Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025
Sélestat
Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025
Αντικύρας σοι δει
Ως γνωστόν, η Ήρα φθονούσε τον Ηρακλή, διότι ήτο εξώγαμο παιδί του Διός. Του έριξε λοιπόν θεϊκή τρέλα και εκείνος μέσα στη μανία του, σκότωσε τη γυναίκα του Μεγάρα και τα παιδιά τους. Σύμφωνα με τον μύθο, αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα είναι που τον οδήγησε στο μαντείο των Δελφών και εντέλει στους Δώδεκα Άθλους, ως προσπάθεια κάθαρσης. Διότι τελοσπάντων το να ξεπαστρέψεις τις στυμφαλίδες όρνιθες και να ξεβρωμίσεις του στάβλους του Αυγεία, το λες και κοινωνική εργασία.
Εντούτοις, στην αρχαιότητα, ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη και έτερη διήγηση, σύμφωνα με την οποία, ο Ηρακλής θεραπεύτηκε από την τρέλα χάρις τον Ακτικυρέα, ο οποίος του χορήγησε ελλέβορο, ένα φυτό που υποτίθεται ότι γιατρεύει την παραφροσύνη. Με το που έλαβε τον ελλέβορο, ο Ηρακλής έγινε άλλος άνθρωπος (έστω άλλος ημίθεος)! Ξανάνιωσε, βρήκε την ακμάδα του, καθάρισε η σκέψη του! Εντυπωσιακό; Απίθανο; Μόλις έπεσες θύμα αρχαίου μάρκετινγκ.
Βρισκόμαστε στην Αντίκυρα. Έναν παραθαλάσσιο οικισμό στα βόρεια παράλια του Κορινθιακού κόλπου. Στην αρχαιότητα, οι κάτοικοι του μέρους αυτού, εμπορεύονταν τον ελλέβορο ως θεραπευτικό σκεύασμα. Το φυτό είναι δηλητηριώδες κι αν το παρακάμεις, σε κλαίμε. Αλλά σε πολύ μικρές δόσεις, φαίνεται πως σου προκαλούσε έμετο και για κάποιο λόγο του είχε αποδοθεί η ιδιότητα της ίασης από την παραφροσύνη. Όχι, δεν είχαν γίνει εργαστηριακές δοκιμές και δεν έχουμε επίσημα στοιχεία.
Φαίνεται πως οι κάτοικοι της Αντίκυρας, προκειμένου να διαφημίσουν το προϊόν τους, θέλησαν να το συνδέσουν με έναν μεγάλο, λαοφιλή ήρωα -τύπου brand ambassador. Και επειδής ο Αντετοκούμπο δεν ευκαιρούσε, έκλεισαν τον Ηρακλή. Επομένως το σχετικό στόρι είναι τελείως μούφα: δεν ανήκει στον αρχικό μύθο του Ηρακλή, ούτε ανιχνεύεται στις πιο ορίτζιναλ πηγές. Ακόμα και ο Αντικυρέας ήταν επινοημένος για να γίνει στον δυνητικό πελάτη ο συνειρμός. Αν ήσουν λοιπόν ένας παράφρων ή ένας σαλεμένος, έτρεχες να αγοράσεις ελλέβορο, επηρεασμένος από το testimonial.
Καταμεσίς τ'Αυγούστου, ένας αφηνιασμένος άνεμος ανακατεύει τα κύματα στο μικρό λιμανάκι της Αντίκυρας. Απ'όλους τους μήνες του χρόνου, τούτος θαρρώ πως είναι ο μανιακός. Σαν να διαολίζεται το καλοκαίρι στα ύστερά του: με τις φλογισμένες ζέστες του και με ανέμους ασύνετους κι ανοικονόμητους. Σαν να το κυριεύει μια τρέλα ανεξέλεγκτη κι ολέθρια.
Σε περίπτωση που δεν ήσουν πολύ στα συγκαλά σου, οι αρχαίοι έλεγαν "Αντικύρας σοι δει". Σήμερα, τρέχεις στον ψυχολόγο, τον πνευματικό, τον life coach, τον ολιστικό ή ξεκινάς κουβέντα με το AI. Αλλά για να λυτρωθείς από τους ανέμους που σε ταλαιπωρούν και από τις φωτιές που σε κατακαίνε, μάλλον θα πρέπει να συμφιλιωθείς με την ιδέα του φθινοπώρου σου. Διότι ο ελλέβορος, σπουδαία δουλειά δεν κάμει. Και ο Ηρακλής την κάθαρση, την επέτυχε κοπιάζοντας.
