Recently, I engaged in a thought-provoking discussion about the impact of artificial intelligence (AI) on the academic world with my postgraduate students. As an educator, I recognized the immense potential of AI to transform the way we teach and learn. There is no doubt that we are living history in the making and that these new technological advancements are game-changers in academia. However, I also acknowledged the concerns and fears that many of my colleagues around the world share about the ease of academic dishonesty and plagiarism through AI.
As an analogy, I likened the current situation to the last days of Pompeii; a technological "Vesuvius" has just erupted, erasing the old world and ushering in a new one. But instead of trying to prohibit or avoid the use of AI, I encouraged students to enthusiastically embrace it - and at least to some of them, this approach was pretty much unexpected, coming from an educator.
As the field of artificial intelligence continues to advance, there has been increasing debate and concern about the use of AI models, particularly in the realm of academic research. Some universities have called for the prohibition of AI models such as Open GPT, citing concerns about biases and inaccuracies in the data, as well as the potential for these models to displace human researchers and provide unethical shortcuts to students. However, it is important to consider the many benefits that AI models can offer in education and academic research. For example, AI models can help analyze vast amounts of data and generate insights that might otherwise be missed or overlooked by human researchers. They can also help identify patterns and connections between data points that might not be immediately apparent. In the same time, they can certainly accelerate the students’ ability to gather information and conduct an analysis, making it much easier to prepare an academic paper.
Like any tool, AI models must be used with care and attention to detail to ensure that the results are accurate and reliable. This means that researchers or students must take the time to carefully evaluate the data they are using, as well as the algorithms and models they are employing to analyze that data. Lately, there are many articles and social media posts documenting quite disturbing errors in texts prepared by AI tools, giving more evidence to those that remain skeptical. However, this does not mean that we should avoid using AI models altogether. Instead, we should embrace the potential that these tools offer, while also remaining vigilant and critical in our approach to their use. Ultimately, the use of AI models represents a remarkable opportunity, and we should not allow fears or concerns to prevent us from exploring the full range of possibilities that these tools offer.
As my final advice to my students, I urged them to become acquainted with the potential of AI and to be inspired by the possibilities it offers. However, I also stressed the importance of remaining critical, as all scientists should, and of double-checking the final conclusions of any analysis conducted by AI to ensure that the outcome aligns with their own opinions and views. While the use of AI can enable us to move faster, we must be careful not to lose sight of our values and ethics in this fast-paced race. This challenge presents an opportunity for education to teach students how to engage with these powerful tools while maintaining a critical and ethical perspective. It's a challenge that we must all strive to meet.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι γιατί το "Flowers" της Miley Cyrus σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο στις πλατφόρμες και θέτει ισχυρή υποψηφιότητα να αναδειχθεί ως το πιο επιτυχημένο τραγούδι της χρονιάς. Κατ'αρχάς, πρόκειται για ένα ωραίο και έξυπνα χτισμένο τραγούδι που σε κερδίζει από το πρώτο άκουσμα και αποτυπώνεται εύκολα στη μνήμη σου. Κατά δεύτερον, η Cyrus είναι μία εξαιρετική ερμηνεύτρια με πολύ αναγνωρίσιμη χροιά και μεγάλες δυνατότητες: επομένως μπορεί να προσδώσει ταυτότητα σε ένα τραγούδι που μοιάζει με απαγγελία και ίσως θα ατυχούσε σε πιο συμβατικές φωνές.
Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος της επιτυχίας είναι ότι το τραγούδι στηρίζεται σε ένα αφήγημα, το οποίο η Cyrus αξιοποιεί με εξαιρετικά ευφυή τρόπο. Πρόκειται για ένα μήνυμα προς τον πρώην της (Liam Hemsworth) που την απάτησε και τον οποίον περιπαίζει με διάφορους -λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένους- τρόπους μέσα από τους στίχους του τραγουδιού και τις σκηνές του videoclip. Η δήλωση είναι σαφής: απορρίπτω τις τοξικές σχέσεις, θέτω την προσωπική μου ευημερία ως προτεραιότητα και διεκδικώ την ευτυχία ως υπέρτατο δικαίωμα. Το αφήγημα ανταποκρίνεται απολύτως στην εργώδη προσπάθεια πολλών για διασφάλιση της αυτοεκτίμησης και απόρριψη ενός ετεροπροσδιορισμού που αποδεικνύεται ύποπτος και επικίνδυνος. Οι άλλοι μπορεί να σε απογοητεύσουν, να σε προδώσουν, να σε κακοποιήσουν. Επομένως, ο μόνος στον οποίο μπορείς να στηριχθείς είναι ο εαυτός σου και άρα εκείνον προτάσσεις και σε εκείνον ομνύεις.
