Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

Το δέντρο των περσινών Χριστουγέννων

 

Κατεβάζοντας από το πατάρι το χριστουγεννιάτικο δέντρο και ενόσω ήμουν ακόμα στη σκάλα, συνειδητοποίησα βαστώντας τα κλωνάρια και τη μεταλλική του βάση, πως είναι πραγματικά ανίδεο. Απομονωμένο έτσι όπως ήταν εδώ και έντεκα μήνες εκεί απάνω, σφαλισμένο στην κούτα του, τίποτα δεν είχε ακούσει και τίποτα δεν γνώριζε για τα όσα συνέβησαν. Ήλθε να τοποθετηθεί εφέτος στην ίδια εκείνη θέση που έχει συνηθίσει, μα σε έναν κόσμο που έχει δραματικά αλλάξει. 


Είναι οξύμωρο να στολίζει κανείς εν τω μέσω μιας τόσο θλιβερής περιόδου. Είναι αμήχανο να προσποιείται πως όλα συνεχίζονται κανονικά, όταν τριγύρω υπάρχει φόβος, ανησυχία και βεβαίως πένθος για τις εκατοντάδες ανθρώπινες απώλειες. 


Μα θαρρώ πως το να συνεχίζουμε αποτελεί μονόδρομο. Όσο αναπνέουμε και υπάρχουμε, θα πρέπει να συνεχίζουμε. Για τους αγαπημένους μας ανθρώπους, για τον εαυτό μας, για ένα αύριο που οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε με επίγνωση μεν, αλλά και με αισιοδοξία. Κι ας μας διαψεύδει αρκετές φορές. Κι ας αλλάζει τα πλάνα μας. Μόνο στο αύριο μπορούμε να ελπίζουμε. Και ο ένας στον άλλον.


Τα στολίδια και τα λαμπιόνια πάντως τήρησαν την υπόσχεσή τους και άλλαξαν κάπως τη διάθεση, το δέντρο στάθηκε το ίδιο υπερήφανο και εορταστικό όπως κάθε χρονιά, ενώ και ο καλικάντζαρος παραδίπλα του νομίζω πως μου χαμογέλασε με μεγαλύτερη συμπάθεια και εγκαρδιότητα από ό,τι συνήθως. Σα να ήθελε να προσφέρει μια κάποια ενθάρρυνση. Σα να ήθελε να χαρίσει την υπόσχεση για καλύτερες μέρες. Ελπίζω να ξέρει κάτι παραπάνω.    

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2020

Λαμπιόνια

A sweet little dose of Xmas swing!

Χουτόνγκ

Κάποτες υπήρχε μία αχανής αυτοκρατορία. Που έμοιαζε πιο ακλόνητη από τα βουνά, πιο ισχυρή από τα βράχια και πιο απέραντη από το χρόνο. Και που ήταν τόσο σημαντική, που όλα περικλείονταν μέσα της και τίποτα πέραν αυτής δεν υπήρχε. Στην καρδιά της αυτοκρατορίας βρισκόταν η Βόρεια Πρωτεύουσα. Και στο κέντρο της, υπήρχε το παλάτι. Εκεί διέμενε ο αυτοκράτορας. Που διαφέντευε όλες τις τύχες και τίποτα δεν ήταν αρκετά σπουδαίο για να ταράξει την μεγαλειότητά του.

Εκεί που τελείωναν τα τείχη του παλατιού, ξεκίναγαν οι γειτονιές της πρωτεύουσας. Ακτινωτοί δρόμοι προς όλες τις κατευθύνσεις όριζαν τις συνοικίες. Σαν φλέβες διακλαδώνονταν στα σωθικά τους, εκατοντάδες μικρότεροι δρόμοι. Και χιλιάδες ακόμη πιο μικροί. Τόσο στενοί που χώραγε μετά βίας άνθρωπος με κάρο. Εκατέρωθεν βρίσκονταν τα σπιτάκια. Αμέτρητα σπιτάκια. Καμωμένα με χώμα και πέτρες. Και ό,τι άλλο μπορούσε κανείς να βρει, προκειμένου να καλύψει το κεφάλι του από τις ορμές της φύσης.