Τρίτη 12 Αυγούστου 2025
It's clobberin' time
Για πολλά χρόνια συνέλεγα τεύχη (αμερικάνικα και ανατυπώσεις στα ελληνικά από τη Μαμούθ) και παρότι πολλές από τις κατοπινές ιστορίες ήταν μάλλον χλιαρές, οι τέσσερις ήρωες παραμένουν ακόμα και σήμερα αναφορά στην παιδικότητά μου. Την οποία -θα τολμήσω να πω ότι- ουδέποτε απαρνήθηκα και ουδέποτε απώλεσα. Ναι, είμαι απόλυτα συμφιλιωμένος με την geek πλευρά μου!
Παρότι οι προηγούμενες κινηματογραφικές μεταφορές των Fantastic Four υπήρξαν οδυνηρά κακές, δεν μπόρεσα να αντισταθώ σε ετούτη τη νέα εκδοχή που άρχισε να προβάλλεται πριν μερικές ημέρες στις αίθουσες.
Η κριτική ήταν μάλλον αποτρεπτική, αλλά -μεταξύ μας- για να εκτιμήσεις τέτοιες ταινίες, πρέπει να έχεις την πετριά. Πρέπει ρε παιδί μου να το ζεις. Να σου αρέσει να βλέπεις ήρωες με υπερφυσικές δυνάμεις να μάχονται εξωγήινα πλάσματα. Τι να κάμουμε, δεν κρίνονται αυτά τα φιλμς με τα συνήθη στάνταρντς. Δεν τα τοποθετείς δίπλα στον Μπουνιουέλ, τον Ταρκόφσκι και τον Κουροσάβα. Ξεύρεις τι πας να δεις.
Ε λοιπόν, θέλεις η έξυπνη ρετρό-φουτουριστική αισθητική του Matt Shakman; Θέλεις ο συμπαθέστατος Pedro Pascal και η κούκλα Vanessa Kirby; Θέλεις η επική μάχη με τον Galaktus; Εμένα μια φορά, με κέρδισε. Εντάξει, τα έχουμε ξαναπεί: είμαι εύκολο κοινό για τέτοιες ταινίες. Αν κάτσω να το δω λίγο πιο σοβαρά, θα σου πω ότι το στόρι ήθελε περισσότερη δουλίτσα, η αλληλεπίδραση του Τζόνι με τον Μπεν δεν λειτούργησε ιδιαιτέρως, η κορύφωση δεν ήταν ικανή για να σου δημιουργήσει συναισθηματική ένταση και έφευγες με μία αίσθηση ανολοκλήρωτου.
Αλλά τελοσπάντων, μιλάμε για τη μεταφορά στην οθόνη των Fantastic Four. Εμένα μου αρκούσε που τους έβλεπα εν δράσει και αναπολούσα τον εαυτό μου να διαβάζει τις περιπέτειές τους. Ξεύρεις, όπως συχνά λέγεται, η επιτυχία του εν λόγω κόμικ (και των λοιπών ηρώων που έπλασε στη συνέχεια ο Stan Lee) ήταν ότι παρά τις δυνάμεις τους, παρέμεναν καθημερινοί άνθρωποι με αδυναμίες και προβλήματα. Υπερήρωες μεν και ασταμάτητοι στη δράση, ευάλωτοι όμως στις σχέσεις τους με τους άλλους και συχνά αμήχανοι στη διαχείριση της ζωής τους.
Έχουν περάσει κάμποσες δεκαετίες από τότε που διάβαζα συστηματικά εκείνα τα κόμικς. Αν όμως έχω καταλάβει κάτι στο μεσοδιάστημα είναι ότι έτσι παραμένουν και σήμερα οι υπερήρωες. Αδιαπραγμάτευτα ηθικοί και βαθιά ευαίσθητοι. Και μπορεί να σώσουν το σύμπαν σου ολάκερο, χωρίς όμως να φωνασκούν και χωρίς να περιμένουν κανενός είδους αντάλλαγμα. Excelsior!
Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025
Αρκτικός θεός
Πάρκαρα το αυτοκίνητο δίπλα στο δρόμο και έσβησα τη μηχανή. Άνοιξα το παράθυρο για μία καλύτερη εκτίμηση της κατάστασης. Ένα παγωμένο ρεύμα αέρα μπήκε μέσα στο αμάξι, κατεβάζοντας κάθετα τη θερμοκρασία.
Δεν είναι το κρύο όμως που με ανησυχούσε -φορούσα τελοσπάντων τα ισοθερμικά μου και κάμποσες στρώσεις ρούχων. Ήταν αυτή η αναθεματισμένη βροχή. Μία βροχή στρωτή, επίμονη και ακατάπαυστη.
