Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Country Road

Μη με ρωτάς τα πώς και τα γιατί βρέθηκα να περιπλανιέμαι έξω από τα Οινόφυτα. Ας πούμε πως με έβγαλε ο δρόμος. Κι είναι αλήθεια πως το μέρος ετούτο δεν αποτελεί προορισμό, αλλά μόνο πέρασμα για τους περισσότερους -από την Εθνική Οδό, χαίρεται κι αντίο σας.

Όλη ετούτη η περιοχή της κοιλάδας του Ασωπού, από τα Οινόφυτα και την Αυλώνα ως την Τανάγρα και τη Ριτσώνα, παρότι βρίσκεται δίπλα στην Αθήνα, σου δίνει την αίσθηση παραμεθορίου και δυσμενούς μετάθεσης.

Την αίσθηση της μετάβασης από την ύπαρξη στην ανυπαρξία, από το κάτι στο τίποτα. Λες και δεν ενώνονται η Βοιωτία με την Αττική, αλλά χωρίζονται. Σχώρνα-με, φταίει ο φθινοπωρινός καιρός με τις ανατροπές του και μ'έπιασε ο οίστρος. Μια ζεσταίνει, μια ποτίζει, μια βουρκώνει, απόφαση τελεσίδικη δεν φαίνεται να παίρνει.

Καθώς τριγύρναγα με τ'αμάξι στους αγροτικούς δρόμους και με μόνη παρέα κάποια δύστυχα σκυλιά που μου γαβγίζανε μέσα από τις μάντρες και τα θερμοκήπια, έπιασα κάποια στιγμή τον εαυτό μου να σφυρίζει εκείνο το παλιό τραγούδι που έλεγε "Ουρανέ / πού περνάς / σ'όποια πόρτα σταματάς / ποιος ακόμα με θυμάται / να ρωτάς, να ρωτάς".

Σε καναδυό σημεία σταμάτησα και βγήκα από τ'αμάξι. Για ν'αναπνεύσω τη δροσιά του υγρού χώματος, να αισθανθώ τα βήματά μου στο τρυφερό γρασίδι και ν'αγναντέψω το τριγύρω. Εκεί, ψάχνοντας τους ορίζοντες του προσανατολισμού μου, σκέφτηκα πως όλα τα μέρη δικαιούνται τις εποχές τους. Κι εσύ, κι εγώ και όλοι μας. 

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2021

Κυρά-Λωξάντρα, θα με πας στο Μπαλουκλί;

Ξεκινήσαμε με τη Λωξάντρα για το Μπαλουκλί. Μου το'χε από καιρό τάξει πως θα με πήγαινε να μου δείξει τους τάφους της μάνας της και της γιαγιάς της -της καημένης της κυρα-Ζωίτσας ντε, που εκείνη έμαθε στη Λωξάντρα να μαγειρεύει έτσι όμορφα.

Είχα βάλει στο σακίδιό μου τη φωτογραφική μου μηχανή, ένα μπουκαλάκι νερό, ένα κουλούρι και τα κιτάπια μου -τους χάρτες μου, τους οδηγούς μου, τις σημειώσεις μου. Εκείνη πήρε μαζί της ένα μισογάλονο να το γεμίσει αγίασμα, πήρε κ'ένα καλαθάκι με κάτι τούτα-κείνα για να τσιμπήσουμε σαν πεινάσουμε.

Το Μπαλουκλί είναι στο Επταπύργιο, κοντά στην Πύλη της Σηλυβρίας, μέσα σε πυκνό δάσος από κυπαρίσσια. Εκεί που τελείωσαν τα σπίτια, αρχίνησαν τα περβόλια. 

Κι εκεί που τελείωσαν τα περβόλια, αρχίνησαν τα νεκροταφεία. Απέραντα νεκροταφεία, μουσουλμανικά. Τάφοι μέσα σε ραδίκια, σε ζοχούς, σε λάπατα και σε αγριομαργαρίτες. Κοντοστάθηκε η Λωξάντρα σε ένα περβάζι να πάρει δύο ανάσες, βρήκα την ευκαιρία να χαζέψω τις ζαλισμένες ταφόπλακες που μερικές γέρνουν στα δεξά, μερικές στα ζερβά.

