λευκό εκκλησάκι και τον καταγάλανο ουρανό. Μόνο η Νάνα Μούσχουρη που δεν βγαίνει να σου τραγουδήσει το "Siko xorepse sirtaki".

Αν ανατρέξεις στα ψιλά γράμματα, θα δεις ότι τα γιαούρτια αυτά αυτοχαρακτηρίζονται "greek-style", επομένως δεν διεκδικούν ακριβώς την ελληνικότητα στην καταγωγή τους. Αλλά ο καταναλωτής δύσκολα μπορεί να διακρίνει τη διαφορά: βλέπει το εκκλησάκι, αναγνωρίζει τον αρχαιοελληνικό ναό, διαβάζει μία επωνυμία με αναφορά στην Ελλάδα και όλα καλά. Το οξύμωρο είναι πως τα γιαούρτια που είναι όντως ελληνικά -όπως αυτά της ΦΑΓΕ- δεν έχουν στη συσκευασία τους στοιχεία που να παραπέμπουν τόσο εμφανώς στη χώρα καταγωγής τους.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα λευκά τυριά, όπου θα συναντήσεις πολλές επωνυμίες φέτας με έμμεση αναφορά στην Ελλάδα. Τώρα τελευταία που κυκλοφορούν στο TikTok και διάφορες συνταγές με τριμμένη φέτα ή φέτα-σαγανάκι, η ζήτηση έχει αυξηθεί ακόμα περισσότερο.


Οφείλω δε να σου προσθέσω ότι η Ελλάδα τελευταία εμφανίζεται και σε ανέλπιστες κατηγορίες προϊόντων. Όπως ας πούμε στα παϊδάκια, τα οποία ως φαίνεται αρκετοί Γερμανοί έχουν δοκιμάσει στις διακοπές τους και τα αναπολούν στο ψυγείο του σουπερμάρκετ τους. 

Με τούτα και με κείνα, πέρασε η ώρα και ξεχάστηκα εντελώς. Γιατί ήρθαμε στο σούπερμάρκετ και τι έπρεπε να αγοράσουμε; Μα τι κενό μνήμης είναι αυτό που έπαθα! Με τόσα προϊόντα μπερδεύτηκα και έχασα το μπούσουλα. Θα σπάσω το κεφάλι μου! Για στάσου, νομίζω θυμήθηκα. 

Α ναι, βέβαια: τυρί, ρύζι, καφέ, γάλα, καμπά! 

Σάββατο 6 Μαΐου 2023

Ceci n'est pas une pipe




Vegan υποκαταστάτα αυγών σε αυγοθήκες, plant-based μπιφτέκια κοτόπουλου, μπριζόλες από κουνουπίδι και φυτικά ροφήματα που τρολάρουν τη λέξη «γάλα»: ο Ρενέ Μαγκρίτ στο ράφι του σουπερμάρκετ. 

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Πάρτε μαζί σας μια Μιράντα


Για κάποια χρόνια, δούλευα στην περιοχή του Ταύρου. Στην επιστροφή μου για το σπίτι, κατηφόριζα την οδό Πέτρου Ράλλη και μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν βγω στον Κηφισό, με σταμάταγε ένα φανάρι. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, το επιζητούσα κείνο το σταμάτημα. Άνοιγα γρήγορα το παράθυρό μου και έπαιρνα μερικές βαθιές ρουθουνιές -πράγμα μάλλον αναπάντεχο, αν αναλογιστεί κανείς πόσο επιβαρυμένη με καυσαέριο είναι η Πέτρου Ράλλη.


Κι όμως. Σε κείνο ακριβώς το σημείο, η ατμόσφαιρα δεν μυρίζει δυσάρεστα. Τουναντίον μοσχοβολάει! Έρχεται και σε τυλίγει μια γλυκύτατη μυρουδιά αχνοφουρνιστών μπισκότων. Μπορείς να αναπνεύσεις τη ζύμη τους, τις επιστρώσεις σοκολάτας, την κρέμα, τη ζάχαρη. Με το που άναβε το πράσινο, έπαιρνα μια τελευταία, βαθιά αναπνοή για το υπόλοιπον της διαδρομής, έκλεινα το παράθυρο και ξεκινούσα.


Για το λόγο αυτό γνωρίζω να σου πω επακριβώς που βρίσκεται το εργοστάσιο ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ: Πέτρου Ράλλη 26. Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που ο εντοπισμός ενός μέρους -τουλάχιστον για μένα- δεν βασίζεται σε γεωγραφικό μήκος και πλάτος, αλλά το στίγμα ορίζεται με την όσφρηση. Σαν τον Τερκενλή στην Τσιμικσή. Ή το Κοσμικό στα Κάτω Πατήσια.


Είμαι βεβαίως και πελάτης των προϊόντων ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ. Πέραν από τα κλασικά μπισκότα, μου αρέσουν πολύ τα Κρημ Κράκερς της εταιρίας και βεβαίως, τα ακαταμάχητα πουράκια Caprice που θα έπρεπε να μπουν στη λίστα με τα πιο εθιστικά πράγματα που έφτιαξε ποτέ άνθρωπος πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Μαζί με τα Pringles, τις τηγανητές πατάτες και το ΤικΤοκ.