Καλωσήρθες στα χουτόνγκ. Πιάσε το χέρι μου και ακολούθησέ με στο λαβύρινθο της Beijing -του Πεκίνου, όπως αποκαλούσαν οι Δυτικοί για χρόνια, τη Βόρεια Πρωτεύουσα. Πρόσεξε όμως μην με αφήσεις, γιατί δύσκολα θα ξαναβρείς το δρόμο της επιστροφής. Τα συνήθη μέσα δεν θα σε βοηθήσουν: οι στενοί δρόμοι δεν αποτυπώνονται σε κανέναν έντυπο χάρτη, οι εφαρμογές πλοήγησης του κινητού σου δεν λειτουργούν στην Κίνα. Επίσης κανείς δεν μιλάει αγγλικά εδώ. Μήτε έχει καμία διάθεση να σε βοηθήσει αν χαθείς. Δύσκολη είναι η διέξοδος από τα χουτόνγκ, βάλτο αυτό καλά στο μυαλό σου. 

Το πρώτο πράγμα που θα με ρωτήξεις είναι μάλλον τι πάει να πει "χουτόνγκ". Στενό πέρασμα ανάμεσα σε τέντες, σημαίνει. Και προέρχεται από τη γλώσσα των Μογγόλων. Μην απορείς γι'αυτό -λίγα χιλιόμετρα πιο ανατολικά ξεκινούν οι στέπες. Κι αντιλαλούν ακόμη οι τρομακτικές ιαχές των ορδών του Τζέγκινς Χαν. Πολλές φορές τις φέρνει ο αγέρας, ανακατεμένες με κίτρινη σκόνη που πέφτει πάνω στις στέγες των χουτόνγκ και αποθολώνει τον ήδη βεβαρυμένο ουρανό.

Κάθε χουτόνγκ είχε τη δική του φυσιογνωμία. Άλλο φιλοξενούσε την αγορά των ψαριών, άλλο τα κρέατα, άλλο το ρύζι, τα μπαχαρικά, τα γουρούνια, τα καπέλα και τα πανταλόνια. Κοινώς αν ήθελες να γιομίσεις την αποθήκη σου με διάφορα καλούδια, έπρεπε να διανύσεις κάμποσα χιλιόμετρα απ'άκρη σ'άκρη της αχανούς πόλης. 

Στο κάθε χουτόνγκ, τα σπίτια σχηματίζουν μικρά τετράγωνα και στη μέση έχουν μία κοινόχρηστη αυλή -όπου μπορείς να βρεις σήμερα το πλυντήριο της οικογένειας ή ακόμα και την ηλεκτρική κουζίνα. Οι εξωτερικές πόρτες των σπιτιών είναι διακοσμημένες με λογής λογής σύμβολα που σκοπό έχουν να απομακρύνουν τα κακά πνεύματα. Υπάρχει συνήθως και κάποιο σκαλοπατάκι για να μπεις -στο οποίο σκοντάφτουν τα κακά πνεύματα- ενώ με το που μπαίνεις βρίσκεται μπροστά σου ένα τοιχίδιο ή κάποιο παραβάν για να προσκρούσουν εκεί -μάντεψε- τα όποια κακά πνεύματα δεν αποθαρρύνθηκαν από τα λοιπά εμπόδια και κατάφεραν να διεισδύσουν στο σπίτι. 

Εντάξει, προφανώς αυτό το τοιχάκι που συναντάς σαν ανοίγει η πόρτα, προφυλάσσει επίσης τους ενοίκους και από τα αδιάκριτα βλέμματα. Δεν φημιζόμαστε για τη θερμή κοινωνικότητά μας, μήτε για τη φιλοξενία μας. Δεν είναι μονάχα τα κακά πνεύματα που νιώθουν εδώ παρείσακτα. Αλλά μην μας ξεσυνερίζεσαι, είναι διαφορετικοί οι κώδικες επικοινωνίας. Και πολύ διαφορετική η κοινωνική μας οργάνωση από αυτή τουλάχιστον που έχεις εσύ συνηθίσει.