Μετά από κάμποσο ποδαρόδρομο φθάσαμε επιτέλους στον προορισμό μας, στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Αναθάρρεψε η Λωξάντρα σαν μπήκε στον περίβολο της Μονής, λες κι έμπαινε στην αυλή του σπιτιού της. Γέλασε το μέσα της.

Εθαύμασα τα φροντισμένα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές, τις ωραίες μαρμάρινες ζαρντινιέρες, τ'αγάλματα και τις σκιές της μεγάλης πλατανιάς. Εθαύμασα την ησυχία. Σε ένα τοιχίο, λίγα βήματα από την είσοδο, υπάρχει ένα ανάγλυφο με λουλούδια που ρέει νεράκι απάνου τους και σαν βρέξεις το χέρι σου να ραντίσεις το μέτωπό σου, ευφραίνεται η ψυχούλα σου.

Το βλέμμα μου έπεσε σε μία κρήνη. Πάνω από τη βρυσούλα, είδα την καρκινική επιγραφή που λέγεται πως βρισκόταν στον περίβολο της Αγιά-Σοφιάς. Νίψον ανομήματα, μη μόναν όψιν. Κι απ'την καλή να τη διαβάσεις κι από την ανάποδη, το νόημα ίδιο παραμένει.

Έβγαλα τις σημειώσεις μου κι άρχισα να ψάχνω σα μαθητούδι στους οδηγούς μου να διαβάσω για ετούτο εδώ το μέρος. Η Λωξάντρα που με είδε να φυλλομετρώ τις σελίδες, πήρε ύφος περισπούδαστο κι άρχισε να μου διηγείται για τον Ιουστινιανό. Που έπασχε από τα νεφρά του και ήρθε στο Μπαλουκλί να βρει τη γιατρειά του. Τότες είναι που έχτισε την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής με το υλικό που είχε περισσέψει σα χτίστηκε η Αγιά-Σοφιά. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της. Κι έσκυψε να μου εκμυστηρευθεί πως εκείνον το ναό τον καταστρέψανε οι Γενίτσαροι και τούτος που υπάρχει τώρα χτίστηκε πολύ αργότερα. Έκλεισα τα δικά μου τα βιβλία κι αφέθηκα στη δική της την ξενάγηση. Γι'αυτό δεν ήλθα άλλωστε; Για να ιδώ ετούτο τον τόπο με το δικό της βλέμμα.

Στις μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου, έβλεπες λογής λογής επιγραφές. Και μερικά πεσμένα φύλλα να σου κρύβουνε τις λέξεις.

Πλησιάσαμε την είσοδο του Ναού. Ο φύλακας -ένας κοντός μελαψός άντρας με παχύ μουστάκι- κλείδωνε εκείνη τη στιγμή την πόρτα. Ώχου, σκέφτηκα, τι γκαντεμιά είναι αυτή; Μα σαν είδε τη Λωξάντρα, έστριψε τα μεγάλα του κλειδιά ανάστροφα και μας έμπασε μέσα. Τεσεκιούρ εντερίμ, του είπε εκείνη και του χαμογέλασε.

Κι ήμασταν τώρα οι δυο μας μέσα στην εκκλησιά να ακούμε μόνο τα δικά μας βήματα. Η Λωξάντρα αρχίνησε να φιλάει τις εικόνες, σταυροκοπήθηκε κάμποσες φορές και ψέλλισε μερικές δεήσεις, φροντίζοντας να μνημονεύσει τις χάρες που ζητούσε από την Παναγιά. Με αγριοκοίταξε και μερικές φορές που έβγαζα φωτογραφίες και κοίταζα σα χάνος τα εικονίσματα και το τέμπλο του Ναού. Αλλά δεν μου είπε τίποτα, όχι γιατί με ντράπηκε, αλλά γιατί ήταν πολύ απασχολημένη με τα δικά της. Όταν εντέλει τελείωσε, μου έκαμε νόημα να φύγουμε. Κοίταξα μία τελευταία φορά πάνω από το τέμπλο, προς την πλευρά του ιερού. Το φως.

Ύστερα βγήκαμε στην πίσω αυλή. Και σεργιανήσαμε τους τάφους των Οικουμενικών Πατριαρχών.

Εκείθε είναι θαμμένοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, σε μία σειρά ευθυγραμμισμένη. Διάβαζα από μέσα μου τ'ονόματά τους. Μερικούς μήτε τους είχα ξανακούσει. Αλλά δεν τόλμησα να της το πω, μην τυχόν την εκνευρίσω.