Πράγματι, τη συγκεκριμένη εταιρία, την παρακολουθώ εδώ και πολλά χρόνια. Κυρίως γιατί τη χρησιμοποιώ ως μελέτη περίπτωσης σε μαθήματα στρατηγικής και επιχειρηματικότητας. Ε προσφέρεται, καθώς είναι μία από τις λιγοστές εκείνες ελληνικές εταιρίες που κατάφεραν να μακροημερεύσουν, επιβιώνοντας πολέμων, κρίσεων και καταστροφών -τέτοια συνήθως κερνάει τούτη η χώρα, με τέτοια πρέπει να αναμετρηθείς αν θες να επιζήσεις.


Λόγω του ενδιαφέροντος λοιπόν, έσπευσα να επισκεφθώ με μεγάλο ενθουσιασμό την έκθεση για τα 100 χρόνια της, που φιλοξενείται αυτόν τον καιρό στο Μουσείο Μπενάκη (στο παράρτημα επί της Πειραιώς). 


Και ομολογώ ότι η εμπειρία υπερέβη τις πιο υψηλές μου προσδοκίες. Μία άρτια έκθεση με πλήθος τεκμηρίων, ωραία και μεστή αφήγηση, εξαιρετικό στήσιμο και χορταστική έκταση. Ναι, σε κερνάμε και μπισκότα στο τέλος.


Σε περίπτωση που δεν το γνωρίζεις, η ιστορία της εταιρίας ξεκινά το 1916, όταν οι τρεις αδελφοί Παπαδόπουλοι αποφασίζουν να στήσουν μια μικρή βιοτεχνία μπισκότων βουτύρου στο Σκούταρι της Πόλης. "PETIT-BEURRE PAPADOPOULOS BROTHERS"


Τα δραματικά γεγονότα του 1922, αναγκάζουν την οικογένεια Παπαδόπουλου να εγκαταλείψει την Πόλη και μπαρκάρει με πλοίο για τη Μασσαλία (οπού υπήρχε μεγάλη ελληνική παροικία, όπως θα σου εξηγήσω άλλη φορά). Εντούτοις, το πλοίο κάμει στάση στον Πειραιά και εκείνοι κατεβαίνουν για να ξεκουραστούν. Κάθονται σε ένα καφενείο του λιμανιού και ζητούν καφέ και μπισκότα. Ο ιδιοκτήτης του καφενείου, τους κοιτάζει απορημένος καθώς φαίνεται πως αγνοούσε τι είναι τα μπισκότα. Η οικογένεια αντιλαμβάνεται την επιχειρηματική ευκαιρία ("opportunity window" το λέμε στην επιχειρηματικότητα) και δεν επιστρέφει ποτέ στο πλοίο για τη Μασσαλία.


Σύντομα στήνεται η πρώτη βιοτεχνία στο Μεταξουργείο και με γοργά βήματα, η εταιρία αναπτύσσεται και μεγαλώνει. Το 1930, παρασκευάζονται για πρώτη φορά τα μπισκότα Μιράντα -γένους θηλυκού!- ενώ την επόμενη χρονιά, πεθαίνει η μητέρα και ιδρύτρια της εταιρίας, Μαρία Παπαδοπούλου σε ηλικία μόλις 52 ετών.


Στα τέλη της δεκαετίας του '30, η παραγωγή γίνεται πλέον βιομηχανική. Το 1940, το εργοστάσιο παράγει μπομπότα για τον ελληνικό στρατό, ενώ κατά τη διάρκεια των πρώτων κατοχικών χρόνων, η επιχείρηση επιτάσσεται και παράγει γαλέτες για τους Γερμανούς. Το 1943 η παραγωγή σταματά.

 
Ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το 1945 σηματοδοτεί το τέλος του πολέμου και την αρχή της ανασυγκρότησης, για εμάς -όπως καλά γνωρίζεις- η αντάρα συνεχίζεται για αρκετά ακόμα χρόνια λόγω του εμφυλίου. Η εταιρία επανεκκινεί την παραγωγή μόλις το 1948, μέσα σε συνθήκες αποκαρδιωτικές και σε μία χώρα ρημαγμένη.


Οι επόμενες δύο δεκαετίες και λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για επέκταση των δραστηριοτήτων. Το 1966, η εταιρία εισέρχεται στη λίστα με τις 100 μεγαλύτερες ελληνικές βιομηχανίες -ναι, τότε που η χώρα διέθετε κάμποσες βιομηχανικές μονάδες και φαινόταν να έχει βρει έναν αναπτυξιακό βηματισμό.


Τη δεκαετία το ΄80, η εταιρία αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις και κραδασμούς, σε μία περίοδο έντονης αποβιομηχάνισης της ελληνικής οικονομίας. Η στρατηγική της απάντηση στα διαφαινόμενα αδιέξοδα, είναι εκείνη της ανάπτυξης νέων προϊόντων: αρχίζει να παράγει αρτοσκευάσματα όπως τα παξιμάδια σουηδικού τύπου, υπό την επωνυμία Krispies και αργότερα τυποποιημένο τσουρέκι.