Τα πρώτα χουτόνγκ χτίστηκαν κατά τη διάρκεια της μογγολικής δυναστείας Γιουάν, δηλαδής γύρω στα 1300 μ.Χ. Αλλά η μεγάλη οικιστική ανάπτυξη ήρθε κατά τη δυναστεία των Μινγκ (1368 - 1644) και την τελευταία μαντζουριανή δυναστεία των Τσινγκ. 

Μετά ήρθε ο Μάο. Ο Κομμουνισμός και η Πολιτιστική Επανάσταση. Από το 1966 και για δέκα χρόνια, άρχισαν να γκρεμίζονται χουτόνγκ για να οικοδομηθούν κυβερνητικά κτήρια και εργατικά συγκροτήματα κατοικιών. Μαζί τους καταστρεφόταν και ο παραδοσιακός κοινωνικός ιστός της πόλης. Αν βελτιώθηκαν τα πράματα, θα αναρωτηθείς.

Όχι, δεν βελτιώθηκαν. Σε κάποιες περιπτώσεις χειροτέρευσαν. Χιλιάδες εκτοπισμένοι βρέθηκαν σε μικρά διαμερίσματα, μακριά από τις οικογένειές τους και από τον τόπο εργασίας τους, χωρίς να έχουν δικαίωμα να αρνηθούν την μετεγκατάστασή τους ή να επιστρέψουν.

Άλλοι μεταφέρθηκαν μακριά από το κέντρο της Beijing. Ακόμα και στην επαρχία. Για να δουλέψουν στα μεγάλα κατασκευαστικά έργα του κομμουνιστικού καθεστώτος. Ή να εργαστούν σε αυτή τη δύσκολη, λασπωμένη γη που θρέφει με ρύζι γενεές επί γενεών, τον λαό της Κίνας. 

Η δεύτερη μεγάλη καταστροφή ήρθε μόλις πριν μερικά χρόνια. Με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008. Η κυβέρνηση έκαμε έναν αγώνα δρόμου για να εξωραΐσει κάπως την εικόνα της χαοτικής πρωτεύουσας με τα χουτόνγκ και τους χωματόδρομούς της. 

Καινούργιες λεωφόροι έπρεπε να διανοιχτούν, καινούργια στάδια έπρεπε να κατασκευαστούν και οι παραγκουπόλεις των χουτόνγκ με τους εκατομμύρια φτωχούς κατοίκους, έπρεπε με κάποιον τρόπο να κρυφτούν από τα αδηφάγα, επικριτικά βλέμματα των δυτικών επισκεπτών.

Κι έτσι άρχισε το γκρέμισμα. Τα χαμόσπιτα κατέρρεαν σαν τραπουλόχαρτα κάτω από τις μπουλντόζες και τους γερανούς. Διεθνή αρχιτεκτονικά γραφεία ξεδίπλωναν σχέδια για υπέρλαμπρους ουρανοξύστες και φουτουριστικά κτήρια. 

Και η κυβέρνηση χαμογελούσε ικανοποιημένη από τα νέα μεγαλεία. Της αυτοκρατορίας. Που μοιάζει πιο ακλόνητη από τα βουνά, πιο ισχυρή από τα βράχια και πιο απέραντη από το χρόνο.

Παρά τη μεγάλη αλλαγή που συντελέστηκε πάντως, λίγο αν λοξοδρομήσει κανείς από τις κεντρικές λεωφόρους, θα βρεθεί και πάλι εκεί: στις λασπώδεις γειτονιές που φιλοξενούν εδώ και αιώνες τους απόκληρους της αυτοκρατορίας. 

Είναι αυτοί που φτιάχνουν τα παπούτσια με τα οποία περπατάς. Είναι αυτοί που ράβουν τα μπλουζάκια που φοράς. Που πλέκουν τα καλάθια που έχεις στο μπαλκόνι. Τα κασκόλ που τυλίγεις γύρω από το λαιμό σου το χειμώνα. Τα μπρελόκ που δένεις τα κλειδιά σου. 