Πιο κει, υπάρχει μία άλλη πόρτα με κάτι σκαλιά που κατηφορίζουν κάτου από τη γη. Η Λωξάντρα ανασκουμπώθηκε και άρχισε να τα κατεβαίνει ένα-ένα, κρατώντας συνάμα το μεταλλικό χερούλι μην τυχόν και κουτρουβαλίσει. Ο κρότος από τα πασούμια της αντηχούσε στο διάδρομο. Την ακολούθησα με περιέργεια.

Βρεθήκαμε σε ένα υπόγειο δωμάτιο. Κάθε μας κίνηση συνοδευόταν από την ηχώ της. Ακουγόταν το στάξιμο νερού ωσάν να έβγαινε από τα έγκατα ενός τρίσβαθου σπηλαίου. Στη μέση του χώρου, υπήρχε μία κρήνη με τέσσερις βρύσες. Τα έμβολα ήταν στο σχήμα του σταυρού. Έβγαλε η Λωξάντρα από την τσάντα της, το μισογάλονο και άρχισε να το γιομίζει αγίασμα. Ζαλάδες, αρρώστιες, βασκανίες, το'χε αυτό τ' αγίασμα για πάσα χρήση.

Σαν σφράγισε το μπουκάλι της, μου είπε να σκύψω και να ιδώ πίσω από την κρήνη. Χαμηλά, κάτω, βρισκόταν μία δεξαμενή. Με κρυστάλλινο νερό. Και ψαράκια που κολυμπούσανε. Είναι, μου είπε, εκείνα τα ψαράκια που πήδησαν από το τηγάνι στο νερό, τότες που πήρανε οι Τούρκοι την Πόλη.

Θέλησα να ρίξω μερικά ψίχουλα από το κουλούρι μου, αλλά με μάλωσε. "Απαπαπά! Ντροπή! Τι θα πει ο κόσμος;" "Ποιος κόσμος, μόνοι μας είμαστε!" διαμαρτυρήθηκα εγώ. Κι εκείνη μου έδειξε τους Αγίους που ήσαν ζωγραφισμένοι στους τοίχους. "Μας κοιτάζουν" είπε.

Ανηφορίσαμε τη σκάλα και βρεθήκαμε και πάλι στην αυλή. Βγήκαμε στο δρόμο και στρίψαμε δεξιά. Καμιά τριανταριά βήματα πιο κει είναι το ρωμαίικο νεκροταφείο, ο τελικός μας προορισμός. Η Λωξάντρα έγνεψε σε έναν άλλο φύλακα και μας άνοιξε να μπούμε.

Οι τάφοι των γονιών της δεν ήταν πολύ μακριά από την πόρτα του νεκροταφείου και μοιάζανε πλέον περιβολάκι. Είναι τρεις πλάκες μαρμάρινες χαμένες μέσα στο χορτάρι. Ένα μεγάλο κυπαρίσσι είναι σε μία γωνιά και κάτω από το κυπαρίσσι, βολικό παγκάκι. Σε κείνο το παγκάκι πήγε κι εκάθησε η Λωξάντρα με μία σιγουριά και μία ασφάλεια.

"Όσο ζεις, ο τόπος σου είναι το σπίτι σου. Άμα πεθάνεις, ο τόπος σου είναι εδώ. Έτσι ήταν, είναι και θα είναι" μου είπε. Κι ύστερα χάθηκε σε κουβέντες με τους δικούς της ανθρώπους. Τη γιαγιά της, τη μάνα της, το Νικολό. Έρχεται εδώ και τους μιλάει. Περνάει ώρα μαζί τους και τους συμβουλεύεται. Την άφησα και περιπλανήθηκα ανάμεσα στους τάφους.

Ονόματα ρωμαίικα, φωτογραφίες ξεθωριασμένες από τη μνήμη των ζωντανών, θροΐσματα ψυχών. Σε ετούτη εδώ τη γη, αναπαύτηκαν άνθρωποι που ζήσανε την Πόλη μαζί με τη Λωξάντρα, πριν από αυτήν κι ύστερα από αυτήν. 

Στάθηκα μπροστά σε μία επιγραφή. Δεν έλεγε όνομα, μήτε είχε φωτογραφία. Μόνο μία λέξη έλεγε.