Ομπρέλα; Αστειεύεσαι βέβαια. Δεν έχει νόημα εδώ η ομπρέλα. Μόνο η αδιάβροχη στολή σου μπορεί να σε κρατήσει -κι αυτή ως ενός σημείου. Αν εκτεθείς για ώρα, το νερό βρίσκει τρόπους να διεισδύσει και να μουλιάσει το μέσα σου.
Έπρεπε λοιπόν να λάβω μία απόφαση: να το επιχειρήσω ή όχι; Να ξεκινήσω την πορεία στηριζόμενος στην καλή μου τύχη και ελπίζοντας ότι σύντομα η βροχή θα κοπάσει; Δεν είναι κρίμα να έχω φθάσει ως εδώ και να μην τον αντικρίσω;
Αποφάσισα να το κάμω. Κουμπώθηκα, ανέβασα το φερμουάρ του μπουφάν μου, φόρεσα τα γάντια, την full-face κουκούλα, τον σκούφο και βγήκα από το αυτοκίνητο.
Το gps έδειχνε ότι η διαδρομή είναι μικρή -μόλις δύο χιλιόμετρα. "Το'χω!" διαβεβαίωσα τον εαυτό μου και άρχισα να ακολουθώ τον ανώμαλο χωματόδρομο προς την κατεύθυνση του βουνού.
Η βροχή έδειχνε προς στιγμή να χαλαρώνει, αλλά ο άνεμος φρόντιζε να σου τη στέλνει από παντού. Από πάνω, από δεξά κι αριστερά σου. Είχα ήδη μουσκέψει στα πρώτα διακόσια μέτρα.
Οι κορφές του Έρεφαγιεκουλ υψώνονταν μπροστά μου. Κι αν περνιέται για απλό βουνό, εσύ μην ξεγελιέσαι: είναι ένα επικίνδυνο ηφαίστειο, το μεγαλύτερο της Ισλανδίας σε ύψος (φθάνει τα 2.110 μέτρα) και σε όγκο. Σχηματίστηκε στην Πλειστόκαινη περίοδο, αλλά εκρήξεις του έχουν καταγραφεί και στους τελευταίους αιώνες. Χειρότερη όλων, εκείνη του 1362 που νέκρωσε όλο το νοτιοανατολικό μέρος της νήσου για σαράντα περίπου χρόνια.
Τότε είναι που έλαβε αυτή την ονομασία το Έρεφαγιεκουλ. Βλέπεις, "έρεφι" (Öræfi) στα ισλανδικά σημαίνει έρημος, χώρα ακατοίκητη και βασανισμένη. Αλλά η λέξη χρησιμοποιείται και για να αποδώσει την εσωτερική απομόνωση. Την υπαρξιακή μοναξιά που βιώνεις, όταν αποκομμένος από τον κόσμο, βρίσκεσαι στον κενό χώρο του εαυτού σου.
Το λιβάδι τριγύρω μου σιωπηλό. Θαμνώδης βλάστηση και λειχήνες.
Καφετιά λούπινα, με καρπό κελυφωτό, ακτινωτά πράσινα φύλλα και καφέ λοβούς.
Οι ανθοί τους έχουν χρώμα μενεξεδί και ροζ.
Είναι από τα ελάχιστα είδη βλάστησης που αντέχουν αυτές τις συνθήκες. Και λειτουργούν κάπως προστατευτικά, εμποδίζοντας τη διάβρωση.
Ήμουν ήδη στα μέσα της διαδρομής, όταν η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Ο φακός της μηχανής είχε γεμίσει νερό και σταμάτησα για λίγο να βγάζω φωτογραφίες. Έτσι όπως ήμουν εκτεθειμένος σε αυτή την απέραντη απλωσιά, δίχως τη δυνατότητα κάποιας καταφυγής, ένιωσα ελάχιστος κι αδύναμος.
Χωρίς προστατευτικά, χωρίς ευκολίες, χωρίς νοήματα, μεγάλα σχήματα και ασφαλείς αφηγήσεις. Χωρίς βεβαιότητες. Ελάχιστος. Κι αδύναμος.
Κοίταξα ενστικτωδώς προς τα πίσω. Το αυτοκίνητο ήταν μία κουκκίδα στον ορίζοντα. Μήπως να επέστρεφα; Μπα, έχω ήδη απομακρυνθεί πολύ για να επιστρέψω. Άφησα την απόσταση να αποφασίσει για μένα. Συνέχισα με ακόμα ταχύτερο ρυθμό.
Ο χωματόδρομος έστριβε, ανηφόριζε και γινόταν ακόμα πιο τραχύς. Έπρεπε να σιγουρεύω περισσότερο τα πατήματά μου στις μαύρες κοτρώνες που γλιστρούσαν στο διάβα μου.