Σήμερα τα σπίτια στα χουτόνγκ είναι φτιαγμένα από τούβλα, τσιμέντο και λαμαρίνες. Πολλά διαθέτουν και ερ-κοντίσιον (δύσκολα αντιπαλεύεται αλλιώς το καλοκαίρι και με το καυσαέριο να τρυπώνει από παντού). Δεν διαθέτουν παρά ελάχιστα έπιπλα. Σίγουρα έχουν όμως κάποια τηλεόραση με την κεραία δεμένη προχείρως στη στέγη. Για να βλέπουμε τα σήριαλς και τα τάλεντ σόους στα κρατικά κανάλια μας. 

Στα είκοσι ή τριάντα τετραγωνικά που καταλαμβάνει το μέσο σπίτι, μένουν οι οικογένειες (μαμά, μπαμπάς, παιδί) ή κάποιο ηλικιωμένο ζευγάρι. Που θυμάται το Μάο να οργανώνει παρελάσεις στην Τιεν Αν Μεν. Που έχει ακόμα στο ράφι του το Κόκκινο Βιβλίο. Που φορά ακόμα τις στολές εργασίας κι ας έχουνε παλιώσει.

Σε μία προσπάθεια να επέμβει στο οικιστικό τοπίο της πρωτεύουσας και να περιορίσει τις αχανείς εκτάσεις των χουτόνγκ, το κράτος προχώρησε στην "περίφραξή" τους. Έχτισε αψηλούς μαντρότοιχους οι οποίοι μπορεί να περικλείουν μία ολόκληρη γειτονιά. 

Περνάς απ'έξω, βλέπεις έναν ενιαίο τοίχο να εκτείνεται για καμιά τρακοσαριά μέτρα δίχως ανοίγματα και μήτε που αντιλαμβάνεσαι τι υπάρχει από πίσω.

Δίπλα στις εισόδους αυτών των περίφρακτων γειτονιών έχουν κτιστεί δημόσιες τουαλέτες. Βλέπεις, πολλά από τα σπίτια δεν διαθέτουν μπάνιο και αρκετοί κάτοικοι καταφεύγουν αναγκαστικά στις κοινόχρηστες αυτές υποδομές. Όπως σωστά φαντάζεσαι τα θέματα υγιεινής παραμένουν πολύ προβληματικά.

Ναι, η Βόρεια Πρωτεύουσα της μεγάλης αυτοκρατορίας των Κινέζων είναι απέραντη όσο τα δαιδαλώδη χουτόνγκ της και μικροσκοπική όσο οι ζωές των ανθρώπων που ζούνε μέσα τους. 

Ακριβώς πίσω από τα μεγάλα σοσιαλιστικά κυβερνητικά κτήρια της Τιεν Αν Μεν, τριγύρω από την Απαγορευμένη Πόλη του πάλαι ποτέ Αυτοκράτορα, προς Βορρά και Νότο, προς Δύση και Ανατολή, παντού όσο φθάνει το μάτι σου, νομίζω πως τα απλωμένα χουτόνγκ αποτελούν την καλύτερη δυνατή απάντηση. Σε κάθε ερώτησή σου που αφορά την Κίνα. 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Do you believe in magic?

 

Do you?

Fargo


Με τους αδελφούς Κοέν δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός. Θαυμάζω τόσο τη σκηνοθετική τους μάτια, απολαμβάνω τόσο τα σενάριά τους, εντυπωσιάζομαι τόσο πολύ με τον τρόπο που σχολιάζουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία και τραγικότητα που θαρρώ κάθε φορά πως δεν βλέπω μια ταινία, αλλά διαβάζω ένα σπουδαίο μυθιστόρημα κλασικού συγγραφέα. 


Στους τέσσερις (έως τώρα) αριστουργηματικούς κύκλους του τηλεοπτικού Fargo, πλέκονται σταυροβελονιά οι ιστορίες ανθρώπων που αγάπησαν και αγαπήθηκαν, μίσησαν και μισήθηκαν, γνώρισαν την επιτυχία και τη συντριβή. Άνθρωποι που βρέθηκαν στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, που προκάλεσαν την τύχη τους και ξεπέρασαν τα όρια, θεωρώντας εσφαλμένα πως θα δεν θα υποστούν τις συνέπειες των δράσεών τους. 