Μαμά. Και θυμήθηκα και τη δική μου τη μαμά. Στάθηκα λίγο και της μίλησα. Της είπα ότι έκαμα αρκετό δρόμο για να τη συναντήσω. Κι ας μην είχε έλθει εκείνη ποτέ εδώ, να που εγώ εδώ τη βρήκα. Της είπα πόσο πολύ μου λείπει -κι ας έχουν περάσει πια τόσα και τόσα χρόνια. Με ρώτησε αν είμαι καλά, αν προσέχω τον εαυτό μου. Μου ζήτησε να της πω τα νέα μου, αν είμαι ευτυχισμένος. Με ορμήνεψε να είμαι όσο καλύτερος μπορώ. Όπως μου έμαθε. Την άκουσα να μου γελάει κιόλας. 

Γύρισα προς το παγκάκι που είχα αφήσει τη Λωξάντρα. Δεν ήτανε εκεί. Διέσχισα και πάλι το δρομάκι ανάμεσα στους τάφους και βγήκα από τη μεγάλη σιδερένια πόρτα. Έκαμα νόημα στο φύλακα να έλθει να κλειδώσει. Τον ευχαρίστησα και κατηφόρισα παρέα με τα κυπαρίσσια.

Σημείωση: τα πλαγιαστά γράμματα είναι λόγια της Μαρίας Ιορδανίδου. Τα υπόλοιπα, δικά μου. Καλή αντάμωση, Λωξάντρα.


Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

I Stand by you

Η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης αφιερώνει στους εργαζόμενους πρώτης γραμμής, ένα τραγούδι ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και αναγνώρισης της συνεισφοράς τους κατά την περίοδο της πανδημίας. Και με τον αριθμό των κρουσμάτων να κορυφώνεται πάλι σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, φαίνεται πως θα συνεχίσουμε για πολύ ακόμα να στηριζόμαστε σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που παραμένουν η εμπροσθοφυλακή μας και δίνουνε τη μάχη -ενόσω πολλοί άλλοι φιλολογούνε ή σφυρίζουν αδιάφορα ή εμμένουν στις απρονοησίες τους.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Πόλη φαντασμάτων

Όπως και να’χει το πράμα, είναι προτιμότερη μια Ghost Town λόγω του χθεσινού Halloween, παρά λόγω του covid.

Το κυριακάτικο ρεπό


Ουρανοξύστες, τεράστιες λεωφόροι, εξωτική βλάστηση, πολυκοσμία, οργάνωση και καθαριότητα. Αυτά είναι τα πρώτα που σου κάμουν εντύπωση εδώ, στο κέντρο του Χονγκ Κονγκ. 


Κι αν έχεις αρχίσει να αναστενάζεις από τώρα, πού να συγκρίνουμε και τα πορτοφόλια μας! Διότι λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω, αλλά ο χονγκογκέζος διαθέτει τουλάχιστον διπλάσιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ από εσένα. Πενηντακάτι χιλιάδες δολάρια το χρόνο αυτός (εύκολα!), εικοσικάτι χιλιάδες δολάρια το χρόνο εσύ (δύσκολα!).


Θα μου πεις, τι πας και συγκρίνεις; Το αφάν γκατέ με τη μπασκλασαρία! Διότι τελοσπάντων, άλλες οι συνθήκες στο Χονγκ Κονγκ των πολυεθνικών, της αλματώδους ανάπτυξης και της ιδιότυπης αγγλοκινέζικης κουλτούρας και άλλες στην Ελλάδα των κρίσεων και της ιδιότυπης ανατολικοβαλκάνιας μενταλιτέ. Πράγματι, δεν τίθεται θέμα σύγκρισης. Ένα θα σου πω: 8,5% του πληθυσμού εδώ διαθέτει τραπεζικό λογαριασμό ενός εκατομμυρίου και πάνω -κλείσε το στόμα σου, θα μπει καμιά (εξώτικ) μύγα. Σχεδόν ένας στους δέκα που βλέπεις γύρω σου, είναι εκατομμυριούχος.


Αλλά δεν σε έφερα εδώ για επίδειξη πλουτισμού -καλά νάναι οι άνθρωποι, να τα χαίρονται! Σε έφερα για να σου δείξω μίαν άλλη πτυχή αυτής της ευημερίας. Δεν ξεύρω αν το έχεις προσέξει, αλλά τα κτήρια εδώ στο κέντρο της πόλης (στο λεγόμενο "Σέντραλ") συνδέονται με εναέριες πεζογέφυρες. 