Στον ορίζοντα άρχισε πλέον να φαίνεται πιο καθαρά εκείνος, για τον οποίον είχα έρθει. Ο παγετώνας Svínafellsjökull.
Ένας τεράστιος όγκος αρχέγονου πάγου που σκεπάζει το μεγαλύτερο μέρος του βουνού.
Οι λευκές του κορφές συναντούν το πράσινο και το χρυσαφί της τούντρας και δημιουργούν τόπια εξωπραγματικής ομορφιάς. Διακρίνονταν πια οι ρωγμές και οι πύργοι του, οι κάθετες πλαγιές του.
Φθάνω. Το αισθάνομαι στο τράνταγμα του εδάφους, στον άνεμο που θεριεύει, στο υπόκωφο τρίξιμο που ακούεται από τα σπλάχνα του παγετώνα. Κάθε φορά που προσεγγίζεις ένα τέτοιο μεγαθήριο, αφήνεσαι στο έλεός του. Σε σπρώχνει προς τα πίσω, σε απωθεί με τις πανίσχυρες δυνάμεις του. Σαν ένας υπαρκτός θεός. Που δεν σου επιτρέπει να τον πλησιάσεις.
Σκαρφαλώνοντας τον τελευταίο λόφο, αντίκρισα τη λίμνη. Και ξωπίσω της, τη γλώσσα του Svínafellsjökull που χύνεται μέσα της και καθρεπτίζεται στα νερά της. Ο αέρας λυσσομανούσε, αλλά τουλάχιστον κόπασε η βροχή.
Στάθηκα στην όχθη να χορτάσω το θέαμα.
Προσπάθησα να συλλάβω την κίνηση. Ο Svínafellsjökull αλλάζει συνεχώς θέση. Κυλάει αργά -με έναν ρυθμό που δεν συλλαμβάνει τ'ανθρώπινο μάτι- σαν ένα ποτάμι που δεν βιάζεται, σαν μία ύπαρξη που μετράει το χρόνο ουχί σε ημέρες και σε χρόνια, αλλά σε αιώνες και σε χιλιετηρίδες.
Κι αν δεν τη βλέπεις την κίνησή του, την ακούς. Με έναν ήχο εσωτερικό. Του παγετώνα που γουργουρίζει το ψύχος του και του εδάφους που του υποτάσσεται.
Λευκό και γαλάζιο. Αυτό είναι το χρώμα του πανάρχαιου νερού που κλειδώθηκε στον παγετώνα από τις εποχές που οι άνθρωποι κατοικούσαν σε σπηλιές. Τόσα και τόσα σημαντικά έχουν συμβεί έκτοτε, όλα τους ασήμαντα.
Τα σύννεφα πύκνωσαν και πάλι -πόσο γρήγορα αλλάζουν εδώθε οι καιροί. Πρέπει να γυρίσω. Δεν θέλω να γυρίσω. Ο Svínafellsjökull έστεκε μεγαλοπρεπής, αδιαφορώντας πλήρως για την παρουσία μου. Μ' όλους του κόσμου τους εγωισμούς ακυρωμένους, αισθάνθηκα πιο ταπεινός. Νομίζω και πιο σώφρων.
Σιγανά, έκαμα βήματα προς τα πίσω. Δίχως να στρέψω την πλάτη μου σε εκείνον. Για να συγκρατήσω την αίσθησή του στη μνήμη μου όσο μπορώ περσσότερο.
Τα ξεσπάσματα της βροχής στη διαδρομή της επιστροφής, δεν με ένοιαζαν πλέον. Εκείνα τα δυο χιλιόμετρα, έμοιαζαν πιο εύκολη υπόθεση. Χαιρετίστηκα με τις κορφές, τις πέτρες και τα χρώματα.
Τα τελευταία μέτρα, τα έτρεξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει, καθώς η βροχή είχε γίνει πλέον καταιγίδα. Έβγαλα τις πάνω στρώσεις των αδιάβροχων, τις πέταξα γρήγορα στο πίσω κάθισμα, έβαλα το αυτοκίνητο μπροστά για να ανάψει το καλοριφέρ. Έκανα όπισθεν, βγήκα στην άσφαλτο και πήρα κατεύθυνση προς τ'ανατολικά. Ο δρόμος ήταν έρημος, οι ριπές τ' ανέμου κλυδώνιζαν τ'αμάξι.
Αλλά τίποτα δεν με σκίαζε. Ίσως γιατί με είχα βρει σε εκείνη την άδεια διαδρομή. Ίσως γιατί με είχα αντικρίσει σε εκείνη την παγωμένη λίμνη. Ίσως γιατί με είχα ακούσει σε εκείνη την αρχέγονη βοή.