Οι σημειολογικές αναφορές στην προσωπική της ιστορία, αλλά και η ικανότητα των στίχων να λειτουργήσουν ως ξέσπασμα αγανάκτησης και μνημείο δικαίωσης για ανθρώπους που έχουν νιώσει θύματα εντός των σχέσεών τους και ταυτίζονται εν προκειμένω με την Cyrus, αποτελούν έναν ακαταμάχητο συνδυασμό επιτυχίας. Συνάμα, συνιστούν ένα υποδειγματικά επιδραστικό storytelling που κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε εφεξής να διδάσκεται σε σχολές επικοινωνίας, συγγραφής και marketing.
Πολύ έξυπνη η απόφαση της Louis Vuitton να συνεργαστεί με την εκκεντρική και επιδραστική Yayoi Kusama και να ντύσει τα προϊόντα και τα καταστήματά της με τα πολύχρωμα σχέδιά της. Η θεόρατη Kusama που αγκαλιάζει το κτήριο της εταιρίας στην Champs Elysées έχει γίνει μεγάλη ατραξιόν στο Παρίσι, ενώ προχθές που περνούσα από τη Βουκουρεστίου, διαπίστωσα πως και το εν Αθήναις κατάστημα έχει παραδοθεί σε μια ευχάριστη pop art ψυχεδέλεια.
Η έκθεση «Ένδυμα Ψυχής» στο Μουσείο Ακρόπολης αποτέλεσε μια καλή ευκαιρία να εκτιμήσω και πάλι τις εξαιρετικές ελληνικές ενδυμασίες του 18ου-19ου αιώνα. Εν προκειμένω σε φωτογραφίες του Βαγγέλη Κύρη που έχουν συμπληρωθεί με κεντημένες προσθήκες από τον Ανατόλι Γεωργίεφ.
Αν με ρωτούσες να διαλέξω τις πιο αγαπημένες μου ιταλικές πόλεις, θα δυσκολευόμουν να σου σιάξω μία λίστα. Ειλικρινά στο λέω, δεν θα πήγαινε η καρδιά μου να αφήσω κάποια έξω -ακόμα κι εκείνες τις λιγότερο γνωστές που δεν τις πολυσυμμερίζεται ο τουρίστας και δεν τις βάνει στο μυαλό του ή στο πλάνο του: τις μικρές πόλεις που βρίσκονται σκαρφαλωμένες σε κάποιο ύψωμα ή βόσκουνε στην ησυχία κάποιας πεδιάδας, δίχως τα στίφη τουριστών να ξεσηκώνουν την πιάτσα γκράντε τους και να καταλαμβάνουν το ντουόμο τους.
Όχι, δεν θα μπορούσα να σου κάμω τέτοια λίστα με ιταλικές πόλεις. Ίσως μια καλύτερη άσκηση θα ήταν να σου πω γιατί αγαπώ την καθεμιά τους. Για ποιους λόγους, της έχω αδυναμία. Να σου μιλήσω για τη σχέση μου μαζί της. Να προσπαθήσω να σου εξηγήσω γιατί έχει κερδίσει έκαστη εξ αυτών περίοπτη θέση στη συναισθηματική μου μνήμη.
Να, όπως καλή ώρα ετούτη. Καλωσόρισες στη Μόντενα.
Σφαλισμένη μεταξύ δύο παραπόταμων του Πάδου, η πόλη κατοικείται από αρχαιοτάτων χρόνων με τους Ετρούσκους να φέρονται ως πρώτοι οικιστές στην περιοχή. Τους οποίους διαδέχθηκαν οι Κέλτες -δίχως να υπολογίζουν οι άμοιροι ότι λίγο νοτιότερα, ξημέρωνε η πανίσχυρη Ρώμη.
Πράγματι, για αρκετούς αιώνες, η κοιλάδα του Πάδου εκατοικείτο από κέλτικους πληθυσμούς που καθόλου πρόθυμοι δεν ήτο να υποταχθούν στη μιλιτέρ νοοτροπία των Ρωμαίων και να μάθουν τις κλίσεις στα λατινικά. Εντούτοις οι Ρωμαίοι που ορέγονταν τις εύφορες αυτές εκτάσεις, επιδώθηκαν σε λυσσαλέους κατακτητικούς πολέμους.