Στις αρχές της δεκαετίας του '90, εισέρχεται στη μετοχική σύνθεση ο γαλλικός κολοσσός Danone με την υπόσχεση παροχής πολλών νέων προϊόντων και επιδίωξης συνεργειών. Η συνεργασία φαίνεται πως δεν πήγε ιδιαιτέρως καλά, εξού και το 2007, η Ιωάννα Παπαδοπούλου επανακτά τις μετοχές και τον πλήρη έλεγχο της εταιρίας. 


Η εταιρία ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ παράγει σήμερα 600 κωδικούς προϊόντων. Από αυτά το 56% του όγκου αποτελούν τα μπισκότα και το υπόλοιπο το ψωμί, οι φρυγανιές και οι μπάρες δημητριακών. Ένα 10% περίπου του τζίρου προέρχεται από εξαγωγές, ενώ το πιο κερδοφόρο προϊόν της παραμένει το Caprice.


Σήμερα, η ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ διαθέτει τέσσερα εργοστάσια: ένα στην Αθήνα (στην Πέτρου Ράλλη, που σου έλεγα πριν), ένα στη Θεσσαλονίκη (στην Ιωνία), ένα στη βιομηχανική ζώνη του Βόλου και ένα στη βιομηχανική ζώνη Οινοφύτων. Επίσης, στον Ασπρόπυργο βρίσκεται εγκατεστημένο το κέντρο αποθήκευσης και διανομής της.


Στην έκθεση μπορεί να βρει κανείς εξαιρετικά αντικείμενα από την μακρά ιστορία της εταιρίας.


Όπως τις υπέροχες σφραγίδες για τα μπισκότα.


Ή μηχανήματα παραγωγής και μεταφοράς του εμπορεύματος.


Ή πολλές, εξαίσιες συσκευασίες.


Και διαφημίσεις. "Αποφασίζω να κάνω μια απολαυστική δίαιτα!" 


Ή τούτο το καρότσι με τη χαρακτηριστική λογοτύπηση.


Ή λεπτομέρειες για την διοικητική σύνθεση, το όραμα και τις αξίες της εταιρίας.


Μπορείς να χαζέψεις και το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας.


Από τα τότες μέχρι το σήμερα.


Αλλά και να θαυμάσεις το γραφείο του Ευάγγελου Παπαδόπουλου με την γραφομηχανή Olympia και την περιστρεφόμενη δερμάτινη καρέκλα του. "Δεσποινίς, ελάτε να σας υπαγορεύσω ένα τηλεγράφημα που πρέπει επειγόντως να σταλεί στον αντιπρόσωπό μας εις Παρισίους." "Μάλιστα, κύριε Διευθυντά!"


Ιδού και η προτομή του για να έχεις μία εικόνα του προσώπου.


Ο επισκέπτης, μπορεί επίσης να μάθει αρκετά για την ιστορία του ελληνικού μπισκότου γενικά. Για τη σημασία των Μικρασιατών προσφύγων στην εμπορία και την κατανάλωσή του, για τις βιομηχανικές απαιτήσεις της παραγωγής του, για τις τεχνολογίες και τις συνταγές του. Ωραία πράγματα, ενδιαφέροντα!


Όπως ας πούμε την προέλευση της λέξης "μπισκότο". Bis-cotto. Που πάει να πει "δυο φορές ψημένο". Διπλοφουρνιστό δηλαδή. Δεν το είχα σκεφτεί.


Πολλές πληροφορίες δίδονται και για άλλες ελληνικές εταιρίες που δραστηριοποιούνταν -ή εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται- στον κλάδο. "Η μάνα σου είναι τρελλή, αφού δεν σου αγοράζει μπισκότα ΡΟΥΛΙΑ!"


Μπισκότα Σεράλ. Από τη Βιομηχανία Μπισκότων και Ζαχαρωδών Α.Ν.Αβραμίδης.


Και βιομηχανία μπισκότων "Ερμής". Από τη Θεσσαλονίκη.


Βγήκα λοιπόν από την έκθεση χορτασμένος. Συμπλήρωσα τα όσα ήξερα και είχα διαβάσει, σημείωσα μερικά πράγματα για να μπορώ να τα ανακαλέσω σε σχετικές διαλέξεις μου, πήρα και το μπισκοτάκι μου, φχαριστημένος έφυγα.


Σημαντικές αυτές οι εξιστορήσεις και διδακτικές από πολλές απόψεις. Σε μια χώρα που εδώ και δεκαετίες ομιλεί περί αναπτυξιακών μοντέλων, θεωρητικολογεί περί παραγωγικού κεφαλαίου ή αναπαράγει πολιτικές συνθηματολογίες, αλλά αδυνατεί να διαμορφώσει εντέλει μία λειτουργική στάση απέναντι στην επιχειρηματικότητα και να κατανοήσει τη σημασία της. Τουλάχιστον ας συμφωνήσουμε προς τούτο: πως ο καφές είναι απολαυστικότερος μετά τη συνοδεία ενός μπισκότου.