Αλλά στο ευφυές σύμπαν των Κοέν, κανείς δεν μένει ατιμώρητος και -κυρίως- κανείς δεν γλιτώνει από τον εαυτό του. Οι δύο δημιουργοί καταφέρνουν με έναν ολόδικό τους τρόπο να μιλήσουν για την τυχαιότητα στη ζωή μας, για τα όρια της προσωπικής μας ηθικής, για το κοινωνικό και οικογενειακό πλαίσιο που είναι αδύνατο να υπερβούμε. Ταυτόχρονα, περιγράφουν μια βαθιά, σκοτεινή και άγρια Αμερική, χωρίς ποτέ να της χαρίζονται. Η πλήξη και η αμορφωσιά της αμερικανικής επαρχίας, η διαφθορά και η απληστία, ο εύκολος πλουτισμός και το οργανωμένο έγκλημα, αποτελούν συστατικά για την αφήγηση συναρπαστικών ιστοριών που ξεδιπλώνονται αριστοτεχνικά και λαμβάνουν λυρικές διαστάσεις. 


Ολοκληρώνοντας εχθές το τελευταίο επεισόδιο του τέταρτου κύκλου, το επιβεβαίωσα και πάλι. Πως οι Κοέν είναι ανάμεσα στους πιο σημαντικούς story tellers των καιρών μας. Και πως το Fargo έχει κερδίσει ήδη τη θέση του ψηλά στο βάθρο με τις καλύτερες τηλεοπτικές σειρές μυθοπλασίας της εποχής μας. 

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

It's incredible!

 

Επίσημη έναρξη εορταστικής περιόδου.

Τα τρένα που φύγαν


Το Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018, στις 21:40 η αμαξοστοιχία υπ'αριθμόν 340 αναχώρησε από τον Κεντρικό Σταθμό του Βελιγραδίου με προορισμό τη Βουδαπέστη. Είναι από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που δεν αποχαιρέτούσε ο σταθμός ένα τρένο που έφευγε, αλλά το τρένο αποχαιρετούσε έναν σταθμό που έκλεινε. 


Μετά από έντεκα δεκαετίες λειτουργίας, ο σταθμός τερμάτισε τη λειτουργία του, καθώς η ευρύτερη περιοχή στην οποία είναι εγκατεστημένος, αποφασίστηκε πως έπρεπε να αλλάξει φυσιογνωμία στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου σχεδίου αστικής ανάπλασης με σύγχρονους ουρανοξύστες και εμπορικά κέντρα. Αλλάζουν οι εποχές και οι ανάγκες, γηράσκουνε τα κτήρια. Και αποστρατεύονται, συνταξιοδοτούνται. 


Καθώς περπατώ στις εγκαταλειμένες απαβάθρες, έχω την αίσθηση πως επισκέπτομαι έναν ηλικιωμένο συγγενή σε κάποιον οίκο ευγηρίας. Νομίζω χαίρεται που με βλέπει κι ας είναι σβησμένα τα χαρακτηριστικά του. Του χαμογελάω με ειλικρινή στοργή σαν αρχιζει να μου διηγείται ιστορίες από το παρεθλόν.


Ο σταθμός λειτούργησε για πρώτη φορά το 1884 (αν και όχι πλήρως ολοκληρωμένος), μετά από πολλές καθυστερήσεις, προβλήματα και αντιδράσεις. Η κατασκευή του υποστηρίχθηκε σθεναρά από τον τότε Βασιλιά της Σερβίας, Μίλαν, ο οποίος επέμενε πως το νεότευκτο Βασίλειο θα έπρεπε να αποκτήσει σιδηροδρομική σύνδεση με την Κεντρική Ευρώπη. Εκείνος ήταν μάλιστα που υπέδειξε ως καταλληλότερη τοποθεσία την ανατολική όχθη του ποταμού Σάβα. Το γεγονός πως η έκταση στην οποία χωροθετήθηκε, ανήκε στη σύζυγό του Βασίλισσα Ναταλί, η οποία έλαβε γενναία αποζημίωση για την εκχώρησή της, φαντάζομαι πως συνέβαλε στην απόφασή του. Το σίγουρο είναι πως η όχθη αυτή ήταν καλυμένη με έλη και η εκχέρσωσή της υπήρξε δύσκολο και κοπιώδες εγχείρημα.