Το θυελλώδες πέρασμα του Αννίβα από την περιοχή τον 3ο αιώνα π.Χ. προκάλεσε μεγάλη αναμπουμπούλα και διέκοψε τη ρωμαϊκή εξάπλωση, καθώς μάλιστα πολλές από τις φυλές που αντιμάχονταν τους Ρωμαίους, όπως οι Ίνσουβροι και οι Βόιοι, ενώθηκαν με τους Καρχηδόνιους.
Αλλά εντέλει οι Ρωμαίοι επικράτησαν. Ο Ιούλιος Καίσαρ ενσωμάτωσε την περιοχή στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπό την ονομασία "Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία" και τα επόμενα χρόνια εκχωρήθηκε στους κατοίκους ο τίτλος του "Ρωμαίου πολίτη" -όχι τίποτ'άλλο, να μπορούν να βγάζουν ένα διαβατήριο οι άνθρωποι και κάνα πιστοποιητικό στα ΚΕΠ.
Η Μόντενα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της εν λόγω επαρχίας και άρχισε να μεγαλοπιάνεται λόγω κυρίως της στρατηγικής θέσης της: βλέπεις, βρισκόταν στο σταυροδρόμι μεταξύ της Αιμιλίας Οδού που ένωνε την Πιατσέντσα με το Ρίμινι και του δρόμου που κατέληγε στην Βερόνα. Επομένως μια στάση την έκαμες για να τσιμπήσεις το κατιτί σου, να γρασάρεις το άρμα ή να ποτίσεις το άλογο.
Όπως ίσως γνωρίζεις, οι Ρωμαίοι όταν κατακτούσαν μια περιοχή, πρώτα σιάχνανε το δρόμο και ύστερα θεμελίωναν οικισμούς κατά μήκος του. Κάπου τότε ιδρύθηκαν και οι άλλες πόλεις της περιοχής: η Πάρμα, το Ρέτζιο νελλ'Εμίλια και η Μπολόνια.
Η Μόντενα όμως ξεχώρισε από νωρίς: εξελίχθηκε σε πόλη ωραιοτάτη και ποθητή, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο Κικέρωνας χαρακτηρίζοντάς την "splendidissima". Δεν προκαλεί λοιπόν εντύπωση η προσπάθεια καμπόσων να την καταλάβουν, μεταξύ των οποίων και ο Mark Antony (όχι της JeLo -της Κλεοπάτρας).
Την περίοδο που ξεκίνησε η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Μόντενα μετατράπηκε σε προκεχωρημένο φυλάκιο και κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις σφοδρές επιθέσεις των βαρβάρων που κατηφόριζαν κατά κύματα την ιταλική χερσόνησο. Το'χουμε να το λέμε πάντως ότι ο Αττίλας, ουδέποτε την κατέλαβε, διότι έπεσε μία παχιά ομίχλη στην περιοχή και οι ορδές των Ούνων την επροσπέρασαν χωρίς να την εδούνε. Μου έχει τυχεί κι εμένα με χαμηλή ορατότητα πηγαίνοντας για Τρίκαλα, να φθάσω Καλαμπάκα.
Η εν λόγω ομίχλη (της Μόντενα, όχι των Τρικάλων) αποδόθηκε τότες στον Άγιο Τζεμινιάνο που είναι τελοσπάντων προστάτης της πόλης και του αφιερώσαμε τον καθεδρικό.
Μαζί με το υπέροχο καμπαναριό του -που είναι γνωστό ως Πύργος της Τζιρλαντίνα, καθώς φέρει δύο όμορφες, μαρμάρινες γιρλάντες στην κορφή του- ο καθεδρικός αποτελεί μνημείο της UNESCO.
Όχι τυχαία, αποτελεί εδώ και χρόνια το σύμβολο της πόλης και το κλασικό σημείο συνάντησης για τους κατοίκους της.
Η κεντρική πύλη φυλάσσεται από δύο πολύ ζοχαδιασμένα λιοντάρια.
Και η πόρτα κοσμείται από υπέροχες, περίτεχνες διακοσμήσεις.
Αν είσαι λιγάκι υποψιασμένος πάντως, θα στριφογυρίσεις τον καθεδρικό ώσπου να εντοπίσεις την κάπως πιο κρυμμένη Porta della Pescheria. Η οποία φέρει γλυπτές απεικονίσεις της ιστορίας του Αρθούρου. Ναι, με τη Γκουίνεβιρ και τον Λάνσελοτ. Μέχρις εδώ, στο Βορρά της Ιταλίας, ήταν διαδεδομένη εκείνη η σαγηνευτική αφήγηση, στην οποία έχω μεγάλη αδυναμία.