Αυτές οι πεζογέφυρες συνθέτουν ένα λαβύρινθο με πλήθος διακλαδώσεων και πολλαπλά μπες-βγες σε κτήρια. Επίσης, υπάρχουν σκάλες για να κατέβεις στο επίπεδο του δρόμου, ασανσέρ και πλατφόρμες που σε μεταφέρουν στα έγκατα της γης, στο μετρό (όπου υπάρχει άλλη, υπόγεια διακλάδωση με διαβάσεις και καταστήματα) και βεβαίως άλλα ασανσέρ που σε σκαρφαλώνουν απάνου σε κτήρια με γραφεία, διαμερίσματα, εμπορικά κέντρα, υπηρεσίες, ξενοδοχεία, γυμναστήρια, σπα και ό,τι άλλο φανταστείς. Ζαλίστηκες;


Είναι στ'αλήθεια κάπως μπερδεμένο. Αλλά και εξαιρετικά βολικό, όταν το συνηθίσεις! Μπορείς να μετακινείσαι από το ένα σημείο στο άλλο και να μην χρειάζεται καθόλου να κατέλθεις στο επίπεδο του δρόμου. Πολλοί από τους εναέριους διαδρόμους είναι εξαιρετικά φουτουριστικοί με μέταλλο και κρυφούς φωτισμούς και αεροδυναμικά ανοίγματα, σε σημείο που έχεις την αίσθηση ότι περπατάς σε κάποια φανταστική πολιτεία του μέλλοντος ή σε σκηνικό ταινίας επιστημονικής φαντασίας! Άσε που ταιριάζουν ωραιότατα και με την ίνοξ κουζίνα σου. Συνήθως οι διάδρομοι αυτοί είναι γιομάτοι κόσμο που πηγαινοέρχεται με γοργά βήματα και κοιτάζει ουχί μπροστά του, αλλά στο κινητό του ή στο τάμπλετ του (έχουμε γουάι-φάι παντού και φάιβ τζι και ομάδα τζι) -κι αν είσαι ανυποψίαστος, έχεις την αίσθηση ότι θα σε ποδοπατήσουν και προσπαθείς εσύ με τρόμο να κάμεις ζιγκ ζαγκ για να μην πέσουνε απάνου σου.


Εντούτοις τις Κυριακές, συμβαίνει κάτι πολύ, πολύ διαφορετικό. Πέραν από το νευρικό, διερχόμενο πλήθος (που δεν χαμπαριάζει από αργίες, αλλά περιφέρεται καθημερινώς), βρίσκεις παρέες γυναικών να κάθονται στρωματσάδα κάτω. Απάνου σε χαρτόκουτα και σε τσίτια. Ξυπόλητες, με τις τσάντες τους αγκαλιά.


Είναι οι Φιλιππινέζες. Το άλλο 10% του πληθυσμού του Χονγκ Κονγκ. Που δουλεύει στα ακριβά απάρτμεντς, που καθαρίζει τα στόρια στον δέκατο ένατο όροφο, που τινάζει τα σεντόνια, που σιδερώνει τα μπλουζάκια, που κάμει τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ, που μαγειρεύει για το παιδί, που προσέχει τον παππού.


Είναι οι γυναίκες του μεροκάματου. Η άλλη όψη του νομίσματος, όπως συνηθίζουμε να λέμε κάπως σχηματικά. Οι γυναίκες αυτές, που συνήθως παραμένουν αθέατες, κάθε Κυριακή καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στη σκηνή. Στο διάλειμμα του έργου. Στην πολυπόθητη έξοδό τους.


Από όλες τις άκρες του Χονγκ Κονγκ, μαζεύονται κάθε Κυριακή στο Σέντραλ και σχηματίζουν παρέες και κοινότητες. Η πρώτη τους στάση είναι η Καθολική Εκκλησία. Για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία και να προσευχηθούν. Κι έπειτα έρχονται εδώ. Στις φουτουριστικές εναέριες διαβάσεις. Και κάθονται ανακούρκουδα. Βγάζουν από τις τσάντες τους ταπεράκια. Με αντόμπο και πανσίτ. Κερνάνε η μία την άλλη κι αρχίζουν όλες μαζί να μασουλάνε. Και να πιάνουν το κουβεντολόι.