Δυο χιλιάδες πολίτες και κάμποσοι ξένοι επίσημοι παρευρέθησαν στην τελετή των εγκαινίων που ήταν τελοσπάντων λαμπρή και εντυπωσιακή. Αν κάμεις λίγη ησυχία, θαρρώ πως ακούγονται ακόμα οι τυμπανοκρουσίες από τη στρατιωτική μπάντα, τα χειροκροτήματα και οι φωνές του κόσμου. 


Η πρώτη αμαξοστοιχία των Σερβικών Σιδηροδρόμων αναχώρησε από τον σταθμό με επιβάτες, το βασιλικό ζεύγος Μίλαν και Ναταλί μετά του ιού τους Πρίγκιπος Αλέξανδρου και προορισμό τη Βιέννη. 


Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1888, ετούτος ο σταθμός καθιερώθηκε ως στάση του θρυλικού Οριάν Εξπρές που ένωνε το Παρίσι με την Κωνσταντινούπολη και εμπνέει ακόμα μυθιστορηματικές ιστορίες για μυστηριώδεις επιβάτες, μυστικούς πράκτορες, μοιραίες γυναίκες, βαθύπλουτους τραπεζίτες, ξεπεσμένους αριστοκράτες και ριψοκίνδυνους τυχοδιώκτες που συναντώνται στα πολυτελή του βαγόνια. 


Το 1892 η Σερβία υποδέχθηκε εδώ με πανυγηρισμούς τον Νίκολα Τέσλα. Ήδη καταξιωμένος διεθνώς για την εξαιρετική του συνεισφορά στη φυσική, ο Τέσλα επέστρεψε για επίσκεψη στο Βελιγράδι και αποθεώθηκε από τους συμπατριώτες του. Και αυτές τις ζητωκραυγές μπορείς ν'ακούσεις, αν το θελήσεις πραγματικά πολύ.


Αλλά και εκρήξεις θα ακούσεις και κραυγές αγωνίας. Το κτήριο βομβαρδίστηκε δύο φορές: από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941 και ακόμα σφοδρότερα από τους Συμμάχους το 1944. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Σοβιετικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες ανέλαβαν την ανοικοδόμησή του, η οποία ολοκληρώθηκε το 1953. Ο αρχικός γλυπτός διάκοσμος με τους πτερωτούς λέοντες που βαστούσαν τα λάβαρα του Βασιλείου της Σερβίας, όπως σωστά μαντεύεις, δεν αποκαταστάθηκε τότε για λόγους πολιτικούς και ιδεολογικούς. 


Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στις αρχές της δεκαετίας του '90, μείωσε δραματικά την επιβατική κίνηση, καθώς περιορίστηκαν τα άλλοτε τακτικότατα πηγαινέλα προς το Σεράγιεβο ή το Ντουμπρόβνικ. Αποχαιρετιστήκαμε βιαίως, περάσαμε σύνορα αναμεταξύ μας και αλλάξαμε τα δρομολόγιά μας.


Ναι, η ιστορία επιβιβάστηκε και αποβιβάστηκε πολλές φορές σε ετούτον τον σταθμό. Όπως το συνηθίζει άλλωστε. Πέρασαν από εδώ λογής λογής άνθρωποι -Σέρβοι, Γιουγκοσλάβοι, Γερμανοί, Σοβιετικοί. Βασιλείς, βιοπαλαιστές, διάσημοι, κατακτητές, κατακτημένοι, επώνυμοι και ανώνυμοι. Με πολλών ειδών ταυτότητες και διαθέσεις. 


Ένας από όλους κι εγώ. Στέκομαι στο σταθμό, περιμένοντας ένα τρένο που πέρασε πριν πολλά χρόνια. Ένα τρένο που γνωρίζω καλά πως δεν θα έλθει.