Η οικοδόμηση του καθεδρικού τον 12ο αιώνα ήταν -μεταξύ άλλων- μία βροντερή απάντηση στον Αρειανισμό που είχε κάμει αισθητή την παρουσία του στη Μόντενα, ενώ συνέπεσε χρονικά και με την περίοδο των Σταυροφοριών που έφερε λογής λογής αναστατώσεις στον μεσογειακό χώρο.
Ακριβώς αντικρυστά με τον καθεδρικό ναό, βρίσκεται το δημαρχείο. Με τις υπέροχες καμάρες του -στοιχείο που όπως έχεις καταλάβει χαρακτηρίζει πολλά από τα κτήρια της πόλης- και το παλιό του ρολόι.
Τα δύο κτήρια με τις αρχές που εκπροσωπούν -θρησκευτική και κοσμική- απλώνουν μπροστά τους την κεντρική πλατεία της Μόντενα.
Το 1288, η Μόντενα πέρασε υπό την εξουσία της πανίσχυρης οικογένειας των Έστε, η οποία με τους κάμποσους δούκες, μαρκησίους και πρίγκιπες που μας χάρισε, πρωταγωνίστησε στις γαλαζοαίματες σαπουνόπερες των επόμενων αιώνων.
Ανατρέχοντας στις αλλεπάλληλες γενεές των Έστε, ίσως αξίζει κανείς να σταθεί στον Αλφόνσο Β' που πέθανε ο δύστυχος το 1597 δίχως απογόνους και επομένως άφησε τη Μόντενα και τη Φερράρα ακέφαλες. Τότες ο Πάπας Κλήμης Η' -που κάτι τέτοιες ευκαιρίες ζητούσε για να επεκτείνει το παπικό κράτος- δοκίμασε να καταλάβει την περιοχή και όντως βούτηξε τη Φερράρα.
Η Μόντενα όμως παρέμεινε υπό μίαν έννοια στην οικογένεια των Έστε, καθώς την ανέλαβε ως δούκας ο νόθος ανεψιός του εκλιπόντος ονόματι Τσέζαρε, ο οποίος παντρεύτηκε την Βιργινία των Μεδίκων.
Το ζευγάρι απέκτησε δέκα παιδιά, μα η δύστυχη Βιργινία φαίνεται πως έπασχε από κάποια ψυχική ασθένεια -που επιδεινώθηκε με τις συνεχείς απιστίες του άντρα της. Όταν ο εξομολογητής της, ισχυρίστηκε πως την είχε καταλάβει ο διάολος, εκείνη άρχισε να τον βαράει με ένα ξύλο και οριακά τον σώσαμε από την οργή της. Κατόπιν αυτού του συμβάντος και επειδής δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα το Ζάναξ, αποφασίστηκε να της γίνει μία σειρά εξορκισμών.
Ως αποτέλεσμα, αποτρελάθηκε, κλονίστηκε ακόμα περισσότερο η υγεία της και εντέλει άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία σαράντα έξι ετών. Οι κακές γλώσσες της πόλης έλεγαν πως της είχε βάλει κάτι ο άντρας της στο φαγί για να την ξεκάμει.
Μία από τις δισέγγονες του ζεύγους, η Μαρία Βεατρίκη ντ'Έστε έμελε να νυμφευθεί τον Φερδινάνδο Κάρολο των Αψβούργων και να ενώσει τους δύο οίκους, υπάγοντας την Βόρεια Ιταλία στον έλεγχο της Αυστρίας.
Και πού μένανε όλοι ετούτοι οι ευγενείς, θα ρωτήσεις. Από τον 17ο έως και τον 19ο αιώνα, έδρα της οικογένειας των Έστε ήταν το υπέροχο Δουκικό Παλάτι που δεσπόζει στη βόρεια άκρη του ιστορικού κέντρου.
Η μπαρόκ πρόσοψη, το κάμει ιδιαιτέρως μεγαλοπρεπές.
Και φωτογενές.
Σήμερα στεγάζει τη Στρατιωτική Ακαδημία, ενώ διαθέτει και μία ωραιότατη συλλογή παλαιών βιβλίων και αρχειακού υλικού της πόλης.