Στέλνουν και μηνύματα με τα κινητά. "Κορασόν, είμαι με τα κορίτσια, στη διασταύρωση Πέντερ στριτ με Τσάτερ ρόουντ. Έλα, γιατί αρχίσαμε να τρώμε!" Ας είν'καλά τα γουάι φάι και τα φάιβ τζι. Που μας δίνουν την ευκαιρία να συντονιζόμαστε. Και που επιτρέπουν τις βιντεοκλήσεις με Μανίλα.


Κι επειδής εδώ ο καιρός είναι αλλόκοτος και μπορεί να κάμει ζέστη και υγρασία και κρύο και βροχή μαζί, οι Φιλιππινέζες του Χονγκ Κονγκ είναι προετοιμασμένες για όλα τα κλίματα. Έχουν στην τσάντα τους και ζακετούλα, έχουν και ομπρέλα.


Κι αν τελοσπάντων, ανοίξουν οι ουρανοί και δεν παλεύεται το υπέργειο, μαζεύουμε τα μπογαλάκια μας και μεταφερόμαστε στο υπόγειο. Στα έγκατα της υπέρλαμπρης πόλης.


Διότι σιγά μην χαλάσουμε εμείς το ρεπό μας, επειδής κάμει ο καιρός τα κουτουρού του. Συνεχίζουμε το κουσκούς και το φαγοπότι, σιάχνουμε η μία τα μαλλιά της άλλης, κάμουμε τα πεντικιούρ-μανικιούρ μας, δείχνουμε φωτογραφίες στα κινητά μας.


Κι ύστερα την πέφτουμε και στον ύπνο. Με μαξιλάρι, την τσάντα μας. Ή η μια στον ώμο της άλλης. Αφηνόμαστε. Έτσι για λίγο. Αφηνόμαστε.


Κάθε Κυριακή, το κέντρο του Χονγκ Κονγκ φιλοξενεί για κάποιες ώρες ένα τεράστιο αστικό πικ νικ. Οι κομπάρσες της καθημερινότητας, γίνονται ιδιότυπες πρωταγωνίστριες. Βγαίνοντας από την αφάνεια της ρουτίνας τους και καταλαμβάνοντας το χώρο, ανάμεσα στα επιβλητικά περιστύλια, τους αψηλούς ουρανοξύστες, τις πανάκριβες μπουτίκ, τα γυαλιστερά εμπορικά κέντρα και τους μονδέρνους εναέριους διαδρόμους. Για λίγο, αραδιαζόμαστε μαζί, λαός και Κολωνάκι.


Και για μια στιγμή, οι γυναίκες αυτές υπενθυμίζουν το δικό τους αγώνα επιβίωσης. Όλες μαζί, αλλά και εντελώς μόνη η καθεμιά τους. Μακριά από την οικογένεια, τους φίλους και την πατρίδα τους. Σε ένα αλλότριο περιβάλλον, σε ένα ξένο μέρος. Η ανάγκη, βλέπεις. Αχ αυτή η ανάγκη.


Περπατώ ανάμεσα σε αυτές τις γυναίκες. Έχω γνωρίσει τέτοιες γυναίκες. Ο ξενιτεμός είναι από μόνος του μια δύσκολη συνθήκη -ακόμα κι όταν σου γίνεται μονόδρομος. Το να βρίσκεσαι όμως εσώκλειστη σε ένα ξένο σπίτι με μια γλώσσα που δεν πολυμιλάς, με ανθρώπους που δεν πολυκαταλαβαίνεις και με καθήκοντα χωρίς ξεκάθαρο πλαίσιο τού που αρχίζεις και που τελειώνεις, καθιστά το πράμα ακόμα δυσκολότερο. Καλό είναι να θυμάται λοιπόν κανείς πως δεν βγαίνει για όλους το άτιμο το μεροκάματο με τον ίδιο κόπο. 


Ακόμα κι αν δεν μπορείς να αλλάξεις την εικόνα, ακόμα κι αν δεν γίνεται να μεταβάλεις τη συνθήκη, η συνείδησή της μπορεί να είναι ήδη μια εσωτερική σου μεταμόρφωση. Και η αξία αυτού του ρεπό, να σου γίνεται σαφέστερα κατανοητή. Βιάσου, θα πρέπει να επιστρέψουμε στη δουλειά. Πέρασε η ώρα και μας περιμένουν.