Τον Ιούνιο του 1977, οι γονείς μου επιβιβάστηκαν σε μία αμαξοστοιχία στη Θεσσαλονίκη με προορισμό το Μόναχο και ύστερα τη Φρανκφούρτη. Εκεί θα τους περίμενε ένας θείος που έμενε μόνιμα στη Γερμανία και θα τους φιλοξενούσε για δεκαπέντε περίπου ημέρες. Ήταν η πρώτη φορά που έβγαιναν εκτός Ελλάδας και ήταν κάπως ανήσυχοι για ένα ταξίδι που τότες έμοιαζε -και ήταν- δύσκολο. Για πολλά χρόνια, τους θυμάμαι να μνημονεύουν στιγμές από εκείνη την περιπετειώδη εκδρομή τους. Κάθε φορά που γινόταν δε λόγος για τη Γιουγκοσλαβία, ο πατέρας μου σχολίαζε πόσο ατελείωτη ήταν η διαδρομή εντός της. Ώρες επί ωρών ταξίδευε το τρένο, διασχίζοντας κάμπους, προσπερνώντας χωριά, κάνοντας στάσεις σε πόλεις. 


Κάποια στιγμή έφθασαν σε ετούτον εδώ το σταθμό. Ήταν αργά μετά τα μεσάνυχτα και κατέβηκαν να αγοράσουν κάτι να φάνε. Με το άγχος μην τυχόν και χάσουν το τρένο, έσπευσαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στο μοναδικό ανοιχτό μαγαζάκι και πήραν κάτι μπισκότα και δύο μικρά ψωμάκια. Ήταν από τα λίγα πράγματα που διατείθεντο, δεν υπήρχε δα η πολυτέλεια της επιλογής. 


Επιστρέφοντας στην κουκέτα τους, αντιλήφθηκαν πως μια θορυβώδης παρέα μεθυσμένων Γιουγκοσλάβων την είχε καταλάβει. Με όσο πιο ευγενικό τρόπο μπορούσαν και με τα κουτσοαγγλικά τους προσπάθησαν να τους απομακρύνουν. Πέρασαν κάποιες αγωνιώδεις στιγμές μέχρι να τους πείσουν. Εντέλει τα κατάφεραν. Κλείδωσαν -αρκετά τρομαγμένοι- το λουκέτο της κουκέτας τους για να αποφύγουν άλλες παρόμοιες μεταμεσονύχτιες λαχτάρες. Και κάθισαν δίπλα στο τζάμι, τρώγοντας σιωπηλοί τα ψωμάκια τους καθώς το τρένο άρχισε αργά να κινείται και να αποχαιρετά τον σταθμό.        


Σαραντατόσα χρόνια μετά στέκομαι στο ίδιο μέρος. Οι πλατφόρμες είναι χορταριασμένες, οι ράγες είναι ξεχαρβαλωμένες, τα γκισέ έχουν μόνιμα κατεβασμένα τα ρολά τους, οι πινακίδες έχουν για τα καλά βυθιστεί στο λήθαργό τους.  


Μόνο κάποιοι άστεγοι κυκλοφορούν εδώ. Μπαινοβγαίνουν από τις σπασμένες πόρτες, κουλουριάζονται στις γωνίες, κάθονται στα σακατεμένα παγκάκια. Επιβάτες χωρίς αμαξοστοιχία και προορισμό. Τα βλέμματά τους είναι απλανή.


Μα το δικό μου το βλέμμα είναι καρφωμένο. Μακριά. Στη νοητή ευθεία των γραμμών. Στο σημείο φυγής που κάποτε οδηγούσανε οι ράγες. Πασχίζω να ιδώ εκείνο το τρένο. Και νομίζω πως το βλέπω να απομακρύνεται σιωπηλά στον ορίζοντα. Μία μικρή κουκίδα είναι, μία ελάχιστη κουκίδα. Μία αίσθηση μόνο. Που όσο περνάει ο χρόνος γίνεται και περισσότερο ασαφής. Παρότι προσπαθώ να τη συγκρατήσω, σβήνει.  


Στέκομαι σε έναν σταθμό που δεν λειτουργεί. Κοιτάζω ένα τρένο που δεν υπάρχει. Κι όμως εγώ το διακρίνω μέσα από μία χαραμάδα στο χρόνο και στον τόπο. Γι'αυτό στέκομαι εδώ. Για να το ξεπροβοδίσω.