Είναι ενδιαφέρουσες και πάντοτε χρήσιμες οι ιστορικές αναδρομές, αλλά στο αρχικό ερώτημα δεν έχω ακόμα απαντήσει. Για ποιο λόγο αγαπώ λοιπόν αυτή την πόλη;
Μα νομίζω είναι προφανές με το που την αντικρίζει κανείς για πρώτη φορά. Με το που αρχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους της.
Και βουτάει το βλέμμα του στα κόκκινα, στα κίτρινα, στα καστανά και τις ώχρες.
Στις γαιώδεις αποχρώσεις μιας παλλόμενης αστικής σκηνοθεσίας.
Στις μονοχρωμίες.
Στις διχρωμίες.
Στις πολυχρωμίες.
Στις σύνθετες και πλουμιστές διακοσμήσεις.
Στα απλά και ξεκάθαρα καδραρίσματα.
Στις υπέροχες γωνίες που χαράσσουν γραμμές στους ουρανούς.
Ή που στριφογυρίζουν χορεύοντας στα σταυροδρόμια.
Η ματιά σου κολακεύεται με παραμυθώδεις εικονογραφήσεις. Με ήρωες που στήνουν ενθουσιώδεις αφηγήσεις.
Με χαρακτήρες που κατοικούν σε όνειρα.
Οι περίπατοι μου στη Μόντενα δεν παραδίδονται ποτέ στη μονοτονία του επαναλαμβανόμενου ή του γκρίζου. Η φαντασία μου ενδύεται συνεχώς διαφορετικά πέπλα. Η αισθητική μου απολαμβάνει τις τολμηρές εκρήξεις εντυπώσεων.
Την Μόντενα πολλοί τη γνωρίζουν από τη σχέση της με την αυτοκινητοβιομηχανία. Είναι η πατρίδα της Φεράρι, της Λαμποργκίνι και της Μαζεράτι. Αλλά νομίζω πως μόνο αν κάποιος έρθει ως εδώ, καταλαβαίνει γιατί αυτά τα εντυπωσιακά αμάξια έχουν έντονα χρώματα: κόκκινα και κίτρινα.
Ναι, διότι εξεγείρουν το πνεύμα και σου δημιουργούν ένταση. Αλλά και γιατί σε κρατούν σε μία εγρήγορση.
Να χαρείς, ας μην αρχίσουμε τις συγκρίσεις και τις αναγωγές με ελληνικές πόλεις -είναι μία σύνθετη, θλιβερή και ίσως λίγο άδικη συζήτηση, αν δοκιμάσεις να αντιπαραβάλεις ιταλικές πόλεις με αντίστοιχες ελληνικές. Δεν μας χωρίζει μόνο μία θάλασσα, αλλά κυρίως μία Αναγέννηση.
Αλλά τη διαπίστωση, μπορείς να την εκάμεις.
Πως η αισθητική είναι σημαντικό κομμάτι της ποιότητας ζωής: επηρεάζει την καθημερινότητά σου, την αντίληψή σου, τον τρόπο σκέψης σου, τη σχέση σου με τον εαυτό σου και με τους άλλους. Ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνεις. Κυρίως όταν αδυνατείς να το καταλάβεις.
Επέτρεψέ μου μία τελευταία στάση.
Αυτή είναι η Όπερα της Μόντενα.
Άνοιξε το 1841 και έχει φιλοξενήσει λογής λογής παραστάσεις. Έργα του Ντονιτσέτι, του Μπελίνι και του Ροσίνι.
Μα αξίζει λίγο να σταθείς στη μία της πλευρά για να συναντηθείς με τον Λουτσιάνο. Στις 12 Οκτωβρίου 1935, εδώ στη Μόντενα, γεννήθηκε ο Παβαρότι. Παιδί ενός φούρναρη και μίας εργάτριας, έμελε να γίνει ένας από τους σπουδαιότερους τενόρους που γνώρισε ο κόσμος.
Εκρηκτικός, μεγαλόσχημος, οξύμωρος, αδιαπραγμάτευτα προικισμένος. Πολύχρωμος, σαν την πόλη που τον γέννησε.
Ελπίζω πια να την έχεις, την απάντηση που σου έταξα στην αρχή.
Είναι μουσικά αυτά τα χρώματα που απολαμβάνω στους δρόμους της Μόντενα. Δεν τα βλέπω μονάχα: τα ακούω. Να τραγουδάνε άριες και καντσονέτες.
Να πάλλονται στον καμβά ενός πενταγράμμου συναισθηματικού και παθιασμένου. Να γίνονται νότες και μελωδίες. Να γίνονται ανάσες και χτυποκάρδια. Να γίνονται ζωή.